Πάθη, μίση και ίντριγκες για ένα βραβείο

Το μέτρο έχει χαθεί όχι μόνο λόγω της λογικής των βραβείων και του κιτς χαρακτήρα που είχε η εκδήλωση της απονομής -την οποία παρουσίασε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ Γιάννης Βούρος-, αλλά και λόγω του σκεπτικού της βράβευσης του Ρουβά

Πίσω από τα δηκτικά λόγια της Χρυσούλας Διαβάτη, η οποία αρνήθηκε το δικό της βραβείο κάνοντας λόγο για ξεπεσμό του θεσμού, αλλά και τα σχόλια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης -όπου είδε κανείς τα πάντα: από υψιπετείς αναλύσεις για τον προορισμό της τέχνης μέχρι τη συμβολική αναπαραγωγή του «Αντεξα, κομμάτια και όνειρα μάζεψα»- φαίνεται ότι το ερώτημα είναι, εδώ και χρόνια, το ίδιο: πόσο μπορείς να τραγουδάς τρυφερά στίχους όπως «Θα σου κάνω μακαρόνια με κιμά για να φας» και  να ταυτίζεσαι με τους ήρωες του Ευριπίδη; Και γιατί, σε αντίθεση με το εξωτερικό, στην Ελλάδα αυτές οι ιδιότητες δεν μπορούν ποτέ να συνυπάρξουν;
Δεν πάω Μέγαρο, θα μείνω με τον Σάκη

Από την εποχή που η Ρίτα Σακελλαρίου αναρωτιόταν κατά πόσο τα θέλγητρα του δικού της τεκνού υπερτερούσαν αυτών της άριας του Πουτσίνι, ήταν σαφές ότι ένα τεράστιο χάσμα χωρίζει τους χώρους της κουλτούρας. Το «Δεν πάω Μέγαρο, θα μείνω με τον παίδαρο» ήταν μια μεταμοντέρνα σκωπτική ματιά στη διαχωριστική γραμμή που βάζουν όσοι δεν μπορούν να αντιληφθούν ότι η απόλαυση μπορεί να συνδέεται με την τέχνη, ή ότι εν πάση περιπτώσει ένας ποπ τραγουδιστής όπως ο Σάκης Ρουβάς μπορεί δικαιωματικά να εισπράξει το δικό του μερτικό στον χώρο της κουλτούρας. Αλλά ποιος ακριβώς καθορίζει τι είναι μαζικό, τι υψηλό και τι ποιοτικό; Γιατί η Αλίκη Βουγιουκλάκη δεν έπρεπε να πατήσει το πόδι της στην Επίδαυρο ή, αντίστοιχα, με τι κριτήρια δεν μπορεί να είναι λαϊκό είδος η όπερα (κάτι που ισχύει αιώνες τώρα);

Ακόμη και οι άνθρωποι του θεάτρου είναι στο πλευρό του Σάκη – κάτι που ίσως και να δικαιολογεί τη βεβαιότητα που όπλισε τους κριτικούς να του δώσουν το βραβείο: από γνωστούς θεατρικούς επιχειρηματίες μέχρι σκηνοθέτες, κριτικούς και μεταφραστές. Για παράδειγμα, ο Κ.Χ. Μύρης -ψευδώνυμο του Κώστα Γεωργουσόπουλου-, με πολλές και στενές γνωριμίες στον χώρο του θεάτρου, δεν είδε με κακό μάτι τον Σάκη Ρουβά

