Μερες και νυχτες σε μια ελληνικη φυλακη

0

meres-kai-nyxtes-mesa-sti-fylaki-1429453444-crop_lede

«Το συναίσθημα του να φεύγεις από την τράπεζα, με μια τσάντα γεμάτη χρήματα, δεν είναι κάτι που περιγράφεις εύκολα. Πόσο μάλλον το “ψηλά τα χέρια” που ακούς από τους μπάτσους. Η διαδικασία μετά είναι γνωστή. Σύλληψη, ΓΑΔΑ, ανακριτής, προφυλάκιση. Η πρώτη νύχτα και όλες οι επόμενες πριν την δική, είναι το λιγότερο αβάσταχτες. Όσο και να θέλει ο δικηγόρος σου να σε καθησυχάσει, ξέρεις πολύ καλά, πως εκείνες οι μέρες που ήσουν άρχοντας με ακριβά αυτοκίνητα, ξέφρενη διασκέδαση και πολλά-πολλά λεφτά ανήκουν πια στο μακρινό παρελθόν».

Ο Γιώργος είναι 29 ετών. Το 2010, συνελήφθη με τον συνεργό του από την ομάδα ΔΙ.ΑΣ. Μετά από ένοπλη ληστεία που έκαναν σε τράπεζα, διέφυγαν με μηχανή και στην μέση της διαδρομής άλλαξαν όχημα. Την ώρα που άφηναν την μηχανή για να πάρουν το αμάξι, τους έπιασε η αστυνομία. Δεν έφεραν αντιστάσεις. Ο φίλος του, το ίδιο σκηνικό το είχε ξαναπεράσει και στο παρελθόν. Άλλωστε, ήταν φυγάς. Σε μια άδεια μετά από 12 χρόνια φυλακής, δεν επέστρεψε πίσω. Τον καταζητούσαν 1,5 ολόκληρο χρόνο και τον έπιασαν στο Παλαιό Φάληρο εκείνο το μεσημέρι.

Ο Γιώργος, είναι μόλις 1,5 μήνα έξω και δεν μοιάζει καθόλου με άνθρωπο που έχει κάνει φυλακή. Δεν είναι πως υπάρχει κάποιο «dress code», κάποιο συγκεκριμένο τατουάζ ή έστω μια ουλή που σε παραπέμπει σε φυλακόβιο αλλά ο συγκεκριμένος θυμίζει κάποιον από την παρέα σου. Ναι, θα μπορούσε να είναι ο μοδάτος τύπος της γειτονιάς σου και το στυλ του σε κάνει να πιστεύεις πως είναι ο χαβαλές της παρέας. Αυτό το προφίλ ανθρώπου, με έκανε να νιώσω αμέσως άνετα και να σκεφτώ πως όποια και αν είναι η ιστορία σου τελικά, ενδεχομένως να υπάρχει και κάτι καλό πίσω από αυτήν.

Φωτογραφία από τον χρήστη του Flickr miss_millions

Τον ρώτησα για το πώς ήταν η πρώτη νύχτα μέσα στο κελί. «Τις πρώτες τρεις νύχτες δεν κοιμήθηκα καθόλου. Σκεφτόμουν την οικογένεια μου, τους φίλους μου και την κοπέλα μου. Την διπλή ζωή μου δεν την γνώριζε κανείς. Πώς να την έλεγα άλλωστε; Μάνα κάνω ληστείες; Δεν γινόταν. Μάνα κερδίζω πολλά λεφτά από παράνομα στοιχήματα στο ιντερνέτ. Ήταν αρκετό. Δεν τους έβαζε σε παραπάνω υποψίες. Τώρα όμως τι να τους πω; Δεν είναι αυτό που νομίζεις; Αυτό ακριβώς ήταν».

Αποφασίζεις να χωρίσεις την κοπέλα σου για να προχωρήσει παρακάτω και εσύ αφού δεν μπορείς να πας πουθενά, έχεις όλο τον χρόνο, να ξαναγίνεις καλό παιδί

Από την πρώτη στιγμή κιόλας, οι φίλοι του είχαν μάθει πως είχε συλληφθεί και φρόντισαν να του παρέχουν την βοήθεια τους. «Είχαν ενημερωθεί οι σωστοί άνθρωποι για την άφιξη μου στο κατάστημα κράτησης και πριν ακόμα καλά-καλά φτάσω, είχα ήδη μπει στην “ομάδα προστασίας”. Είχα λοιπόν την ασφάλεια οπότε έπρεπε να παλέψω μόνο με τη συνείδηση μου. Για την ελευθερία που έχασα και για την απογοήτευση που προκάλεσα σε όσους με αγαπούσαν. Όταν οι πόρτες κλειδώνουν, σκέφτεσαι και ξανασκέφτεσαι και γυρνάς και στριφογυρνάς στο κρεβάτι σου. Αποφασίζεις να χωρίσεις την κοπέλα σου για να προχωρήσει παρακάτω και εσύ αφού δεν μπορείς να πας πουθενά, έχεις όλο τον χρόνο, να ξαναγίνεις το καλό παιδί που ανέθρεψαν κάποτε οι υπέροχοι γονείς σου».

