Tο Studio 54 Εξακολουθεί να Είναι το Καλύτερο Κλαμπ που Υπήρξε Ποτέ

0

studio-54-tod-papageorge-293-body-image-1414833417

Όταν συνδυάζεις έναν πεπειραμένο φωτογράφο της δεκαετίας του 70, την αγάπη του για τέχνη του και το πιο τρελούς, φανταχτερούς, ηδονιστικούς και πανέμορφους ανθρώπους της Νέας Υόρκης, τότε οι φωτογραφίες που θα πάρεις θα είναι σίγουρα εντυπωσιακές.

Οι εικόνες απ το Studio 54 είναι σχεδόν συνηθισμένες στις μέρες μας, μιας και έχουν υπάρξει αναρίθμητα άρθρα, ντοκιμαντέρ και βιβλία για το θρυλικό κλαμπ, αλλά οι εικόνες του Tod Papageorge έχουν κάτι που ανεβάζει τους ανθρώπους που φωτογραφίζει σε ένα άλλο επίπεδο. Δεν είναι απλώς θαμώνες, αλλά μέλη μιας περίεργης, καλλιτεχνικής Διονυσιακής σέκτας, οδηγούμενα από σαμπάνια και κοκαΐνη και φορώντας φανταχτερά κοστούμια και φορέματα.

Ο Papageorge – που ίσως οι περισσότεροι να τον γνωρίζουν από το American Sports, 1970: Or How We Spent the War in Vietnam, ένα εξαιρετικά καυστικό έργο αντιπολεμικής ρητορικής – μου μίλησε για τις φωτογραφίες του από το Studio 54, τα κίνητρά του και για το πώς θεωρεί πως η δουλειά του μέσα στο περίφημο κλαμπ, αποτελεί μια συνεκτική ματιά του κόσμου στον οποίο ζούμε.

VICE: Οποιαδήποτε βιογραφική αναφορά ή περιγραφή της δουλειάς σου, επικεντρώνεται σε αυτήν την ετικέτα της «φωτογραφίας δρόμου». Είναι μια περιγραφή που σου κάνει;
Tod Papageorge: Ενδιαφέρουσα ερώτηση. Όχι, δεν με καλύπτει ως περιγραφή. Ήταν απλά η δουλειά ενός φωτογράφου που δούλευε στην Νέα Υόρκη. Πλέον δεν αντιδράω τόσο έντονα όταν ακούω αυτόν τον χαρακτηρισμό, μεγάλωσα και είμαι πιο πράος θα έλεγα. Τότε όμως, όταν ήταν φρέσκο, ήταν φοβερά εκνευριστικό, τόσο για μένα όσο για τον Garry Winogrand και τους υπόλοιπους φωτογράφους του γκρουπ μας. Μας φαινόταν κάπως υποτιμητική ως περιγραφή.

Όλοι οι φωτογράφοι εκείνη την περίοδο έκαναν το ίδιο με εμάς, έβγαιναν δηλαδή στον κόσμο και προσπαθούσαν να αποτυπώσουν ένα κομμάτι του. Η «φωτογραφία δρόμου» δεν ήταν μια ιδιαίτερα χρήσιμη ετικέτα.

Πέρα λοιπόν από αυτήν την ατυχή ετικέτα που σου «φόρτωσαν»…
Να πω σε αυτό το σημείο πως πρόσφατα κοιτούσα κάποιες από τις δουλειές που έκανα την δεκαετία του 80 και θυμήθηκα ότι χρησιμοποιούσα μια καινούργια (τότε) κάμερα, την Makina Plaubel 67, η οποία παρήγαγε ένα κάπως πιο τετράγωνο αρνητικό. Εκείνη την περίοδο περπατούσα στην Νέα Υόρκη μελετώντας διάφορα ερείπια και μπάζα που έβρισκα στους δρόμους και με τον καιρό μάζεψα έναν σημαντικό αριθμό φωτογραφιών από αυτήν την διαδικασία. Σκοπεύω λοιπόν να τις κάνω το βασικό θέμα ενός βιβλίου που θα λέγεται Street Photographs (Φωτογραφίες του Δρόμου), που θα είναι κυριολεκτικά φωτογραφίες των δρόμων και των ερειπίων που βρήκα. Τότε θα θεωρώ πως θα είναι μια ταιριαστή ετικέτα.

Χαίρομαι που βρήκες επιτέλους τον τρόπο να πάρεις την εκδίκησή σου απέναντι σε αυτόν τον χαρακτηρισμό. Πώς χώρεσε η δουλειά που έκανες στο Studio 54 στο πλαίσιο των υπόλοιπων φωτογραφικών σου project εκείνη την εποχή;
Το 1977, ο φωτογράφος και επιμελητής John Szarkowski, μου ζήτησε να επιμεληθώ μιας έκθεσης στο Museum of Modern Art, κάτι που ήταν φοβερά τιμητικό για μένα. Ήταν μια έκθεση με θέμα την δουλειά του Garry Winogrand, σε ένα βιβλίο με τίτλο Public Relations. Περπατούσα κάθε μέρα από το διαμέρισμά μου στην 86η οδό, περνώντας μέσα από το Central Park για να φτάσω στο MoMA. Κουβαλούσα πάντα μαζί μου την μεγάλη μου κάμερα των 6.9 εκατοστών και τότε ήταν ουσιαστικά που άρχισα να δουλεύω σοβαρά στο Central Park.

