«Ξέπλυμα χρήματος»: Ποιες συναλλαγές μπορεί να θεωρηθούν ως ύποπτες

0

“Η αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών και του ηλεκτρονικού εμπορίου, λόγω της πανδημίας πέραν της διευκόλυνση των πολιτών και τις θετικές επιδράσεις στα έσοδα φαίνεται πως δημιουργεί και πρόσφορο έδαφος για «ξέπλυμα» χρήματος, που προέρχεται από εγκληματικές δραστηριότητες. Σημαντικά κεφάλαια διακινούνται πολύ πιο εύκολα μεταξύ παραδεισένιων χωρών, τοποθετούνται σε επενδύσεις «βιτρίνα» ή κρύβονται μέσα σε εξαγωγικές δραστηριότητες.

Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2021, οι ελεγκτικές υπηρεσίες της εφορίας απέστειλα στην αρμόδια Αρχή για το ξέπλυμα χρήματος πάνω από 580 αναφορές για φοροδιαφυγή και οφειλές, που σχετίζονται με υποθέσεις ύποπτες, με τη συνολική τους αξία να αγγίζει τα 900 εκατ. Ευρώ, ενώ την περσινή χρονιά είχαν υποβληθεί πάνω από 1.300 αναφορές αξίας 1,7 δισ ευρώ.”
Πολλές από τις πρακτικές των επιχειρήσεων μπορεί να αποτελέσουν ένδειξη -αλλά σε καμία περίπτωση επαρκή απόδειξη- ότι κάποιος εμπλέκεται σε προσπάθεια ξεπλύματος «βρώμικου» χρήματος. Οι αρμόδιες Αρχες και συγκεκριμένα η Επιτροπή Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων δίνουν νέες, επικαιροποιημένες οδηγίες. Ως βασικοί παράγοντες κινδύνου που θα πρέπει σημάνουν συναγερμό, χαρακτηρίζονται οι εξής περιπτώσεις:
– Εάν ο πελάτης δραστηριοποιείται σε τομείς όπου οι ευκαιρίες για «ξέπλυμα» είναι ιδιαιτέρως αυξημένες (π.χ. επιχειρήσεις εντάσεως μετρητών).
Πελάτες οι οποίοι είναι πολιτικώς εκτεθειμένα πρόσωπα (ΠΕΠ) ή πελάτες που οι πραγματικοί τους δικαιούχοι είναι ΠΕΠ.
– Πελάτες που διεξάγουν τις επιχειρηματικές σχέσεις τους ή ζητούν υπηρεσίες σε ασυνήθιστες ή αντισυμβατικές συνθήκες.
– Συνθήκες που δυσχεραίνουν τον προσδιορισμό του πραγματικού δικαιούχου του πελάτη ή πελάτες που προσπαθούν να εμποδίσουν την κατανόηση της δραστηριότητάς τους, της ιδιοκτησίας ή της φύσης των συναλλαγών τους, π.χ. μέσω πολύπλοκων ιδιοκτησιακών σχημάτων (εταιρείες κελύφη), νομικών οντοτήτων με ανώνυμες μετοχές, κ.λπ.
Πελάτες με σημαντική δραστηριότητα ή θυγατρικές με τέτοια δραστηριότητα σε χώρες αυξημένου κινδύνου.
– Επιχειρήσεις έντασης μετρητών (όπως για παράδειγμα επιχειρήσεις υπηρεσιών μεταφοράς χρημάτων, ανταλλακτήρια συναλλάγματος, μεσίτες (brokers) κρυπτονομισμάτων, καζίνο, στοιχηματικές εταιρείες, επιχειρήσεις τυχερών παιγνίων, έμποροι πολύτιμων μετάλλων και λίθων).
– Επιχειρήσεις οι οποίες κανονικά δεν είναι έντασης μετρητών, εντούτοις συναλλάσσονται με μεγάλα ποσά σε μετρητά.
Μη κερδοσκοπικοί ή φιλανθρωπικοί οργανισμοί που πραγματοποιούν συναλλαγές για τις οποίες δεν υπάρχει προφανής και εύλογος οικονομικός σκοπός ή δεν φαίνεται να υπάρχει σχέση μεταξύ της δηλωμένης δραστηριότητας του οργανισμού και της ιδιότητας του άλλου συναλλασσόμενου μέρους.
– Πελάτες οι οποίοι χρησιμοποιούν χρηματοπιστωτικούς διαμεσολαβητές, χρηματοπιστωτικά ιδρύματα ή επαγγελματίες που είναι ή θα ήταν υπόχρεα πρόσωπα του μη χρηματοπιστωτικού τομέα, τα οποία όμως δεν υπόκεινται σε επαρκείς νόμους και μέτρα για την αντιμετώπιση του «ξεπλύματος» ή/και δεν εποπτεύονται επαρκώς από αρμόδιες αρχές.
– Πελάτες οι οποίοι φαίνεται να ενεργούν σύμφωνα με τις οδηγίες κάποιου άλλου μη εμφανούς μέρους.
– Τα μέλη διοίκησης του πελάτη αποφεύγουν τις προσωπικές συναντήσεις με τον Ορκωτό Ελεγκτή Λογιστή.