Μου τονίζει πως το πιο σημαντικό αν εσύ είσαι μέσα είναι να μπορείς να μιλάς με τους έξω. «Μου βρήκαν κινητό και κρυφά μιλούσα με τους δικούς μου. Ήταν η μόνη επικοινωνία που είχα μαζί τους, χωρίς να παραμονεύει ο δεσμοφύλακας πάνω από το κεφάλι μου. Για τους πρώτους 6 μήνες αυτό. Μετά το βρήκαν, μου το πήραν και εγώ έφυγα από τον Κορυδαλλό και πήγα στις φυλακές Λάρισας με πειθαρχική μεταγωγή».

Και στις φυλακές Λάρισας έμεινε για τα επόμενα 4,5 χρόνια. «Ήταν αλλιώς εκεί. Δεν μέναμε σε κελί, αλλά σε θάλαμο, με πέντε κουκέτες, όπου ζούσαμε δέκα άτομα το πολύ. Ληστείες οι περισσότεροι εκτός από δύο που ήταν μέσα για ναρκωτικά και ένας για φόνο».

Ήθελα να μάθω πως είναι μια συνηθισμένη μέρα ενός φυλακισμένου και μου εξήγησε πως διαφέρει από κρατούμενο σε κρατούμενο. « Το δικό μου πρόγραμμα ήταν διαφορετικό από των άλλων. Ξυπνούσα αρκετά πρωί. Πήγαινα στο σχολείο Δεύτερης Ευκαιρίας. Μετά επέστρεφα για το μεσημεριανό φαγητό και ύπνο. Από τις 12 το μεσημέρι μέχρι τις 3 μας είχαν κλειστά. Όταν μας άνοιγαν βγαίναμε στο προαύλιο για μπαλίτσα ή μπάσκετ. Μπορούσες να πας να αράξεις στην καντίνα αν ήθελες να πιεις τον καφέ σου και να χαζέψεις τηλεόραση. Βραδινό φαγητό και ύπνο – στις 8 κλείδωναν οι πόρτες». Όσο για τους δικούς του «Τετάρτη και Παρασκευή ήταν ημέρες επισκεπτηρίου. Μια φορά το μήνα έχει ελεύθερο, δηλαδή μπορείς να είσαι στον ίδιο χώρο με τους δικούς σου. Να τους αγκαλιάσεις, να τους φιλήσεις. Τις άλλες φορές από το τζαμάκι και το τηλέφωνο. Το ελεύθερο διαρκούσε μια ώρα ενώ το κλειστό δύο. Αν είχε πολύ κόσμο, καθόσουν λιγότερο για να μπορέσουν και οι άλλοι να δουν τους δικούς τους».

Στη φυλακή υπάρχουν “κλίκες”. Με βάση την καταγωγή σου θα πας και στην εκάστοτε ομάδα. Αν δεν έχεις γνωστούς μέσα κακοπερνάς. Σε βαράνε και σου παίρνουν τα λεφτά

Κάνει μια παύση, στο πάρκο που είχαμε καθίσει, ακούσαμε ένα μπαμ και νομίζαμε πως ήταν τρακάρισμα. Αφού βεβαιώθηκε πως ήταν θόρυβος, από κάτι που έσπασε στο διαμέρισμα της πολυκατοικίας πίσω μας, συνέχισε λέγοντας μου για την βία που υπάρχει μέσα. «Στη φυλακή υπάρχουν “κλίκες”. Οι Ρώσοι, οι Αλβανοί, οι Κούρδοι, οι Έλληνες. Με βάση την καταγωγή σου θα πας και στην εκάστοτε ομάδα. Αν δεν έχεις γνωστούς μέσα κακοπερνάς. Σε βαράνε και σου παίρνουν τα λεφτά. Όσο εγώ ήμουν μέσα και από όσα ξέρω και μου είχαν πει, δεν άκουσα για περιστατικά βιασμού. Υπάρχει ομοφυλοφιλία αλλά αυτό είναι άλλο πράγμα. Κρυφά βέβαια γιατί αν μαθευτεί τιμωρούνται. Ο άγραφος νόμος της φυλακής δεν δέχεται να κοιμάσαι στον ίδιο χώρο με gay».

Φωτογραφία από τον χρήστη του Flickr Christian Senger

Μου τονίζει πως «οι Αλβανοί κάνουν κουμάντο στην φυλακή. Έχουν τα ναρκωτικά και κάνουν ότι θέλουν. Την ανθρώπινη ζωή την έχουν σαν να σκοτώνουν μυρμήγκι. Ένας πάνω – ένας κάτω δεν τους λέει κάτι, ισοβίτες είναι. Ένας Πολωνός που ήταν μέσα στο θάλαμο μου, δολοφονήθηκε με 32 μαχαιριές από Αλβανούς. Ξεκαθάρισμα λογαριασμών που είχαν πριν χρόνια εκτός φυλακής. Του είχαν δώσει ηρωίνη, δεν την πλήρωσε και τον βρήκαν εκεί μέσα τυχαία 7 χρονιά μετά, και τον έφαγαν».

vice.com

Απάντηση