Μιλάς για την δουλειά που συμπεριέλαβες στο βιβλίο σου Passing Through Eden;
Ακριβώς. Το πρωί δούλευα στο πάρκο και το βράδυ πήγαινα με τον ίδιο εξοπλισμό στο Studio 54. Μην φανταστείς ότι είχα κάποια εμμονή με το Studio 54. Απλά ήμουν πολύ τυχερός που είχα μια φίλη, φωτογράφο των celebrities – την Sonia Moskowitz – που ήταν ιδιαιτέρως αγαπητή στο κλαμπ και με έβαζε μέσα. Αμφιβάλλω αν θα είχα μπλεχτεί με όλο αυτό αν δεν ήταν αυτή. Ήμουν μεγάλος οπαδός του Brassai, ενός εξαιρετικού Γάλλο-Ούγγρου φωτογράφου. Λάτρευα την δουλειά του και είχα δει μια μεγάλη του έκθεση το 1968, οπότε οι φωτογραφίες που τράβηξα στο κλαμπ, ήταν σε απόλυτη σύνδεση με το στυλ της φωτογραφικής ιστορίας που αποτύπωνε ο ίδιος. Ήταν μια μεγάλη έμπνευση για μένα.

Είχες βρεις λοιπόν τον τρόπο να μπαίνεις στο κλαμπ. Πώς αντιδρούσε ο κόσμος, όταν τους φωτογράφιζες σε αυτό το περιβάλλον;
Κοίτα, υπήρχαν πολλοί φωτογράφοι μέσα στο μαγαζί. Ήταν πολύ ανοιχτοί στο να επιτρέπουν σε φωτογράφους να μπαίνουν μέσα, γιατί η δουλειά τους έβγαινε προς τα έξω και ήταν μια εξαιρετική διαφήμιση για το κλαμπ. Ο κόσμος που συναντούσες εκεί ήταν πολύ εξοικειωμένος με τις κάμερες, οπότε δεν συναντούσε αρνητικές αντιδράσεις.

Συγκρίνοντάς την δουλειά σου στο Studio 54 με το American Sports 1970: Or How We Spent the War in Vietnam, υπήρχε και εδώ κάποια πολιτικό ή κοινωνικό μήνυμα;
Όχι. Ειδικά όταν συγκρίνεις αυτές τις φωτογραφίες με τος φωτογραφίες του Sports. Οι φωτογραφίες εκείνες είχαν παρθεί στο απόγειο του πολέμου του Βιετνάμ, αποτελούσαν έναν τρόπο διαμαρτυρίας.

Τι πιστεύεις πως αποθανάτιζες στο Studio 54 λοιπόν; Ήταν μια πιο αγνή, τρελή, οπτική εμπειρία; Ήταν η ίδια αίσθηση με την δουλειά σου Central Park;
Νομίζω πως ο τρόπος που το περιέγραψες ήταν ιδανικός. Εγώ προσωπικά θυμάμαι να εκπλήσσομαι από αυτούς τους αισθησιακούς κόσμους που συνάντησα και που ουσιαστικά αλληλοσυμπληρώνονταν. Ο κόσμος να αράζει στο Central Park ή να παρτάρει στο Studio 54. Πάντα πίστευα πως αυτά τα πράγματα αποτελούν μια εικόνα του κόσμου μας.

Αναφέρομαι στην ιδέα πως ο καθένας έχει μια αίσθηση των πραγμάτων γενικότερα, μια αίσθηση που εντυπώνεται μέσα του στην διάρκεια της ζωής του, μέσω της τέχνης που αγαπά και της μουσικής που ακούει. Πάντα πίστευα πως η αίσθηση που μόλις περιέγραψα θα εκφραζόταν και θα έπαιρνε σάρκα και οστά στις φωτογραφίες μου. Πιστεύω επίσης ότι οι δουλειές μου στο Central Park και στο Studio 54 το αποτυπώνουν αυτό. Μιλάω για μια κάπως πιο ποιητική αντίληψη των πραγμάτων, σίγουρα όχι δημοσιογραφική, η οποία συνδέεται με την εμπειρία μου ως καλλιτέχνης και από το γεγονός ότι με μορφοποίησε η τέχνη που αγαπώ. Σίγουρα πάντως αυτή η μεριά της δουλειάς μου δεν έχει πολιτικές αποχρώσεις.

vice.com

Απάντηση