Χριστούγεννα: Αύριο μια άλλη μέρα θα ξημερώσει

0

image

Έζησα τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια σε μια ωραία γειτονιά στην ενορία του Αγίου Νικολάου. Τα σπίτια όλα είχαν αυλές και οι γείτονες ήταν κάτι πάρα πάνω από συγγενείς. Νοιάζονταν για μας προσωπικά και ήταν ο περίγυρος που μας προστάτευε. Αν καμιά φορά το παράκαναν, οι διαμαρτυρίες στη μάνα μας έπεφταν βροχή, μαζί με τη φράση «η κουτσομπόλα με κατασκοπεύει». Ανταλλάσαμε επισκέψεις στις γιορτές και σχολές χωρίς προσκλήσεις, αφού όλοι είμαστε απλοί άνθρωποι και είχαμε αγάπη ο ένας για τον άλλον.
Την παραμονή των Χριστουγέννων οι νοικοκυρές με μεγάλη χαρά άνοιγαν την πόρτα τους για να μπουν μέσα τα παιδιά της γειτονιάς και να πουν τα κάλαντα. Μας γνώριζαν όλοι, αφού πηγαίναμε πέρα από την ακτίνα που είχε οριστεί, ως γειτονιά μας.
Πριν χαράξει ο ουρανός είχε ένα φανταστικό γκρι μωβ χρώμα, φάνταζε διάφανος, γυάλινος και ήταν στολισμένος με πολλά αστέρια κάθε παραμονή Χριστουγέννων.
Δυο κοριτσάκια με ξυλιασμένα τα χέρια από την παγωνιά, χτυπούν την πόρτα για να πουν τα κάλαντα σε γνώριμους, δικούς τους ανθρώπους. Τα παιδιά τα περίμεναν οι νοικοκυρές, που άνοιγαν οι περισσότερες με ανασκουμπωμένα τα μανίκια, αφού ζύμωναν το Χριστόψωμο. Στο τραπέζι η εικόνα της γέννησης του Χριστού και δίπλα η λεκάνη η πήλινη σκεπασμένη για να φουσκώσει το προζύμι.
Τα κάλαντα ήταν μέρος του τελετουργικού και εκτός από χρήματα φίλευαν και γλυκά συνήθως μελομακάρονα, που ήταν νηστίσιμα.
Η αδελφή μου ήταν μικρούλα, ξανθή με ένα παλτουδάκι κίτρινο με καφέ ντυμένα κουμπιά από βελούδο και τον ίδιο γιακά. Ντρεπόταν να μπει πρώτη στα σπίτια και έτσι έμπαινα εγώ και την τραβούσα νάρθει κοντά μου. Ούτε άρχιζε πρώτη ποτέ, με κοιτούσε με τα μεγάλα μάτια της και αφού άρχιζα να λέω εγώ ψέλλιζε και αυτή κάτι. Ήταν και λιγόφαγη και το γλυκό δεν το έτρωγε που της έδιναν, τα έτρωγα και τα δυο εγώ και τα αποτελέσματα φάνηκαν αργότερα.
Την προηγούμενη νύχτα είχα προσευχηθεί στην Παναγία να ανοίξουν πολλές πόρτες, για να μπορέσω να αγοράσω με αυτά τα λεφτά, το μερίδιο μου δηλαδή, ένα μεγάλο κουτί χρωματιστό με τέσσερα φλιτζανάκια και πιατελάκια, που είχα δει στον πάγκο του Καραθανασόπουλου στα περιβολάκια, για να παίζω τις κουμπάρες. Α, και μια ρώσικη σαλάτα από το μπακάλικο του Ψωμά, που έκανε το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι επίσημο. Στην αυτή του Νέλιου που είχε το αμαξάκι με το ωραίο άλογο το στολισμένο με λευκά και σιέλ χαϊμαλιά, έμενε η κυρά Σάβη, νοικοκυρά πρώτη, είχε δυο γιους και μια ανιψιά από το χωριό.
Αυτή μας άνοιγε με χαρά και επειδή είχε φουρνίσει τα ψωμιά μοσχοβόλαγε ο τόπος γλυκάνισο, μαστίχα και ψημένο σουσάμι.
Από τότε όποτε μυρίζω αυτή τη μυρωδιά, σπάει το κουκούλι των αναμνήσεων και γίνομαι το κοριτσάκι με την ίσια χωρίστρα και το μαύρο τσιμπιδάκι στα μαλλιά και τριγυρίζω στα αγαπημένα μου μέρη και συζητώ με τους αγαπημένους μου ανθρώπους.
Μια χρονιά η κυρά Σάβη, μας έδωσε ένα χριστόψωμο τυλιγμένο σε άσπρη πετσέτα να το δώσουμε στη μάνα μας. Το τι τράβηξα μέχρι να το παραδώσω δεν λέγεται.
Η μυρωδιά του έφθανε στα ρουθούνια μου και γαργαλούσε τον λαιμό μου, όμως δεν μπορούσα να το ακουμπήσω αφού ήταν αμαρτία να κοπεί πριν το Χριστουγεννιάτικο μεσημέρι.
Η όμορφη μέρα της παραμονής τέλειωνε πάντα με τις ιστορίες που μας έλεγε η μάνα μου για τον Ιωσήφ και την Μαρία και πάντα έκλεινε μισονυσταγμένη με τη φράση. Αύριο θα χαράξει μια νέα μέρα η ημέρα του Χριστού, που έρχεται να περπατήσει σε κάμπους και βουνά και όλα θα γίνουν καλύτερα…
Ξυπνούσαμε από την γλυκόλαλη καμπάνα που μας καλούσε στην εκκλησία νύχτα.
Πόνεσα, πάλεψα, αγκομάχησα στον αγώνα της ζωής όμως ποτέ δεν έχασα το κουράγιο μου. Πάντα στα αυτιά μου άκουγα τη φωνή Της.
«Αύριο μια καινούργια μέρα θα ξημερώσει, που ο Χριστός θα περπατήσει σε κάμπους και βουνά και θα κάνει την πλάση και τις ψυχές των ανθρώπων να λάμπουν» και συνέχιζα τον δρόμο.
Καλά Χριστούγεννα

http://www.fonikorinthias.gr/node/3464

Απάντηση