Οι αρχαιότεροι κλόουν αναφέρονται
στην Πέμπτη δυναστεία Φαραώ, περί το 2400 ΠΚΕ.
Αντίθετα από τους γελωτοποιούς της αυλής, οι κλόουν φαίνεται
πως παραδοσιακά υπηρέτησαν κοινωνικοθρησκευτικούς και ψυχολογικούς ρόλους.
Στην ανθρωπολογία, ο όρος κλόουν έχει επεκταθεί
σε συγκρίσιμους χαρακτήρες γελωτοποιού ή τρελού-ανόητου
σε μη δυτικούς πολιτισμούς.
Η κοινωνίες στις οποίες τέτοιοι κλόουν κατέχουν σημαντική θέση,
ονομάζονται κοινωνίες κλόουν
και ο χαρακτήρας κλόουν που εμπλέκεται
σε θρησκευτική ή τελετουργική ιδιότητα είναι γνωστός
ως τελετουργικός κλόουν.
Οι κλόουν είναι κωμικοί διασκεδαστές,
με χαρακτηριστική εμφάνιση που οφείλεται στο μέικ-απ,
τις πολύχρωμες περούκες και τα περίεργα ρούχα
τα οποία φορούν, ενώ μπορεί να φορούν και αστεία καπέλα.
Κινούνται και μιλάνε κωμικά προκαλώντας το γέλιο στους παρευρισκόμενους.
Υ.Γ: Πάρα πολλές φορές ωστόσο στην καθημερινή ζωή αποκαλούμε κλόουν και κάποιον μη σοβαρό, κατά την άποψή μας, άνθρωπο.
Φυσικά και στην πολιτική ζωή της χώρας έχει χρησιμοποιηθεί κάποιες φορές από κομματικούς αντιπάλους.