Σε αντίθεση με το εξωτερικό, όπου οι αστέρες του Χόλιγουντ μπορούν ταυτόχρονα να παίζουν σε σειρές, σε  blockbuster και να ανεβάζουν έργα του Τένεσι Γουίλιαμς στο θέατρο, στην Ελλάδα κάτι τέτοιο είναι σχεδόν αδύνατο. Οι άνθρωποι του θεάτρου έχουν κηρύξει ανένδοτο σε αυτούς της τηλεόρασης και ακόμη και αν κάποιοι καταφέρνουν να ισορροπήσουν ανάμεσα στα δύο χωρίς κανείς να αμφισβητεί την ταυτότητά τους -Γιώργος Κιμούλης, Στέλιος Μάινας κ.λπ.- δεν σπεύδουν να τους δώσουν τα ανάλογα βραβεία. Ισως αυτό να συνέβη για πρώτη φορά με τον Σάκη Ρουβά ακριβώς από την ανάγκη των θεατρικών κριτικών να δείξουν ότι δεν διέπονται πλέον από τέτοιου είδους προκαταλήψεις. Μόνο που πέρασαν με περισσή ευκολία στην αντίπερα όχθη δίνοντας το βραβείο σε έναν ερμηνευτή ο οποίος μόλις έχει ξεκινήσει τη θεατρική του καριέρα. Το αν ο Σάκης Ρουβάς ήταν καλός στην ερμηνεία του -οι περισσότεροι λένε ότι ήταν όντως εξαιρετικός- ίσως να είναι το ελάχιστο αν αποτιμήσει κανείς το σκεπτικό των βραβείων.

Δεν μπορεί φέρ’ ειπείν ηθοποιοί που διεκδικούν χρόνια μια αντίστοιχη τιμή να παραγκωνίζονται από τους ίδιους ακριβώς ανθρώπους της επιτροπής, οι οποίοι μέχρι πρότινος σνόμπαραν βάναυσα οποιαδήποτε παράσταση μπορεί να γνωρίζει μεγάλο αριθμό εισιτηρίων και οποιονδήποτε ηθοποιό τολμούσε να «αλλαξοπιστήσει» προς τη μικρή οθόνη για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Το μέτρο έχει χαθεί όχι μόνο λόγω της λογικής των βραβείων και του κιτς χαρακτήρα που είχε η εκδήλωση της απονομής -την οποία παρουσίαζε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΚΘΒΕ Γιάννης Βούρος-, αλλά και λόγω του σκεπτικού που λέει πως ο Σάκης Ρουβάς «έδωσε τον θεό Διόνυσο σε μια εκ βαθέων προσέγγιση, με τρόπο ευθύ, άμεσο, ρευστό και χειροπιαστό, σαν από πνεύμα και ύλη, γη, νερό, αέρα και φωτιά, έναν πάντοτε ‘‘ερχόμενο’’ ελληνικό θεό-χορευτή, φωτεινό και σκοτεινό συγχρόνως, αιώνιο και σύγχρονο, παρόντα στις χαρές και στις λύπες μας, στους θριάμβους και στις απώλειες»!

Η «αυτοκτονία» των κριτικών

Ο υπερθετικός βαθμός, τα κοσμητικά επίθετα και οι παρομοιώσεις αυτού του κειμένου δεν μπορούν να μην προκαλούν ένα ελάχιστο μειδίαμα, φτάνοντας ακόμη και σε σημείο να πιστεύει κανείς ότι τα μέλη της επιτροπής «τρολάρουν» τον εαυτό τους διαπράττοντας, αρχαιοελληνικώ τω τρόπω, ένα είδος αυτοκτονίας. Ακόμη κι αν συμφωνεί κανείς με την απονομή του βραβείου -που καλά έκαναν σε τελική ανάλυση και το έδωσαν στον Σάκη Ρουβά, αν το άξιζε- δεν μπορεί να μη γελάσει με την ακατάσχετη φλυαρία και υπερβολή του κειμένου. Ο Σάκης ερμήνευσε τον θεό – δεν είναι ο θεός όσο και αν τα μέλη επιμένουν παραληρηματικά να υποστηρίζουν.

Η επάρκειά του ως ηθοποιού θα κριθεί εν ευθέτω χρόνω, αν και προς το παρόν όλα δείχνουν ότι καλά έκαναν όσοι πίστεψαν σε αυτόν και τον υποστήριξαν – κυρίως ο Δημήτρης Λιγνάδης, ένας άνθρωπος με βαθιά γνώση των θεατρικών πραγμάτων. Και απ’ ό,τι αποδείχτηκε, καλά έκανε σπάζοντας την προκατάληψη που θέλει έναν ποπ σταρ να μην μπορεί να περάσει με επιτυχία στον θεατρικό χώρο – κάτι που έχουμε να δει στο εξωτερικό να συμβαίνει με ηθοποιούς που έπαιζαν στις πιο μαζικές σαπουνόφουσκες (Αφλεκ, ΜακΚόναχι) και εξελίχθηκαν σε εξαιρετικούς ερμηνευτές και δημιουργούς. Αλλά, όπως είπε και η Χρυσούλα Διαβάτη, το πρόβλημα δεν είναι ο Σάκης Ρουβάς αλλά ο ξεπεσμός των θεατρικών βραβείων που δίνει η ΕΘΜΚ εν γένει – και από έναν εκφυλισμένο θεσμό περιμένει κανείς τα πάντα. Γιατί η επόμενη ένσταση στο σκεπτικό έχει να κάνει με την «έκταση» της ερμηνείας ως κριτήριο που να δικαιολογεί την απονομή ενός βραβείου.

