Διάβασα με πραγματική έκπληξη το άρθρο της κ. Ευγενίας Σαρηγιαννίδη «Ήλθον, Είδον, Απήλθον». Και λέω με έκπληξη, διότι έχω διαβάσει και εκτιμήσει αρκετές από τις παρεμβάσεις της, ιδίως τις αναλύσεις της για τη woke κουλτούρα, την πολιτισμική αποδόμηση, και τις πρόσφατες τοποθετήσεις της με αφορμή την «Οδύσσεια» του Νόλαν, και τρέφω ειλικρινή εκτίμηση προς το πρόσωπό της. Ακριβώς γι’ αυτό, περίμενα από εκείνη ίσως μεγαλύτερη ακρίβεια, και κυρίως, μεγαλύτερη διάθεση να διακρίνει τα πρόσωπα, τα κίνητρα, και τα πραγματικά γεγονότα.
Το συγκεκριμένο κείμενο δεν σατιρίζει απλώς ένα πολιτικό εγχείρημα ή την ηγεσία του. Χλευάζει συλλήβδην και εκείνους που συμμετείχαν σε αυτό και στη συνέχεια επέλεξαν να αποχωρήσουν. Οι αποχωρήσαντες εμφανίζονται περίπου ως αφελείς που δεν καταλάβαιναν πού έμπαιναν, ως «λαγωνικά» που ανακάλυψαν ξαφνικά τα αυτονόητα, ή ακόμη χειρότερα ως άνθρωποι που προσέτρεξαν όταν οι δημοσκοπήσεις ήταν ευνοϊκές και αποχώρησαν όταν το «στρίβειν δια της αποχωρήσεως» έγινε, κατά την αρθρογράφο, μόδα. Εδώ υπάρχει ένα σοβαρό πρόβλημα λογικής: Πως ακριβώς μπορεί κάποιος να γνωρίζει εκ των προτέρων τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργήσει στην πράξη σε ένα νέο πολιτικό εγχείρημα; Πώς μπορεί να γνωρίζει αν οι διακηρύξεις περί συμμετοχικότητας, δημοκρατίας, διαφάνειας και λειτουργίας «από τα κάτω» θα εφαρμοστούν πραγματικά, πριν συμμετάσχει και πριν δει τη λειτουργία του εκ των έσω, και τι θα έπρεπε να κάνει όταν διαπιστώνει ότι αυτά που συνάντησε στην πράξη απέχουν από αυτά στα οποία πίστεψε; Να παραμείνει, μόνο και μόνο για να μη χαρακτηριστεί οπορτουνιστής επειδή αποχώρησε; Αυτό θα ήταν άραγε μεγαλύτερη πολιτική συνέπεια για την κυρία Σαρηγιαννίδη;
Η πολιτική συμμετοχή δεν είναι γάμος εφ’ όρου ζωής. Ούτε η αποχώρηση αποτελεί από μόνη της τεκμήριο ιδιοτέλειας. Μερικές φορές η αποχώρηση είναι ακριβώς η συνέπεια της συμμετοχής: Μπήκες, εργάστηκες, προσπάθησες, είδες πράγματα που δεν μπορούσες να γνωρίζεις απ’ έξω, διαφώνησες και τελικά αποφάσισες ότι δεν μπορείς να τα υπηρετήσεις.
Το παράδοξο είναι ότι μια αρθρογράφος που έχει ασκήσει τόσο οξεία κριτική στην κουλτούρα των εύκολων χαρακτηρισμών και της δημόσιας διαπόμπευσης καταφεύγει εδώ ακριβώς σε κάτι παρόμοιο: αντί να εξετάσει εάν όσα καταγγέλλουν οι αποχωρήσαντες είναι αληθή, ειρωνεύεται το γεγονός ότι τόλμησαν να αποχωρήσουν. Η ίδια η κ. Σαρηγιαννίδη έχει υπάρξει πολιτικά ενεργή και υποψήφια σε εκλογές στο παρελθόν, επομένως γνωρίζει καλύτερα από πολλούς ότι ένας άνθρωπος μπορεί κάποια στιγμή να πιστέψει σε ένα πολιτικό εγχείρημα, να συμμετάσχει σε αυτό και αργότερα να αναθεωρήσει χωρίς αυτό να τον καθιστά ούτε αφελή ούτε ιδιοτελή ούτε υποκριτή.
Η πολιτική ιστορία όλων μας κρίνεται από τις επιλογές μας, αλλά και από την ικανότητά μας να αλλάζουμε θέση όταν η πραγματικότητα διαψεύδει όσα πιστεύαμε. Θα είχε πολύ μεγαλύτερο ενδιαφέρον λοιπόν αντί για «εξιτήρια», «αποχωρητήρια», «ντελίρια» και «Δελφινάρια» (την αναφορά στο τελευταίο, τη θεωρώ τουλάχιστον άκομψη, ιδιαίτερα επειδή το θέαμα που διαχρονικά προσέφερε το «Δελφινάριο» αποτελούσε έκφραση κορυφαίων ελλήνων καλλιτεχνών και είχε βαθύ «λαϊκό» χαρακτήρα) να εξεταστούν απλούστερα ερωτήματα:
Αυτά που καταγγέλλουν οι άνθρωποι που αποχώρησαν από την «Ελπίδα» είναι αληθή ή όχι; Υπήρξαν δημοκρατικές διαδικασίες; Υπήρξε διαφάνεια; Υπήρξαν σαφώς καθορισμένα και εκλεγμένα όργανα; Υπήρξε ουσιαστική δυνατότητα συμμετοχής και διαφωνίας; Αν η απάντηση είναι «ναι», ας αντικρουστούν οι αποχωρήσαντες με στοιχεία. Αν όμως η απάντηση είναι «όχι», τότε το γεγονός ότι μπήκαν, είδαν και αποχώρησαν δεν αποτελεί αντικείμενο χλευασμού. Αποτελεί ακριβώς αυτό που οφείλει να μπορεί να κάνει ένας ελεύθερος πολίτης: Ήλθαν. Είδαν. Προσπάθησαν. Εργάστηκαν. Διαφώνησαν. Και αποχώρησαν.
Το τελευταίο, τουλάχιστον, δεν είναι έλλειψη χαρακτήρα. Μπορεί να είναι απόδειξή του.
