mpalafas

Λένε ότι κάθε νέα κυβέρνηση διαθέτει περίπου 100 ημέρες χάριτος πριν αρχίσει η δριμεία κριτική και σε επίπεδο κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης. Μετά το δραματικό Μάιο του 2010, όπως πολλά άλλα «δεδομένα» του πολιτικού συστήματος, η συνθήκη αυτή έχει σαφώς μεταβληθεί. Σε δύο άξονες.

Πρώτον, οι 100 ημέρες αποτελούν πολυτέλεια εκ των πραγμάτων. Ο πολιτικός χρόνος είναι πυκνός, οι προθεσμίες ασφυκτικές και όπως και να ονομάσουμε τους ευρωπαϊκούς και διεθνείς «θεσμούς», οι υποχρεώσεις της χώρας τρέχουν εντός και εκτός των τειχών. Συνεπώς, ήδη η Κυβέρνηση έχει δώσει δείγματα γραφής επί των οποίων κρίνεται.

Δεύτερον, και ίσως σημαντικότερο, ο άξονας της όποιας κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης ατονεί όλο και περισσότερο, τουλάχιστον όσο η χώρα βρίσκεται και θα βρίσκεται υπό αυτές τις «ιδιότυπες» συνθήκες που διαμορφώθηκαν από τότε που εισήλθε σε καθεστώς «Μνημονίων». Συνεχίζουν να υπάρχουν κάποια πολύ ισχυρά κοινοβουλευτικά «όπλα», όμως για να κάνουν αίσθηση και να έχουν αποτέλεσμα θα πρέπει δυνητικά να επιφέρουν εντυπωσιακές μεταβολές (παράδειγμα το ζήτημα εκλογής νέου ΠτΔ). Επιπλέον, ήδη από την εποχή της κυβέρνησης Γ.Παπανδρέου έχει γίνει φανερό ότι η μεγαλύτερη φθορά μιας κυβέρνησης ξεκινά από την εσωκομματική αντιπολίτευση.

Η μεγάλη μεταβολή λοιπόν σε αυτό το δεύτερο πεδίο είναι ότι πια η αντιπολίτευση διαμορφώνεται σχεδόν απευθείας από την ίδια την κοινωνία. Θυμηθείτε για παράδειγμα τις συγκεντρώσεις στο Σύνταγμα του 2011 που οδήγησαν στη δημιουργία της κυβέρνησης Παπαδήμου. Η κοινή γνώμη και η αποδοχή μιας κυβέρνησης από την κοινωνία μετρούνται πια συνεχώς, ο βαθμός αποδοχής είναι πια μια βαρύνουσας σημασίας παράμετρος για τις ίδιες τις εξελίξεις. Μια πτώση της τάξης του 20 % στις θετικές γνώμες των πολιτών για τους χειρισμούς της κυβέρνησης, που παρατηρείται τελευταία, είναι ικανή να επιφέρει μεγαλύτερες μεταβολές από την κοινοβουλευτική αντιπολίτευση. Με δύο λόγια, ο κόσμος πια αναμένει αποτελέσματα και γρήγορα, που να έχουν αντίκτυπο στην καθημερινότητά του, χειροπιαστά και ουσιαστικά, μετά από μια περίοδο επικοινωνιακής καταιγίδας. Καλή είναι η «λεκτική αξιοπρέπεια», όμως όταν έρχονται οι λογαριασμοί και ιδιαίτερα αυτοί οι βαριοί φάκελοι της ΔΕΗ, όταν τελειώνει ο μήνας και πρέπει να πληρωθούν τα φροντιστήρια των παιδιών, τότε η κοινωνία κοιτά στην τσέπη της για να κρίνει και όχι στο εκράν.

Η κυβέρνηση που αναδείχτηκε από τις πρόσφατες εκλογές έχει δημιουργήσει μια φρέσκια εικόνα, ότι αποτελείται κατά μεγάλο ποσοστό από νέα πρόσωπα και ότι εμφορείται από νέες ιδέες. Αυτό είναι μια πραγματικότητα, ή απλώς μια επικοινωνιακή «κατάκτηση» μέχρι στιγμής ;

Δίνω ένα παράδειγμα. Η Εσθονία, μια χώρα περίπου 1,5 εκ. κατοίκων, προσφέρει στους κατοίκους της το γρηγορότερο ασύρματο Internet (WiFi) στον πλανήτη, έχει ανακηρύξει την πρόσβαση στο Διαδίκτυο ως ανθρώπινο δικαίωμα και το ΑΕΠ της αποτελείται κατά 15 % από τον τομέα υψηλής τεχνολογίας. Παρουσιάζει το μεγαλύτερο ποσοστό δημιουργίας νέων εταιρειών στον κόσμο, το τραπεζικό της σύστημα είναι εξ ολοκλήρου online και όλες οι συναλλαγές, ακόμα και σε επίπεδο πλανόδιων πωλητών, εκτελούνται ηλεκτρονικά.

Στην Ελλάδα από τα τέλη του 2007 έχουν ολοκληρωθεί δίκτυα οπτικών ινών υψηλών ταχυτήτων που δεν αξιοποιούνται (παράδειγμα οι δακτύλιοι της Κορινθίας), η πρόσβαση στο Internet παραμένει ακριβή, η υπόσχεση για το ελεύθερο WiFi παρέμεινε στα χαρτιά. Η Εθνική Πύλη Δημόσιας Διοίκησης (ΕΡΜΗΣ – ermis.gov.gr), που επίσης έχει ολοκληρωθεί από το 2007, συνεχίζει να υποχρησιμοποιείται και οι πολίτες συνεχίζουν να «προτιμούν» τα γκισέ.

Η νέα κυβέρνηση πρέπει άμεσα να εκμεταλλευτεί τα ψηφιακά αυτά ισοδύναμα ανάπτυξης και υποδομών. Να επιφέρει επί του πρακτέου συνολική αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας του κράτους και στη σχέση πολίτη – κράτους που μάλιστα είναι και εύκολη γιατί είναι έτοιμη. Να φύγει από την όλο και μειούμενη ισχύ της ρητορικής και να μεταβεί στο «επί του πρακτέου». Διαφορετικά θα αναγκαστεί να υποκύψει και αυτή σε εξοντωτικές συμφωνίες και σκληρούς όρους και μοιραία να ακολουθήσει τη μοίρα των προηγούμενων κυβερνήσεων.

Και δεν θα φταίνε ούτε η Αντιπολίτευση, ούτε οι Ευρωπαίοι.