Η πολιτιστική κληρονομιά στο νέο παραγωγικό πρότυπο

0

Σήμερα, η χώρα χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό πρότυπο. Στην αναπτυξιακή προσπάθεια θα πρέπει να δώσουμε όλες μας τις δυνάμεις. Να κινητοποιήσουμε όλο το παραγωγικό δυναμικό της χώρας. Να  αναδείξουμε όλο το διαθέσιμο κεφάλαιο. Να προσελκύσουμε επενδύσεις και να αξιοποιήσουμε όλους τους παραγωγικούς πόρους. Να αυξήσουμε την παραγωγή εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών. Να δώσουμε δουλειά στο εργατικό δυναμικό, αλλά και στους πολλούς επιστήμονες που είναι άνεργοι. Με κατάλληλες γνώσεις και εξειδικεύσεις. 

Επομένως, κεντρικό ζήτημα στην Ελλάδα σήμερα είναι η ανάγκη να διατυπωθεί ένα νέο αναπτυξιακό και παραγωγικό πρότυπο. Το θέμα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι και κοινωνικό και πολιτικό. Χρειαζόμαστε ένα νέο τρόπο σκέψης και προσέγγισης του αναπτυξιακού προβλήματος της χώρας. Χρειάζεται να σκεφθούμε αντισυμβατικά.  Ναι, θέλουμε να επιταχύνουμε το ρυθμό ανάπτυξης, αλλά με κοινωνική συνοχή και ευαισθησία, λαμβάνοντας υπ’ όψη τις παγκόσμιες τάσεις και τα νέα διαθέσιμα εργαλεία. Γιατί μόνο τότε θα μπορέσουμε να αυξήσουμε την απασχόληση, να μειώσουμε την ανεργία, να αντιμετωπίσουμε τη φτώχεια, να μειώσουμε το λόγο Δημόσιο Χρέος/ΑΕΠ, να μπορούμε να αναχρηματοδοτούμε το δημόσιο χρέος μας χωρίς προβλήματα και να προσελκύσουμε πίσω τους νέους μας που ξενιτεύτηκαν να βρουν δουλειά.  Όλα αυτά θα τα πετύχουμε αν η χώρα επανέλθει στην ανάπτυξη με ευρύτατη κοινωνική συμμετοχή. Με κεντρικό άξονα την αύξηση του ρυθμού ανάπτυξης, αλλά με κοινωνική συνοχή θα επιτευχθούν κοινωνικοί, πολιτικοί αλλά και εθνικοί στόχοι, ενδυναμώνοντας την οικονομική επιρροή της Ελλάδος. Γιατί η οικονομία αποτελεί παράγοντα διπλωματικής ισχύος μιας χώρας. 

Στην προσπάθεια αυτή η Ελλάδα θα πρέπει να κινητοποιήσει όλο το διαθέσιμο αναπτυξιακό δυναμικό της και να στηριστεί στα παγκόσμια ανταγωνιστικά της πλεονεκτήματα, που είναι δύο: η ναυτιλία και η πολιτιστική κληρονομιά. Η παγκοσμίως αναγνωρισμένη πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδος αποτελεί πλουσιότατο αναπτυξιακό κεφάλαιο που μπορεί να συμβάλει σημαντικά στους στόχους μιας στρατηγικής για ισχυρή ανάπτυξη με περισσότερες επενδύσεις και νέες καλύτερες δουλειές. Αυτή η πλούσια πολιτιστική κληρονομιά της Ελλάδος αποτελεί τεράστιας σημασίας δημόσιο οικονομικό κεφάλαιο με οικονομική αξία και αναπτυξιακό ρόλο.

Όμως, δεν είναι ευρέως αντιληπτό ότι ο πολιτισμός και η πολιτιστική κληρονομιά αποτελούν για την Ελλάδα ένα τεράστιο κεφάλαιο με εντυπωσιακές αναπτυξιακές δυνατότητες που παραμένει ακόμα “αναξιοποίητο”. Συχνά είναι μάλιστα αναξιοποίητο σε γεωγραφικές περιοχές με υψηλά ποσοστά ανεργίας, ιδιαίτερα των νέων. Και επίσης δεν έχει γίνει αντιληπτό ότι αυτό το «αναξιοποίητο» πολιτιστικό κεφάλαιο μπορεί και πρέπει να κινητοποιηθεί για την έξοδο της Ελλάδος από την κρίση, για την επιτάχυνση της ανάπτυξης για τη δημιουργία εισοδήματος, απασχόλησης και ευημερίας σε τοπικό και περιφερειακό επίπεδο, όπως αποδεικνύει η εμπειρία της Ιταλίας, αλλά πρόσφατα και άλλων χωρών όπως η Κροατία και η Τσεχία.  

Το προφανές ερώτημα είναι αν μπορεί και πάλι η πολιτιστική κληρονομιά να αποτελέσει μοχλό οικονομικής, κοινωνικής, πολιτικής αλλά και πολιτιστικής αναγέννησης της χώρας. Αν ναι, πως μπορεί να γίνει αυτό; Τι είδους δραστηριότητες χρειάζονται. Πως θα επιλεγούν οι απαιτούμενες πολιτικές;  Βεβαίως, το θέμα είναι εξαιρετικά ευρύ και αναγκαστικά στο πλαίσιο αυτής της μελέτης αναλύονται επιλεκτικά ορισμένες από τις πλευρές του.

