20 χρόνια Goin’ Through

0

ImageHandler (76)

Η ψυχή του δημοφιλούς γκρουπ αφηγείται στιγμιότυπα από την εικοσάχρονη πορεία του: από τη σημαδιακή συναυλία των Public Enemy στο Κατράκειο, το καλοκαίρι του 1992, μέχρι τις φαινομενικά ετερόκλητες συνεργασίες, τη διασημότητα, τα κέρδη, αλλά και τις απώλειες. Ο Νίκος Βουρλιώτης μπορεί να είναι περήφανος ότι δεν λησμόνησε ποτέ τις συμβουλές του αγαπημένου του παππού, ούτε τις ρίζες του

Cool, δυναμικός, μα διαποτισμένος από μια μάλλον υφέρπουσα παιδικότητα, την οποία έχει καταφέρει να κρατήσει ατόφια, σχεδόν ακατέργαστη. Ο Νίκος Βουρλιώτης πέρασε τη μισή και πλέον ζωή του φτιάχνοντας μουσική, έμαθε τις τέχνες βιωματικά πλάι στον αγαπημένο παππού του, τόλμησε ετερόκλητες συνεργασίες, δεν αρνήθηκε ποτέ τις λαϊκές καταβολές του. Με αφορμή τη συμπλήρωση φέτος των 20 χρόνων των Goin’ Through στη δισκογραφία και την κυκλοφορία του άλμπουμ «20», ο ηγέτης του γκρουπ κάνει ταμείο.
Η περίληψη

«Αλλες φορές μοιάζει σαν να ’χει περάσει ένας αιώνας κι άλλες μόνο μια βδομάδα. Κάποια πράγματα φαίνονται πάρα πολύ πρόσφατα κι ας έχουν συμβεί πριν από 15 χρόνια. Είναι τόσο έντονα καταγεγραμμένα στη μνήμη και στο μυαλό. Είναι δύσκολο να συνοψίσεις σοβαρά και εμπεριστατωμένα 20 χρόνια δουλειάς σε οτιδήποτε κι αν έχεις κάνει. Αν έμπαινα στη διαδικασία να χαρακτηρίσω την εικοσαετία, θα διάλεγα τίτλο “Το ταξίδι της ζωής μου” και θα ’βαζα υπότιτλους “Ανθρωποι και ανθρωπάκια, συναισθήματα, ιστορίες”. Ουσιαστικά μιλάμε για τη μισή μου ζωή σε αυτό που λέμε Goin’ Through, μουσική, δισκογραφία. Τα πιο σημαντικά στοιχεία που έχω αποκομίσει είναι ότι γνώρισα καλύτερα τους ανθρώπους και τον εαυτό μου.

Μπήκα σε διαδικασία ψυχογραφικής έρευνας, βούτηξα πιο βαθιά μέσα μου για να με καταλάβω περισσότερο. Μεγαλώνοντας νιώθω ότι το χρειάζομαι πάρα πολύ για να μπορέσω να διαχειριστώ κάποια πράγματα και πέρα από τη λογική. Με φίλτρο το συναίσθημα. Δεν είναι όλα άσπρα ή μαύρα».

«Από μικρό παιδί ήξερα ποιος είναι ο Βιτσέντζος Κορνάρος, ποιος είναι ο Σαίξπηρ, λόγω του παππού μου που μελετούσε συνέχεια. Ημουν το παιδί που άκουγε μουσική, ήξερε τη δισκογραφία του Θεοδωράκη, ήξερε τον Μπιθικώτση, τον Χατζιδάκι»

Ο «εχθρός»

«Οταν πρωτομπήκα στη μουσική ένιωσα επικίνδυνος για τον εαυτό μου. Είμαι τυχερός γιατί ζούσε ακόμη τότε ο παππούς μου, ένας ώριμος, έμπειρος και πολυταξιδεμένος άνθρωπος, ο οποίος με συμβούλεψε να βρω τρόπους να διαχειριστώ τη δημοσιότητα και όλο αυτό που είχε πέσει στο κεφάλι μου, πριν κλείσει ο κύκλος και βρει το ένα σημείο το άλλο. Γιατί εκεί θα περνούσα δύσκολα. Αυτή η κουβέντα με έβαλε στη διαδικασία να τραβήξω χειρόφρενο και να πω ότι δεν τρέχει και τίποτα. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο κάποια στιγμή χαλάρωσα απέναντι σε όλα αυτά που γίνονταν γύρω μου. Τι λέει ο ένας, τι λέει ο άλλος… Στο κάτω κάτω η καλύτερη άμυνά μου ήταν ότι δεν υποχρέωνα κανέναν να με ακούσει. Δε σ’ αρέσω; Μη μ’ ακούσεις ποτέ. Δεν μπήκα ποτέ στο σπίτι κανενός με το ζόρι».
Ο μέντορας