– Πελάτες οι οποίοι ζητούν την ολοκλήρωση της ανατεθειμένης εργασίας σε ασυνήθιστα σύντομο χρονικό διάστημα, χωρίς εύλογη εξήγηση, σε βαθμό που αυτό θα καθιστούσε δύσκολο ή αδύνατο για τους Ορκωτούς Ελεγκτές Λογιστές και τις Ελεγκτικές Εταιρείες να πραγματοποιήσουν μια κατάλληλη αξιολόγηση κινδύνου.
– Πελάτες φυσικά πρόσωπα ή πραγματικοί δικαιούχοι πελατών με άδηλο τόπο κατοικίας ή με πολλές ταχυδρομικές διευθύνσεις χωρίς επαρκή αιτιολόγηση.
– Πελάτες φυσικά πρόσωπα ή πραγματικοί δικαιούχοι πελατών που διαθέτουν κεφάλαια τα οποία είναι προφανώς και ανεξήγητα δυσανάλογα με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους (π.χ. ηλικία, εισόδημα, επάγγελμα).
– Πελάτες που αλλάζουν τα μέσα πληρωμής τους για μια συναλλαγή την τελευταία στιγμή και χωρίς αιτιολόγηση (ή με ύποπτη αιτιολόγηση) ή υπάρχει ανεξήγητη έλλειψη πληροφοριών ή διαφάνειας στη συναλλαγή. Αυτός ο κίνδυνος επεκτείνεται σε καταστάσεις όπου πραγματοποιούνται αλλαγές της τελευταίας στιγμής για να καταστεί δυνατή η πληρωμή χρημάτων από/ προς τρίτο.
– Πελάτες που χωρίς επαρκή αιτιολόγηση πραγματοποιούν συναλλαγές αποκλειστικά ή κυρίως μέσω της χρήσης εικονικών νομισμάτων, με σκοπό τη διατήρηση της ανωνυμίας τους.
– Πελάτες που προσφέρουν ασυνήθιστα και αδικαιολόγητα υψηλές αμοιβές για συγκεκριμένες υπηρεσίες.
– Ασυνήθιστα υψηλά επίπεδα περιουσιακών στοιχείων ή ασυνήθιστα μεγάλες συναλλαγές σε σύγκριση με αυτό που εύλογα αναμένεται από πελάτες με παρόμοια χαρακτηριστικά μπορεί να υποδηλώνουν ότι ένας πελάτης που δεν θα εθεωρείτο άλλως ως υψηλότερου κινδύνου θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τέτοιος.
– Ύπαρξη συγκεκριμένων συναλλαγών, δομών, εγκαταστάσεων, διεθνών δραστηριοτήτων ή άλλων παραγόντων που δεν συνάδουν με την κατανόηση του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή και της Ελεγκτικής Εταιρείας σχετικά με την επιχειρηματική ή οικονομική κατάσταση του πελάτη.
Υποψίες ότι ο πελάτης είναι συμβαλλόμενο μέρος σε εικονική δανειακή σύμβαση ή εμπλέκεται σε εικονικές εμπορικές συναλλαγές (εικονικά τιμολόγια).
– Η μεταφορά της έδρας μιας εταιρείας σε άλλη δικαιοδοσία χωρίς πραγματική οικονομική δραστηριότητα στη χώρα προορισμού ενέχει τον κίνδυνο δημιουργίας εταιρειών κελυφών οι οποίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την απόκρυψη του πραγματικού δικαιούχου.
– Η σχέση μεταξύ του αριθμού των εργαζομένων προς την δομή και τη φύση της επιχείρησης διαφέρει από τη συνήθη αναλογία του κλάδου (π.χ. ο κύκλος εργασιών μιας εταιρείας είναι υπερβολικά υψηλός λαμβάνοντας υπόψη τον αριθμό των υπαλλήλων και των περιουσιακών στοιχείων που χρησιμοποιούνται σε σύγκριση με παρόμοιες επιχειρήσεις).
– Ξαφνική δραστηριότητα από έναν προηγουμένως αδρανή πελάτη χωρίς καμία σαφή εξήγηση.
– Πελάτες που ξεκινούν ή αναπτύσσουν μια επιχείρηση με απρόσμενο προφίλ ή μη φυσιολογικούς επιχειρηματικούς κύκλους ή πελάτες που εισέρχονται σε νέες ή αναδυόμενες αγορές, ειδικά εάν αυτές οι αγορές μπορεί να είναι έντασης μετρητών.
– Ενδείξεις ότι ο πελάτης είναι απρόθυμος να λάβει τυχόν απαραίτητες κρατικές αδειοδοτήσεις.
– Συχνές ή ανεξήγητες αλλαγές ελεγκτών, λογιστών, επαγγελματικών συμβούλων ή μελών της διοίκησης.
– Ο Πελάτης είναι απρόθυμος να παράσχει όλες τις ζητούμενες πληροφορίες ή ο Ορκωτός Ελεγκτής Λογιστής έχει βάσιμους λόγους να υποπτεύεται ότι οι παρεχόμενες πληροφορίες είναι λανθασμένες ή ανεπαρκείς.
– Πρόσωπα που επιδιώκουν να αποκτήσουν άδεια διαμονής στην Ελλάδα ως αντάλλαγμα για μεταφορά κεφαλαίων, αγορά ακινήτων ή κρατικών ομόλογων ή επενδύσεις σε εταιρικές οντότητες π.χ. η λεγόμενη «χρυσή βίζα».

πηγη

Απάντηση