Στην Ελλάδα αυτή η αναπτυξιακή προσέγγιση στην πολιτιστική κληρονομιά συχνά γεννά έντονες αντιπαραθέσεις. Ακόμη και η απλή αναφορά στην οικονομική σημασία και αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς αντιμετωπίζεται από ορισμένους με σκεπτικισμό ή και απόλυτη άρνηση, για λόγους ηθικούς, αρχαιολογικούς, αλλά και ιστορικούς. Συχνά θεωρείται βεβήλωση ακόμη και η σκέψη ότι ένα στοιχείο της πολιτιστικής κληρονομιάς έχει οικονομική αξία ή ότι μπορεί να χρησιμοποιηθεί οικονομικά.  Ένα μνημείο, σύμφωνα με αυτή την άποψη, μπορούμε να το προσεγγίσουμε μόνο καλλιτεχνικά και ιστορικά, είναι ανεκτίμητης αξίας  και δεν μπορούμε να το δούμε οικονομικά, ούτε μπορούμε να του αποδώσουμε οικονομική αξία. Απλά, πρέπει  να το προστατεύσουμε για τις μελλοντικές γενιές.

Υπάρχει αντίλογος; Βεβαίως υπάρχει. Όταν ένα μνημείο προσελκύει επισκέπτες απ’ όλο τον κόσμο, οι οποίοι είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν ένα εισιτήριο επίσκεψης, ή συχνά και ένα υψηλό κόστος ταξιδιού και διαμονής για να το επισκεφθούν, δημιουργώντας ταυτόχρονα αντίστοιχες οικονομικές ροές, απασχόληση, εισόδημα και οικονομική ανάπτυξη στην περιοχή γύρω από το μνημείο, η οικονομική σημασία του μνημείου είναι αυταπόδεικτη.  Με αυτή τη λογική βάση, αν κάποια στοιχεία της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, αρχαιολογικούς χώρους, μουσεία, κάστρα, και μνημεία της νεότερης περιόδου, που σήμερα δεν προσελκύουν επισκέπτες, τα αναδείξουμε και τα εντάξουμε στην οικονομική και κοινωνική ζωή, αυξάνοντας την επισκεψιμότητα τους και κάνοντάς τα διαθέσιμα στο ευρύ κοινό, πιθανόν και στο παγκόσμιο κοινό, τότε αποκτούν οικονομική σημασία και σημαντική συμβολή στην τοπική και περιφερειακή οικονομική και κοινωνική ευημερία, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στην προστασία, διαφύλαξη και την  ανάδειξή τους για την παρούσα αλλά και τις μελλοντικές γενιές. 

Ας δούμε όμως την ελληνική εμπειρία.  Όπως ήδη προελέχθη, η Ελλάδα στήριξε μεταπολεμικά την τουριστική της πολιτική σε μεγάλο βαθμό στην πολιτιστική κληρονομιά με σημαντικά οφέλη για την οικονομική και περιφερειακή ανάπτυξη, δημιουργώντας εισοδήματα και απασχόληση από τον τουρισμό, αλλά ταυτόχρονα έσοδα για την προστασία και ανάδειξη της ίδιας της πολιτιστικής κληρονομιάς. Για παράδειγμα, η Ακρόπολη, οι Μυκήνες, η Κνωσσός, η Ολυμπία, οι Δελφοί  ως στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς προσελκύουν επισκέπτες από όλο τον κόσμο, οι οποίοι είναι πρόθυμοι να πληρώσουν σημαντικά ποσά για την επίσκεψή τους και αποτέλεσαν στις δεκαετίες του 1950 και 1960 σημαντικό μοχλό για την τουριστική και οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Επίσης, η Ρόδος είναι παράδειγμα πόλης όπου η πολιτιστική κληρονομιά συνδυάζεται αρμονικά με τον ήλιο και τη θάλασσα ως τουριστικός προορισμός δημιουργώντας σημαντικά οφέλη για την οικονομία και την κοινωνία. Όμως, το ίδιο μπορεί να γίνει για πολλές άλλες περιοχές της χώρας, που έχουν λιγότερο γνωστά, συχνά αναξιοποίητα, στοιχεία πολιτιστικού κεφαλαίου, επεκτείνοντας και διευρύνοντας το τουριστικό προϊόν με προφανή οικονομικά και κοινωνικά οφέλη για τη χώρα.

