Ο Κορινθιακός Κόλπος είναι μία ημικλειστή, βαθιά θάλασσα
που σχηματίζεται ανάμεσα στη Στερεά Ελλάδα
και την Πελοπόννησο, δυτικά του Ισθμού της Κορίνθου.
Εκτείνεται από το Ιόνιο πέλαγος, δυτικά,
έως στον Ισθμό της Κορίνθου, ανατολικά.
Διακρίνεται σε δύο επιμέρους τμήματα, τον Πατραϊκό και
τον κυρίως Κορινθιακό, με συνολικό μήκος 127 χιλιόμετρα.
Τα μεγάλα βάθη που ξεπερνούν τα 900 μέτρα,
σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερες γεωμορφολογικές, ωκεανογραφικές
και περιβαλλοντικές συνθήκες που επικρατούν,
προσδίδουν σε αυτό τον ημίκλειστο κόλπο μία ασυνήθιστα
υψηλή βιοποικιλότητα και παραγωγικότητα των θαλάσσιων οικοτόπων,
η οποία καταγράφεται έως σήμερα παρόλη
τη συνεχή ανθρωπογενή επιβάρυνση.
Από την πλευρά της Στερεάς Ελλάδας ο βυθός είναι κυρίως
βραχώδης, ενώ η καλή ορατότητα των νερών επιτρέπει
την ανάπτυξη μίας πλούσιας βιοποικιλότητας θαλάσσιας
χλωρίδας και συνεπώς και την ανάπτυξη πλούσιας πανίδας.
Από την πλευρά της Πελοποννήσου ο θαλάσσιος πυθμένας είναι
κυρίως αμμώδης και λασπώδης, με αποτέλεσμα εκεί
παρατηρούνται κυρίως μετακινούμενοι ή εποχιακοί ιχθυπληθυσμοί.
Τα δύο κύρια επιφανειακά ρεύματα που καταγράφονται στη
μέση περίπου του Κορινθιακού, σχετίζονται με τη μεταφορά
πλανκτονικών οργανισμών, αλλά και με την παρουσία ειδών
όπως οι τόνοι, οι ξιφίες και οι παλαμίδες.
Η ταχύτητα των ρευμάτων στον Ισθμό της Κορίνθου φθάνει τους 2,5-3 κόμβους.
Παρά τη σχετικά μικρή του έκταση, ο Κορινθιακός κόλπος
στηρίζει σημαντικούς πληθυσμούς από θαλάσσια θηλαστικά,
που είτε διαπλέουν τα νερά του κόλπου,
είτε ζουν μόνιμα σε αυτά.
Πηγή