«Ο παππούς μου ήταν λαϊκός ζωγράφος, ήταν μέσα στο Θέατρο Σκιών. Από πέντε χρονών ζωγράφιζα. Ηξερα από τα 7-8 μου τι είναι σκηνογραφία. Αν ήμουν καλλιεργημένος; Είναι επικίνδυνες λέξεις αυτές, γιατί κουβαλάνε μια αφοριστική διάθεση. Εδώ στην Ελλάδα, αν τολμήσεις να πεις κάτι τέτοιο, αμέσως βάζεις τον απέναντί σου σε θέση άμυνας. Να το ξεκαθαρίσουμε τι είμαι. Ενα λαϊκό παιδί από μια λαϊκή συνοικία που μεγάλωσε μέσα σε ένα καλλιτεχνικό περιβάλλον. Για παράδειγμα, από μικρό παιδί ήξερα ποιος είναι ο Βιτσέντζος Κορνάρος, ποιος είναι ο Σαίξπηρ, λόγω του παππού μου που μελετούσε συνέχεια. Ημουν το παιδί που άκουγε μουσική, ήξερε τη δισκογραφία του Θεοδωράκη, ήξερε τον Μπιθικώτση, τον Χατζιδάκι, δέκα βασικά πράγματα».
Το ήμισυ του παντός

«Την εποχή που ξεκινήσαμε ήμασταν ένας πυρήνας παιδιών που γνωριζόμασταν όλοι μεταξύ μας και όλοι γουστάραμε το hip hop. Τι μας ξεσήκωσε και μας έκανε να φανταστούμε τους εαυτούς μας καλλιτέχνες; Η συναυλία των Public Enemy στο Κατράκειο. Εκεί κατάλαβα ότι εκείνη τη μέρα θα έβγαιναν πέντε συγκροτήματα. Ηταν μια εμπειρία που μας χαρακτήρισε από πιτσιρικάδες. Μετά μπήκαμε στη διαδικασία να ψάξουμε τι ταιριάζει στον καθένα, πώς αυτό που είχαμε δει θα το ταιριάζαμε στα δικά μας στοιχεία. Εμείς αυτό το κάναμε λίγο πιο ποπ.

Διάλεξα να συνεργαστώ με έναν άνθρωπο, τον Μιχάλη Παπαθανασίου, ο οποίος ως μουσικός και μουσικός παραγωγός άκουγε πράγματα από την ποπ μουσική κουλτούρα, όπως τους Duran Duran ή τους Pet Shop Boys. Κι εγώ τη λάτρευα την ποπ μουσική».
Η ισορροπία

«Δεν ένιωσα ποτέ ότι πρόδωσα την παρέα μου. Ημουν διαφορετικό παιδί από τα υπόλοιπα. Ημουν ένας πολυμορφικός χαρακτήρας. Δεν με ενδιέφερε μόνο το hip hop. Εβλεπα μέσα απ’ αυτό μια ευκαιρία μουσικής έκφρασης. Θυμάμαι να πηγαίνω στο δωμάτιο του παππού μου αργά, μετά τις 11 το βράδυ, και να κοιτάζω την τηλεόραση που έπαιζε όπερες κι εκείνος μου εξηγούσε τι είναι το ένα και το άλλο. Δεν ήμουν ποτέ αφοριστικός. Πήγα να πέσω σ’ αυτή την παγίδα, να τα μηδενίσω όλα, να πω πως υπάρχει μόνο το hip hop και ότι όλοι οι άλλοι είναι πουλημένοι, αλλά τελικά η σχέση που είχα από παιδί με τη μουσική με βοήθησε να οδηγηθώ σε αυτό που είχε πει ο Λούις Αρμστρονγκ, ότι δηλαδή υπάρχουν δύο είδη μουσικής: η καλή και η κακή».
Οι συνεργασίες

«Γιατί κυνήγησα τις ετερόκλητες συνεργασίες; Γιατί σε πρώτη φάση ήθελα να υπογραμμίσω τη δουλειά μου. Κάνοντας ένα τραγούδι με την Αλκηστη Πρωτοψάλτη, υπογράμμισα τη δουλειά μου. Οταν κυκλοφόρησε το πρώτο single που κάναμε θυμάμαι που βγήκαν στις ειδήσεις και έλεγαν ότι η Πρωτοψάλτη έκανε συνεργασία με τους Goin’ Through. Εκεί είπα “ώπα”.