Το διακύβευμα, επομένως, είναι η «αρμονία μεταξύ προστασίας και αξιοποίησης» της πολιτιστικής κληρονομιάς. Να βρεθεί δηλαδή εκείνη η χρυσή τομή που θα επιτρέπει τόσο την προστασία του πολιτιστικού κεφαλαίου, όσο και τη δημιουργία απασχόλησης και εισοδήματος. Μάλιστα στην παρούσα περίοδο δημοσιονομικής κρίσης, η επισκεψιμότητα δημιουργεί έσοδα απαραίτητα για την προστασία και συντήρηση, όπως προσφυώς έχει λεχθεί, «μπορούν να βρεθούν χρήματα από τον πολιτισμό για τον πολιτισμό» από την Υπουργό Πολιτισμού κα Μενδώνη.  Μπορούμε, επομένως, όπως λέει ο Πέτρος Θέμελης, «να δώσουμε μια νέα ζωή στα μνημεία μας, ενταγμένη στην σημερινή οικονομία και κοινωνία» δημιουργώντας έτσι έσοδα για την προστασία τους. 

Επομένως, το πρόβλημα της εξεύρεσης τυ αρμονικού συνδυασμού μεταξύ «προστασίας και αναπτυξιακής αξιοποίησης» της πολιτιστικής κληρονομίας, είναι πολύ σύνθετο και δεν μπαίνει στα στενά όρια αρμοδιότητας. Απαιτεί διεπιστημονική προσέγγιση, αλλά και συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Απαιτεί υποστήριξη από τους πολίτες και κινητοποίηση του εθελοντισμού. Χρειάζεται τη σύμπραξη πολλών επιστημονικών κλάδων, τόσο αρχαιολόγων και αρχιτεκτόνων, όσο και νομικών, κοινωνιολόγων, οικονομολόγων, μηχανικών, διοικητικών επιστημόνων κ.α. για τη δημιουργία του θεσμικού πλαισίου των παρεμβάσεων, αλλά και για το σχεδιασμό επενδύσεων και μέτρων πολιτικής, από διεπιστημονικές ομάδες με αναφορά στις βέλτιστες πρακτικές από όλο τον κόσμο. Μακριά από ανταγωνισμούς, με προσπάθεια για συναντίληψη, διεισδυτική ανάλυση και δημιουργία μιας κοινής γλώσσας επικοινωνίας. 

Συμπερασματικά, με την έξοδο της ελληνικής οικονομίας από την υγειονομική κρίση, την αξιοποίηση των κονδυλίων του Ταμείου Ανάκαμψης και την πορεία προς την ψηφιακή και πράσινη μετάβαση, διαπιστώνεται η ανάγκη για ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο, για έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη. Ο πολιτισμός και η πολιτιστική κληρονομιά ειδικότερα μπορούν να αλλάξουν το brand της χώρας και να  συμβάλουν στον στόχο της έξυπνης, βιώσιμης  και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξης με διάφορους τρόπους. Οι δημιουργικές βιομηχανίες, ενισχυμένες από τις νέες τεχνολογίες και τη δικτύωση, μπορούν να προσφέρουν όχι μόνο ευκαιρίες απασχόλησης, αλλά και αναζωογόνηση της οικονομίας. Τα μουσεία και οι πολιτιστικοί χώροι μπορούν να αποτελέσουν, όχι μόνο μοχλούς προσέλκυσης τουριστών και επισκεπτών, αλλά φορείς μάθησης, συμμετοχής και κοινωνικής ενσωμάτωσης. Ο χαρακτήρας και η διαθεσιμότητα του εξαιρετικά πλούσιου ελληνικού πολιτιστικού κεφαλαίου όλων των εποχών, όπως μουσεία, αρχαιολογικοί χώροι, πολιτιστικοί οργανισμοί, κάστρα, αλλά και μνημεία της νεότερης εποχής μπορούν να ενταχθούν στη οικονομική και κοινωνική ζωή προσφέροντας νέες υπηρεσίες, ταυτότητα και ποικιλία που συμβάλλουν στη δημιουργία, την καλλιέργεια και την ενθάρρυνση της καινοτομίας. 

Στην εποχή νέας οικονομίας, ο κλάδος του πολιτισμού και της δημιουργικότητας έχει πολλές δυνατότητες για την ενίσχυση της αναπτυξιακής διαδικασίας και τη δημιουργία καλών θέσεων εργασίας. Στη νέα ψηφιακή οικονομία, η άυλη αξία καθορίζει σε μεγάλο βαθμό την υλική, καθώς η δημιουργία κοινωνικών εμπειριών και η ικανότητα δικτύωσης αποτελούν πλέον ισχυρό παράγοντα ανταγωνιστικότητας. 

Επομένως, σε μια περίοδο κατά την οποία όλες οι άλλες χώρες στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και στον κόσμο, αξιοποιούν ήδη σε μεγάλο βαθμό τους πολιτιστικούς τους πόρους, η Ελλάδα με το πλουσιότατο πολιτιστικό κεφάλαιο που διαθέτει, πρέπει να αναπτύξει μια στρατηγική προσέγγιση ώστε αυτό το ισχυρό και ελκυστικό πολιτιστικό κεφάλαιο να συμβάλει  στη δημιουργία μιας ισχυρής οικονομίας και μιας συνεκτικής κοινωνίας στο πλαίσιο του Νέου Αναπτυξιακού Προτύπου της χώρας.

Γεώργιος Μέργος

Ομότιμος Καθηγητής Οικονομικών Επιστημών, ΕΚΠΑ,

πρώην Γενικός Γραμματέας, Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών

Απάντηση