Οι διαπραγματεύσεις που διαρκούν επί μακρόν συνήθως οδηγούν σε… λευκό καπνό. Κάπως έτσι έγινε και χθες το βράδυ στο Βίλνιους, όταν, μετά από ώρες διαπραγματεύσεων, ο Ταγίπ Ερντογάν είπε το «ναι» κατόπιν των συζητήσεων με τον Σουηδό πρωθυπουργό Ουλφ Κρίστερσον και τον Γ.Γ. της Συμμαχίας Γενς Στόλτενμπεργκ για ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, έναν χρόνο μετά τη συμφωνία της Μαδρίτης που αφορούσε τις δύο σκανδιναβικές χώρες (και τη Φινλανδία).
Το παζάρι του Ερντογάν χθες έφτασε σε ακραίο βαθμό, με τον ίδιο να επαναφέρει την… αραχνιασμένη ενταξιακή προοπτική της Τουρκίας στην Ε.Ε., συνδέοντάς την με την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ. Ήταν εξ αρχής σαφές, βέβαια, ότι αυτό δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα διαπραγματευτικό χαρτί του Τούρκου προέδρου. O λόγος που το έπαιζε, όμως, δεν ήταν εξ αρχής σαφής: ήταν ένα μαξιμαλιστικό επιχείρημα υπέρ της υποχώρησης του ή ήταν μια τορπίλη στη Σύνοδο; Το δεύτερο δεν διαφαινόταν εύκολα, με δεδομένο ότι ο Αμερικανός πρόεδρος Μπάιντεν στο τηλεφώνημα που είχαν οι δύο άνδρες ήταν σαφής: οι Ηνωμένες Πολιτείες ήθελαν τη Σουηδία εντός του ΝΑΤΟ.
Μετά από μια μακρά περίοδο επαμφοτερίζουσας στάσης, συνεπώς, ο κ. Ερντογάν έκανε μια επιλογή υπαναχώρησης με το μικρότερο δυνατό κόστος για τον ίδιο, από τη στιγμή που με τις πρόσφατες εκλογές έχει «καθαρίσει» το εσωτερικό τοπίο στην Τουρκία: ενέκρινε την ένταξη της Σουηδίας στη Συμμαχία, κάτι που θα προχωρήσει με fast track διαδικασίες και στην τουρκική εθνοσυνέλευση. Η Ευρώπη, άλλωστε, από την πρώτη στιγμή που ο κ. Ερντογάν έπαιξε το χαρτί της ενταξιακής προοπτικής ξεκαθάρισε ότι δεν μπορούν να συγχέονται οι διαδικασίες στην Ε.Ε. και στο ΝΑΤΟ.
Τα ανταλλάγματα, οι ΗΠΑ και η οικονομία
Το ερώτημα στα χείλη όλων, βεβαίως, είναι τι απέσπασε ο Ταγίπ Ερντογάν, πέρα από την υποσχετική του Τζο Μπάιντεν για την αναβάθμιση των F-16, την οποία είχε εκφράσει και στην περυσινή Σύνοδο του ΝΑΤΟ στη Μαδρίτη, πλην όμως έμεινε κενό γράμμα ως τώρα.
Η απάντηση δεν είναι ότι υποχρεωτικά… πήρε ήδη κάτι ευρύτερο, αλλά με αυτή του τη στάση προσδοκά να πάρει. Οι αμερικανικοί εξοπλισμοί είναι ένα προφανές κίνητρο για τον Ερντογάν, ο οποίος βλέπει τις ένοπλες δυνάμεις του να γηράσκουν και να έχουν μείνει εδώ και καιρό, ιδίως στο σκέλος της Πολεμικής Αεροπορίας, μακριά από την αμερικανική ομπρέλα. Είναι επίσης προφανές ότι ο Ταγίπ Ερντογάν θα θέσει το ζήτημα στον Τζο Μπάιντεν, στη σημερινή συνάντηση που θα έχουν στο περιθώριο της Συνόδου.
Μια ενδιαφέρουσα προοπτική έδωσε, μάλιστα, χθες ο επικεφαλής της Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας της Γερουσίας και σφοδρός πολέμιος της Τουρκίας Μπομπ Μενέντεζ, ο οποίος, σε ερώτηση του ΑΠΕ, υπογράμμισε ότι «ότι ο Λευκός Οίκος βρίσκεται πλέον πιο κοντά στη θέση ότι πρέπει να υπάρξει μια δικλίδα ασφαλείας που θα αποτρέπει την Τουρκία από το να χρησιμοποιήσει τα αμερικανικά μαχητικά για τη παραβίαση της ελληνικής κυριαρχίας». Η παρέμβαση Μενέντεζ έρχεται δύο μόλις μέρες μετά την επιστολή έξι Αμερικανών μελών της Βουλής των Αντιπροσώπων στο State Department γι’ αυτόν τον μηχανισμό που θα αποτελεί, επί της ουσίας, ισχυρή αιρεσιμότητα σε περίπτωση που η Τουρκία αποφασίσει να επανέλθει στην οδό των προκλήσεων.
Πέραν των εξοπλισμών, βεβαίως, υπάρχει και η παράμετρος της τουρκικής οικονομίας που κλυδωνίζεται, με τον Τούρκο πρόεδρο να ωθείται σε μια στροφή προς τη Δύση σε μια προσπάθεια να ορθώσει γραμμή άμυνας και να επιστρέψει σταδιακά σε μια πιο «ορθόδοξη» οικονομική πολιτική.
Η αυτοπεποίθηση της Αθήνας
Στην ελληνική κυβέρνηση, η βραδινή ένταξη του «ναι» για την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ δεν εξέπληξε και πολλούς. Οι πληροφορίες για μια «συμφωνία» στα σκαριά ήταν, άλλωστε, γνωστές από το πρωί της Δευτέρας. Ομοίως, την ελληνική κυβέρνηση δεν ανησυχεί η προοπτική μιας ευρύτερης συμφωνίας που φέρνει την Τουρκία πιο κοντά στη Συμμαχία και πάλι. Ο λόγος είναι απλός: η εξομάλυνση των ελληνοτουρκικών θα είναι αναγκαία συνθήκη, καθώς ο κ. Ερντογάν δεν θα πρέπει να λειτουργεί ως αποσταθεροποιητικός παράγοντες του ΝΑΤΟ στο Νοτιοανατολικό σκέλος του.