Ανεξάρτητα, δηλαδή, του πόσο καλά ερμήνευσε τον ρόλο του ο Ρουβάς, δεν ήταν ούτε ο κεντρικός πρωταγωνιστής, ούτε εμφανίστηκε στη σκηνή εύλογο χρονικό διάστημα που να δικαιολογούσε την απονομή του βραβείου – όπως αντίστοιχα αυτό δεν συνέβη και στην περίπτωση της άλλης υποψήφιας, της Ελένης Μπούκλη, η οποία ήταν αντίστοιχα υποψήφια για τον ρόλο της Ιόλης στις «Τραχίνιες» και το μόνο που έκανε, το οποίο επεσήμανε και η θεατρική κριτικός Ιωάννα Μπλάτσου, ήταν απλώς να περπατήσει για λίγο στην ορχήστρα χωρίς να πει μια λέξη (στην ίδια παράσταση παρεμπιπτόντως έπαιζε μία από τις καλύτερες ηθοποιούς του θεάτρου σήμερα, η Αννα Μάσχα, η οποία δεν παρέλαβε κανένα βραβείο). Και ερχόμαστε στο κρισιμότερο ερώτημα: ποιοι τελικά είναι αυτοί που δίνουν τα βραβεία με τα γνωστά τραγελαφικά αποτελέσματα;

Οχι, δεν είναι άνθρωποι που δουλεύουν σε μαζικά μέσα ενημέρωσης, όπως κανείς θα περίμενε, ούτε lifestyle δημοσιογράφοι που θα παρασύρονταν από το κλίμα των ημερών. Δεν είναι ακόμη θεατρικοί κριτικοί τους οποίους διαβάζει κανείς και εμπιστεύεται ή γνωστοί θεατρολόγοι όπως οι Ιλεάννα Δημάδη, Γιώργος Πεφάνης, Ματίνα Καλτάκη, Ιωάννα Μπλάτσου, Ειρήνη Μουντράκη, Λουίζα Αρκουμανέα κ.ά. Και είναι κρίμα τα πιο έγκυρα, υποτίθεται, θεατρικά βραβεία -μαζί με αυτά του «Αθηνοράματος»- να δίνονται από μέλη τα οποία δεν είναι ενεργά ή τουλάχιστον δεν αποτελούν αδιαφιλονίκητο μέρος του θεατρικού σύμπαντος.

Είναι γνωστό άλλωστε το περιστατικό της μαζικής αποχώρησης των κριτικών θεάτρου από την επιτροπή των βραβείων πριν από τρία χρόνια, οι οποίοι είχαν τότε διαμαρτυρηθεί επειδή αποτελούσαν ισχνή μειονότητα. Εκτοτε οι τσακωμοί φέρεται να ήταν ακόμη πιο έντονοι – και αυτό που διαπιστώθηκε δημόσια με την παρέμβαση της Διαβάτη είναι κάτι που σιγοψιθυρίζεται στα κυκλώματα χρόνια τώρα. Επιπλέον, πολλές ήταν οι διαμαρτυρίες για το κατά πόσο είναι νόμιμο και ηθικό και στις δύο κατηγορίες των βραβείων, θεά­τρου και μουσικής, ελλείψει άλλων γνωστών και αναγνωρίσιμων κριτικών, οι πρόεδροι να προέρχονται από το ίδιο Μέσο – εν προκειμένω την «Αυγή» (πρόεδρος στο θέατρο είναι ο Λέανδρος Πολενάκης και στη μουσική ο Κυριάκος Λουκάκος). Βέβαια είναι παραπάνω από ευχάριστο το  γεγονός ότι οι δύο συντάκτες της «Αυγής» είναι αυτοί ακριβώς που βράβευσαν τον Σάκη Ρουβά – που σημαίνει ότι δεν διέπονται από τις ίδιες προκαταλήψεις όπως πολλοί συνάδελφοί τους.