Κατάλαβα τη σπουδαιότητα της συνεργασίας. Γιατί εννοείται ότι είχα εκτιμήσει τη θεϊκή φωνή της στο ρεφρέν, αλλά έβλεπα το πράγμα να πηγαίνει πέρα απ’ αυτό. Περνούσες στον μουσικό χάρτη ως δημιουργός επειδή η Πρωτοψάλτη είχε δεχτεί να τραγουδήσει ένα κομμάτι σου. Ολοι με αντιμετώπισαν φοβερά. Μπορεί να μην καταλάβαιναν 100% από την αρχή την τελική εικόνα, το final cut της ιδέας, όπως το ’χα στο μυαλό μου, αλλά αυτό που τους έλεγε πάντα κάτι ήταν το περιεχόμενο. Υπήρχε στίχος και μουσική. Μας είπαν “μην το πάτε στην Πρωτοψάλτη, δεν κάνει συνεργασίες”. Το πήρα, το πήγα εγώ στον “Διογένη”. Μπήκα στο καμαρίνι και της είπα: “Μπορείτε να το ακούσετε;”. Εκείνη τη στιγμή μπορεί να σκέφτηκε “τι ούφο είναι αυτό με το καπελάκι και το φαρδύ παντελόνι;”, αλλά τρεις μέρες μετά με πήρε στο σταθερό τηλέφωνο του σπιτιού μου και μου είπε: “Πότε θέλεις να γράψουμε;”. Τόσο απλά. Και τόσο απλά έγινε με όλους. Νομίζω ότι τελικά την ερώτηση θα έπρεπε να την κάνεις στους ανθρώπους που συνεργάστηκαν μαζί μας».

Η διασημότητα

«Πότε καταλάβαμε ότι είχαμε γίνει γνωστοί; Οταν πλέον κάναμε συναυλίες μόνοι μας και κόβαμε 8.000 εισιτήρια. Γεμίζαμε γήπεδα. Κάποιους αυτό τους έκανε χαρούμενους, πήραμε δύναμη και πήγαμε να το κεφαλαιοποιήσουμε δημιουργικά. Είδαμε ότι υπάρχει κοινό. Ακόμη και οι τύποι με τα πούρα που πήγαιναν στα μπουζούκια έρχονταν στα r&b πάρτυ και “την ακούγανε”. Κάποιοι άλλοι από το label, οι περισσότεροι, άρχισαν να ταξιδεύουν σε άλλο γαλαξία, ο ένας ήθελε το ένα, ο άλλος το άλλο, μαζεύτηκαν πολλά “εγώ”. Καθένας κάνει τις επιλογές του. Δεν θέλω να επεκταθώ ιδιαίτερα, γιατί δεν είναι κάτι που αφορά εμένα 100%. Αν πάντως το κόλπο είχε λιγότερα “εγώ”, θα ήταν πολύ καλύτερα».

Η «στρατηγική»

«Ολα γίνονται για κάποιο λόγο. Ολα μπορούν να γίνουν αφορμή για να πεις ότι θα πάω από δω ή από κει. Στην πρώτη συναυλία που παίξαμε στη Λευκάδα σε ένα μικρό κλαμπ θυμάμαι ότι ανεβήκαμε στη σκηνή και δεν μας έδινε κανείς σημασία, δεν μας ήθελε άνθρωπος. Παίξαμε δυο κομμάτια και σηκωθήκαμε και φύγαμε. Σκέφτηκα μετά “έτσι είστε;”. Είπα στην τότε εταιρεία μας να μας κλείσει μια εμφάνιση στον “Πρωινό Καφέ” της Ρούλας Κορομηλά. Ενα τραγούδι είχαμε τότε. Δεν είχε βγει ούτε το πρώτο άλμπουμ μας, η “Αναζήτηση”. Την επομένη της εμφάνισής μας έπεσαν τηλέφωνα από παντού. Απλά επειδή βγήκαμε στην τηλεόραση. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί τακτική ή στρατηγική; Για μένα είναι καθαρό ένστικτο. Τι δεν ήθελα να κάνω; Τηλεόραση; Πρωινάδικα; Ε, αποφάσισα να δοκιμάσω αυτό που δεν ήθελα. Δουλειά χωρίς να ρισκάρεις δεν γίνεται. Τι κέρδισα τελικά απ’ αυτά τα 20 χρόνια; Εκτίμηση και αγάπη, ανθρώπους που ταυτίστηκαν με τη μουσική και τα λόγια μας, κερδίσαμε στιγμές και πέντε πολύ καλούς φίλους».

πρωτο θεμα

Απάντηση