ΙΣΑ κατά νοσηλευτών: Αδιανόητο κάποιοι να γίνονται γιατροί με υπουργική απόφαση

Ποιες αρμοδιότητες παραχώρησε στους νοσηλευτές ο υπουργός Υγείας, Μάκης Βορίδης – Τι απαντούν οι γιατροί

Πολεμικό κλίμα επικρατεί στο χώρο της Υγείας, με τους βασικούς στυλoβάτες του συστήματος υγείας, τους γιατρούς και τους νοσηλευτές να βρίσκονται σε μείζονα σύρραξη, μετά τη δημοσίευση της υπουργικής απόφασης για το διευρυμένο καθηκοντολόγιο των νοσηλευτών.

Η συνταγογράφηση συγκεκριμένων φαρμάκων (Μη Συνταγογραφούμενα Φάρμακα, ΜΗΣΥΦΑ, τα οποία δεν αποζημιώνονται) καθώς και η άσκηση συγκεκριμένων ιατρικών πράξεων, που περιλαμβάνονται πλέον στις βασικές αρμοδιότητες των νοσηλευτών, αποτελούν casus belli για τους γιατρούς. Απο την πλευρά τους, οι νοσηλευτές θεωρούν αναμενόμενες, όπως λενε, τις αντιδράσεις των γιατρών «που βασίζονται μονο στην αγωνία τους ότι θα μικρύνει η πίτα και θα μειωθούν τα έσοδά τους» ενώ επιφυλάσσουν κι έναν ιδιαίτερα βαρύ χαρακτηρισμό για τους συναδέλφους τους στο χώρο της Υγείας, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «καλύτερα να σιωπούν οι εκπρόσωποι ενος κλάδου που ενέχεται σε μεγάλο μέρος για την κατάντια του ΕΣΥ».

Γιατροί κατά νοσηλευτών
Την ώρα που η Ένωση Ελλήνων Νοσηλευτών, (ΕΝΕ), καλωσορίζει την «αυτονόητη και γενναία απόφαση» του υπουργού Υγείας, κ. Μάκη Βορίδη, τονίζοντας ότι πρόκειται για δικαίωση του δεκαετούς αγώνα της ΕΝΕ να καθοριστεί το καθηκοντολόγιο των νοσηλευτών της χώρας, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών, (ΙΣΑ), ζητεί εξηγήσεις απο την ηγεσία του υπουργείου για αυτήν την απόφαση, που υποβαθμίζει όπως λέει την άσκηση του ιατρικού επαγγέλματος, και σε κάθε περίπτωση την κατάργησή της.

«Είναι αδιανόητο κάποιοι να γίνονται γιατροί με υπουργική απόφαση, χωρίς να έχουν τις σχετικές σπουδές και τους αναγκαίους τίτλους» λεει στο protothema.gr ο πρόεδρος του ΙΣΑ, κ.Γιώργος Πατούλης, υπογραμμίζοντας ότι «η συνταγογράφηση οποιουδήποτε φαρμάκου ειναι αμιγώς ιατρική αρμοδιότητα, ενώ ακόμη πιο σαφή και περιοριστικά είναι τα όρια των ιατρικών πράξεων τα οποία προφανώς μπορούν να ασκούν μόνον οι γιατροί».
«Αυτή η υπουργική απόφαση μπορεί να γίνει κατανοητή και αποδεκτή μόνον εάν δεχθούμε ότι κάποιοι επιθυμούν την υποβάθμιση του ιατρικού επαγγέλματος» καταλήγει ο κ. Πατούλης.

Την άμεση ακύρωση της απόφασης του υπουργού Υγείας Μ. Βορίδη, με την οποία δίνεται το δικαίωμα στους νοσηλευτές να συνταγογραφούν φάρμακα, να δίδουν τοπική αναισθησία, να προχωρούν σε καθετηριασμούς και να χορηγούν παρεντερική διατροφή και θρομβολυτικά σκευάσματα, ζητεί και η Ένωση Ιατρών ΕΟΠΥΥ.
Όπως αναφέρει η Ένωση, οι παραπάνω πράξεις είναι αμιγώς ιατρικές και κάθε διενέργειά τους από μη ιατρούς αποτελεί παραποίηση του ιατρικού λειτουργήματος, είναι αντισυνταγματική και επικίνδυνη για τη δημόσια υγεία.

Νοσηλευτές: Αναγνωρίζονται αυτά που κάνουμε καθημερινά στο ΕΣΥ
«Η απόφαση του υπουργού Υγείας αναγνωρίζει με τον πλέον επίσημο τρόπο τις κλινικές αρμοδιότητες των νοσηλευτών που ήδη εκτελούσαν στις δομές του ΕΣΥ και της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας (ΠΦΥ)» επισημαίνει μιλώντας στο protothema.gr, ο γενικός γραμματέας της ΕΝΕ, κ. Άρης Δάγλας, προσθέτοντας μάλιστα ότι η αντίδραση των γιατρών «προσβάλλει βάναυσα τις τετραετείς σπουδές των Νοσηλευτών, η πλειονότητα των οποίων κατέχει μεταπτυχιακούς τίτλους και διδακτορικό. Οι νοσηλευτές, όσο και αν κάποιοι ενοχλούνται χάνοντας μέρος των όποιων προνομίων τους, είναι αποφασισμένοι να αναλάβουν το κομμάτι των αρμοδιοτήτων που τους αναλογεί και να εδραιώσουν τη θέση τους στο ΕΣΥ αλλά και στον επιχειρηματικό χώρο της Υγείας». Προσθέτει, δε, ότι σύντομα οι πολίτες θα καταλάβουν τα σημαντικά οφέλη αυτής της απόφασης.

Το προεδρείο της ΕΝΕ καλεί τους γιατρούς «αφενός να ενημερωθούν για τα διεθνώς ισχύοντα αναφορικα με τον ρόλο των νοσηλευτών στα συστήματα Υγείας, αφετέρου να δείξουν ψυχραιμία αλλά και ευαισθησία για τα μείζονα θεματα του χώρου της Υγείας, διαμαρτυρόμενοι με τις ισχυρές ενώσεις τους στις πολιτικές ηγεσίες για το επαίσχυντο γεγονός ότι στη χώρα μας, οι γιατροί είναι 75.000, ενώ οι νοσηλευτές 33.000, με τους 8.000 από αυτούς να είναι άνεργοι – αριθμοί που δεν αντέχουν σε κανένα σχολιασμό και κατατάσσουν τη χώρα μας στην τελευταία θέση του ΟΟΣΑ».