Οχι αστυνόμευση στην τέχνη

Από κει και πέρα, σε πολλά απ’ όσα υποστηρίζει η Χρυσούλα Διαβάτη προφανώς έχει δίκιο -όσον αφορά στο κομμάτι του εκφυλισμού του θεσμού- και όλοι θα συμφωνούσαν μαζί της αν πίσω από τα λόγια της δεν κρυβόταν ένας βαθύς ρατσισμός για τους νεοφερμένους του χώρου, τους ανθρώπους στους οποίους πέφτουν πάνω τα φώτα, τους «ευπώλητους» και όλους όσοι θεωρούνται «απαγορευμένοι» για την Επίδαυρο ή τον χώρο της κουλτούρας. Καμία Διαβάτη, όσο αναγνωρισμένη ηθοποιός κι αν είναι, δεν δικαιούται να κρίνει ποιος αξίζει να έχει το χρίσμα του καλλιτέχνη από τη στιγμή που ο μεγάλος Μάνος Χατζιδάκις είχε εντάξει στην άκρα υψηλή τέχνη του τα πιο ποταπά κομμάτια της τραγ��υδοποιίας. Ακόμη πιο πρόσφατα, ο Σταμάτης Κραουνάκης ενέταξε στον αριστουργηματικό τελευταίο δίσκο του τη Γωγώ Τσαμπά με εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Στην τέχνη δεν επιτρέπεται κανενός είδους αστυνομία, ακόμη κι αυτή που θα συνελάμβανε τους πλέον ατάλαντους ρέκτες της «βαριάς» κουλτούρας από την οποία πάσχουμε τελευταία – και τους οποίους παρεμπιπτόντως υποστηρίζουν καλλιτέχνες όπως η Μαλένα-Βάνα Μπάρμπα! Και είδαμε το πραγματικά απίστευτο και εντελώς παράλογο, ηθοποιοί όπως η Μπάρμπα να κατακεραυνώνουν τον Ρουβά και καταξιωμένοι θεατράνθρωποι όπως η Ρούλα Πατεράκη -κορυφαίο κεφάλαιο του ελληνικού θεάτρου-να σπεύδουν προς υπεράσπισή του (με μια παράδοξη αμφίεση – ειρωνικό ίσως σχόλιο στις καθωσπρέπει εμφανίσεις της τηλεόρασης). Ακόμη πιο παράλογο, μέσα στο άκρον άωτο του παραλογισμού ήταν και το γεγονός ότι ο σύζυγος της κυρίας Διαβάτη, Νικήτας Τσακίρογλου, βγήκε την επομένη της επίθεσης να δικαιολογήσει τη στάση της συζύγου του και να υπερασπιστεί, όσο μπορούσε, τον Σάκη Ρουβά. Κι αυτό ενδεχομένως από μόνο του να αποδεικνύει ότι ο τελευταίος μόνο ακίνδυνος παίκτης δεν είναι. Οπως επισήμανε διευθυντής γνωστού free press της Αθήνας, δεν είναι ανυπεράσπιστος αφού έχει πίσω του ως αναγνωρισμένο είδωλο έναν ολόκληρο καλοκουρδισμένο μηχανισμό από συμβούλους, επαγγελματίες και ανθρώπους που δεν θα δεχτούν εύκολα τέτοιου είδους επιθέσεις.

