Στο μικροσκόπιο της εφορίας οι καταθέσεις του 2015

0

“Με ένα «σκανάρισμα» στο ύψος των καταθέσεων των φορολογούμενων όπως αυτές διαμορφωνόταν το 2015 η Ανεξάρτητη Αρχή Εσόδων (ΑΑΔΕ) επιχειρεί να εντοπίσει πληρωμές, αγορές, μεταβιβάσεις χρημάτων, οι άλλες συναλλαγές που δεν συνάδουν με δηλωθέντα εισοδήματα τους. Συγκρίνονται δηλαδή οι τραπεζικές καταθέσεις με τις δηλώσεις εισοδήματος, ΕΝΦΙΑ, ΦΠΑ, όπως επίσης εάν οι καταθέσεις αυτές αυξήθηκαν από κάποια είσπραξη που δεν έχει φορολογηθεί (πχ αναδρομικά μισθωτών ή συνταξιούχων, ενοίκια AirBnB κ.λπ)

Στόχος είναι να εξεταστούν όλες οι υποθέσεις πους θα παραγραφούν στις 31/12/2021 και πλέον η εφορία δεν θα μπορεί να τους καταλογίσεις φόρους και πρόστιμα σε περίπτωση φοροδιαφυγής. Η κινητοποίηση έρχεται λόγω της απόφασης του ΣτΕ σύμφωνα με την οποία το δημόσιο χάνει το δικαίωμα επιβολής φόρων και προστίμων σε περίπτωση που εντός του προβλεπόμενου από τη νομοθεσία χρονικού διαστήματος για την παραγραφή δεν κοινοποιήσει στο φορολογούμενο τη καταλογιστική πράξη. Με βάση την απόφαση αυτή οι υποθέσεις του 2014 και πίσω, έχουν παραγραφεί, λόγω της πενταετίας.

Οι έλεγχοι στις τραπεζικές καταθέσεις γίνονται με το «Ειδικό Λογισμικό Ελέγχου Προσαύξησης Περιουσίας», το οποίο χρησιμοποιείται από τον Μάιο του 2017 για τον προσδιορισμό της συνολικής καθαρής ατομικής/οικογενειακής τραπεζικής περιουσίας για κάθε ΑΦΜ και τη σύγκρισή της με τα δηλωθέντα ατομικά/οικογενειακά εισοδήματα κατ’ έτος, έτσι ώστε εξάγεται εκτίμηση αποκρυβείσας ή μη φορολογητέας ύλης.

Μέσω αυτοματοποιημένων λογιστικών αλγορίθμων, το σύστημα μπορεί να συσχετίζει τα στοιχεία των πρωτογενών καταθέσεων με τα δηλωθέντα εισοδήματα μέσα σε λίγη ώρα, οδηγώντας σε κάποιες πρώτες ενδείξεις πιθανής φοροδιαφυγής, που αποτελούν το έναυσμα για τον ενδελεχή φορολογικό έλεγχο. Επιπλέον, οι ελεγκτές ζητούν και λαμβάνουν πρόσθετα στοιχεία, από το «Σύστημα Μητρώων Τραπεζικών Λογαριασμών και Λογαριασμών Πληρωμών», που αφορούν στις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του ελεγχόμενου.
Τα στοιχεία που αντλούνται συγκρίνονται με τα εισοδήματα που έχει δηλώσει ο φορολογούμενος για τα συγκεκριμένα έτη. Όπου διαπιστωθεί ότι οι καταθέσεις είναι περισσότερες από τα δηλωθέντα εισοδήματα, η Εφορία προχωρεί στη βεβαίωση φόρου εισοδήματος, εισφοράς αλληλεγγύης, προστίμων και προσαυξήσεων και κοινοποιεί στον φορολογούμενο την Πράξη Προσδιορισμού Φόρου. Ο υπόχρεος, μπορεί να αμφισβητήσει τις διαπιστώσεις της Εφορίας, προσκομίζοντας τα απαραίτητα δικαιολογητικά, στη ΔΟΥ ή στο Ελεγκτικό Κέντρο. Εάν δεν πείσει του ελεγκτές, τότε μπορεί να προσφύγει στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ ή στα φορολογικά δικαστήρια.
Ειδικότερα, οι υποθέσεις που τίθενται στο επίκεντρο των φορολογικών ελέγχων των ελεγκτικών υπηρεσιών της ΑΑΔΕ είναι οι εξής:
– Υποθέσεις φορολογουμένων που δεν δήλωσαν ή δήλωσαν ανακριβώς αναδρομικά ποσά αποδοχών τα οποία εισέπραξαν μέσα στο 2015 αλλά αφορούν παλαιότερα έτη.

Απάντηση