roybaw

Το μουσικό είδος που υπηρετούσε ο Σάκης Ρουβάς μού είναι παντελώς ξένο. Δεν το απεχθάνομαι, καταλαβαίνω ότι έχει το κοινό του, απλώς δεν μου λέει απολύτως τίποτε. Όμως δεν μπορώ παρά να αναγνωρίσω ότι το δημόσιο στίγμα του Σάκη, εκτός μουσικής, ήταν πολύ διαφορετικό. Σεμνός, διακριτικός, ευγενής, “μυαλωμένος”, κοινωνικά ευαίσθητος και δραστήριος, με αξιοσημείωτη αντοχή στις Σειρήνες της δημοσιότητας και σαφή απόσταση από την “αισθητική” του σταρ σύστεμ. Για να το πω αλλιώς, ο Σάκης – ποπ είδωλο και ο Σάκης – άνθρωπος δεν κόλλαγαν. Ο δεύτερος ήταν παρασάγγες καλύτερος.

Μέχρι που αποφάσισε να αναμετρηθεί με ρόλους και έργα που έχουν την “στρόγγυλη σφραγίδα” της κουλτούρας. Και ξεσηκώθηκαν όλοι οι τοποτηρητές του θρόνου. Κάθε αποτυχημένος παρακμιακός που όρισε εαυτόν αποκλειστικό αποκωδικοποιητή της Υψηλής Τέχνης, προσβλήθηκε που ο Σάκης θα άγγιζε τα ιερά. Εξανέστη που τις φωνητικές χορδές που επάλλοντο κάποτε από το “αίμα, δάκρυα κι ιδρώτας” θα δονήσουν “της αγάπης αίματα”, ονομάζοντας “ιεροσυλία” τις επιλογές του Σάκη.

Ιεροσυλία είναι η δική τους στάση. Και κάτι παραπάνω: ιδεολογικό bulling. Τα μεγάλα έργα δεν χρειάζονται “ζηλωτές” για να τα προφυλάξουν. Δεν χρειάζονται καμμία προστασία, ούτε πιστοποιητικά καλλιτεχνικής ορθοδοξίας. (Αλήθεια, τα μπουζούκια της ορχήστρας, είμαστε σίγουροι ότι δεν έπαιξαν ποτέ σε σκυλάδικο – ή δεν μετράν αυτοί;) Ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του μπορεί να αναμετρηθεί μαζί τους και η ιστορία θα δείξει ποιος είναι άξιος και ποιος όχι.

Κι ένα μουσικό σχόλιο. Η επιτυχία που είχε η “ξυλένια φωνή” του Μπιθικότση ήταν η ουδετερότητά της, που της επιτρέπει να λειτουργεί ως έκδοχο. Ερμήνευσε (συνειδητά; ασυνείδητα;) με τον ίδιο ακριβώς τρόπο και την ίδια χροιά, χωρίς πρόσημο, σε “απόλυτη μουσική τιμή”, το “θέλει νεκροί χιλιάδες να ‘ναι στους τροχούς” και το “οξειδώθηκα μεσ’ στη νοτιά των ανθρώπων”. Έτσι ο ακροατής μπορεί να προβάλει το δικό του ηθικό ηχόχρωμα στη φωνή του Μπιθικότση και να την οικειοποιηθεί. Η πρόκληση για ένα καλλιτέχνη είναι να προσπαθήσει πραγματικά να ερμηνεύσει το “Άξιον Εστί”. Εκεί, από το λίγο που άκουσα, αισθάνθηκα ότι ο Σάκης προσπάθησε πρωτίστως να μην κάνει λάθος και δώσει τροφή στα βαμπίρ της “ποιότητας”. Οι εξαιρετικές φωνητικές του δυνατότητες αυτοχαλιναγωγήθηκαν σε μια μόνιμη δωρικότητα, σαν Μπιθικότσης με περισσότερες, έστω, αρμονικές. Θα ήταν πολύ ενδιαφέρον να ακούγαμε μια πραγματικά λυρική ερμηνεία εκεί που οι στίχοι έχουν αφήσει μπόλικες αναμονές.

Όμως πολύ φοβάμαι ότι μια “ερμηνεία” θα περάσουν πολλά χρόνια πριν την ακούσουμε: την ερμηνεία της πολιτισμικής μας ταυτότητας ως ένα ζωντανό κύτταρο που θα μεταβάλλεται, θα πειραματίζεται, θα κάνει λάθη ενδεχομένως, αλλά θα εξελίσσεται. Χωρίς τα κλαδευτήρια των αρτηριοσκληρωτικών που είναι έτοιμοι να κράξουν ό,τι δεν ταιριάζει στην απονεκρωμένη “αυθεντία” τους. Έτσι ίσως κάποτε νιώσουμε υπερήφανοι και για κάποια άλλη γενιά, γιατί αυτή του ’30 μάς στοίχειωσε.