Ακόμη και οι άνθρωποι του θεάτρου είναι στο πλευρό του Σάκη – κάτι που ίσως και να δικαιολογεί τη βεβαιότητα που όπλισε τους κριτικούς να του δώσουν το βραβείο: από γνωστούς θεατρικούς επιχειρηματίες μέχρι σκηνοθέτες, κριτικούς και μεταφραστές. Για παράδειγμα, ο Κ.Χ. Μύρης -ψευδώνυμο του Κώστα Γεωργουσόπουλου-, με πολλές και στενές γνωριμίες στον χώρο του θεάτρου, δεν είδε με κακό μάτι τον Σάκη Ρουβά και έχει βοηθήσει ώστε να αρθούν πολλές προκαταλήψεις για το κατά πόσο μπορούν να «παρεισφρήσουν» νέοι άνθρωποι στον κλειστό χώρο του θεάτρου. Για τους γνωρίζοντες, το συνολικότερο σκεπτικό της απονομής των βραβείων, που λέει ότι τιμά τους ανθρώπους που μένουν πιστοί στο σκεπτικό του αρχαίου δράματος, «μυρίζει» έντονα Κ.Χ. Μύρη, ο οποίος έχει εκφράσει, κατά καιρούς, την έντονη εναντίωσή του σε οτιδήποτε (μετα)μοντέρνο ή πειραματικό. Είναι ο ίδιος που έχει απορρίψει συλλήβδην τη λογική του Φεστιβάλ Αθηνών και την έντονη ροπή των νέων καταξιωμένων δημιουργών -όπως οι Εκτορας Λυγίζος και Δημήτρης Καραντζάς που, κατά τη γνώμη μας, θα έπρεπε να έχουν σαρώσει τα βραβεία- προς τον πειραματισμό. Ενδεχομένως θεατράνθρωποι και γνώστες όπως ο Κ.Χ. Μύρης να αναγνωρίζουν στην «ψυχή» ερμηνευτών όπως ο Σάκης Ρουβάς την αφοσίωσή τους στις επιταγές των κλασικότροπων παραστάσεων.

Μπροστά σε αυτά τα διλήμματα των καταξιωμένων ή μη ερμηνευτών, των ποιοτικών και μη ποιοτικών και των εμφυλίων που ξεσπάνε χρόνια τώρα στο εσωτερικό της κουλτούρας, μόνος κερδισμένος τελικά φαίνεται να βγαίνει αυτός που δέχεται την επίθεση – εν προκειμένω ο Σάκης Ρουβάς.

Η αλήθεια είναι ότι, προκειμένου να είναι σίγουρη ότι θα ακουστούν οι θέσεις της για την προάσπιση της υψηλής τέχνης, η Χρυσούλα Διαβάτη αναγκάστηκε να προστρέξει στις μεσημεριανές τηλεοπτικές εκπομπές. Πόσο πιο παράδοξο και αντιφατικό από αυτό; Ακόμη πιο παράδοξο και από τα ίδια τα λόγια του Ευριπίδη, είναι η αλήθεια

Και από εκεί που κάποιοι ενδεχομένως να διαμαρτύρονταν για το βεβιασμένο της βράβευσής του, έσπευσαν να τον υπερασπιστούν διαπιστώνοντας καταφανή ρατσισμό προς το πρόσωπό του. Και είναι σίγουρο ότι καθώς ο Σάκης Ρουβάς ετοιμάζεται να (ξανα)δείξει τα υποκριτικά και σωματικά του προσόντα στον «Ηρακλή», αυτό που θα προσμετράται στα υπέρ είναι το αποτέλεσμα: το πολυπόθητο Βραβείο «Κάρολος Κουν» στο κομοδίνο και άπειρες τηλεοπτικές εκπομπές να επαναλαμβάνουν -για μια ακόμη φορά- το όνομά του. Παρά τη μικρή αναβολή της παράστασης (για τεχνικούς λόγους, σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή, και όχι λόγω μειωμένων προκρατήσεων, όπως με κακεντρέχεια έσπευσαν κάποιοι να υποστηρίξουν), ο Ρουβάς ετοιμάζεται να παίξει τον ημίθεο Ηρακλή και δεν θα μπορούσε να έχει καλύτερη διαφήμιση από αυτή του ντόρου που προκλήθηκε γύρω από το όνομά του.

Γιατί η αλήθεια είναι ότι, προκειμένου να είναι σίγουρη ότι θα ακουστούν οι θέσεις της για την προάσπιση της υψηλής τέχνης, η Χρυσούλα Διαβάτη αναγκάστηκε να προστρέξει στις μεσημεριανές τηλεοπτικές εκπομπές. Πόσο πιο παράδοξο και αντιφατικό από αυτό; Ακόμη πιο παράδοξο και από τα ίδια τα λόγια του Ευριπίδη, είναι η αλήθεια.