Γράφει η Μαρία Χρισταρά
Ήμουν νέα όταν άκουσα για πρώτη φορά μια μάνα που γύριζε από σπίτι σε σπίτι και ζητούσε να ψηφίσουν τον γιο της.
Το παιδί είχε τελειώσει τις σπουδές του και δεν είχε ακόμη υπηρετήσει τη θητεία του. Εκείνη ήθελε να εκλεγεί, ώστε να μπορέσει να υπηρετήσει στην πόλη του.
Αργότερα και άλλον γονέα που έβαλε “λυτούς και δεμένους” για να μην πάει το παιδί του στο στρατό .
Τότε δεν μου είχε φανεί παράξενο. Σήμερα, χρόνια μετά, το βλέπω σαν μια μικρή εικόνα μιας μεγάλης νοοτροπίας.
Το «κάνε μου τη χάρη»
Το «βάλε ένα καλό λόγο»
Το «ξέρεις κανέναν;
Εκείνα το παιδιά μεγάλωσαν. Και έμαθαν καλά το παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που, δυστυχώς, δεν τελείωσε ποτέ. Γιατί κάποτε εκείνος που ζητούσε μια χάρη γίνεται ο ίδιος άνθρωπος που μπορεί να την προσφέρει στα παιδιά του πιέζοντας πολιτικούς και άλλους παράγοντες.
Κάπως έτσι μεγαλώσαμε.
Μιλάμε για αξιοκρατία, μέχρι να αφορά το δικό μας παιδί. Τότε θυμόμαστε τον γνωστό, τον φίλο, τον άνθρωπο που «μπορεί να βοηθήσει».
Και μετά απορούμε γιατί τίποτα δεν αλλάζει.
Οι περισσότεροι πολιτικοί μας είναι αυτά τα παιδιά
Διάβασα πρόσφατα το βιβλίο Λένα Διβάνη που μιλά για αυτή ακριβώς τη νοοτροπία, ότι δεν μπορούμε να ζητάμε από τους άλλους να αλλάξουν, όταν εμείς οι ίδιοι έχουμε μάθει να διεκδικούμε κυρίως αυτό που μας βολεύει.
Ίσως λοιπόν η πραγματική αλλαγή να αρχίζει από εμάς.
Από τη στιγμή που θα πούμε στα παιδιά μας όχι «να βρούμε κάποιον να σε τακτοποιήσει», αλλά ,
«Να προσπαθήσεις. Να αξίζεις. Και να έχεις το δικαίωμα να προχωρήσεις χωρίς να χρωστάς χάρη σε κανέναν».
Γιατί αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο δώρο που μπορούμε να τους αφήσουμε.
Όχι το μέσον. Την αξιοπρέπεια.
Και έτσι οι νέες γενιές πολιτικών θα κοιτάζουν το γενικό καλό χωρίς αδικίες.