Καλόπιστες επισημάνσεις στην ιστορικό Μαρία Ευθυμίου μέσα από αποσπάσματα της βιογραφίας του Γενναίου Κολοκοτρώνη

0

Γράφει ο Ιωάννης Β. Δασκαρόλης (πρώτη δημοσίευση: Huffington post)

 Γενικά αποφεύγω να αντιπαρατεθώ με άλλους ιστορικούς για τις απόψεις τους σε ζητήματα ιστορίας. Στην περίπτωση αυτή όμως της Κας Ευθυμίου και των θέσεών της για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, θα παραθέσω καλόπιστα κάποια αποσπάσματα από το έργο μου «Γενναίος Κολοκοτρώνης – Ο έφηβος οπλαρχηγός του 1821» που εκδόθηκε τον Απρίλιο που νομίζω ότι θα διαφωτίσουν κάποιες πτυχές των ζητημάτων που θίγει και θα υποβοηθήσουν τον δημόσιο διάλογο.

Αναφέρει η Κα Ευθυμίου:

Βασικό χαρακτηριστικό της Επανάστασης του ’21 είναι και οι μεγάλης κλίμακας εσωτερικές συγκρούσεις, που πήραν τον χαρακτήρα εμφυλίου –Ελληνικός εμφύλιος πόλεμος (1823–1825). Στην ουσία, όλο το 1824 ήταν χρονιά εμφυλίου πολέμου. Αυτό που οδήγησε την επανάσταση σε δύο κύκλους εμφυλίων ήταν η επιδίωξη του Θ. Κολοκοτρώνη να την ελέγξει πολιτικά. Τελικά, ο Κολοκοτρώνης και οι Πελοποννήσιοι ηττήθηκαν, γι’ αυτό και φυλακίστηκαν. Κολοκοτρώνης: «Θάλασσα εµένα δεν µε τρώγει, αλλ’ ούτε τα ψάρια». Η φυλάκιση του Γέρου του Μοριά σε μοναστήρι της Ύδρας στον εμφύλιο του 1825 | Μηχανή του Χρόνου από τους αντιπάλους τους το 1825 στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία, στην Ύδρα.

Ο Κολοκοτρώνης μπήκε στη διαδικασία διεκδίκησης της εξουσίας εκ μέρους των «στρατιωτικών» στηριγμένος στο γεγονός ότι είχε νικήσει, το καλοκαίρι του 1822, τον Δράμαλη στα Δερβενάκια κάτι που εκτίναξε το κύρος και τη δύναμη του ίδιου, αλλά και των «στρατιωτικών» απέναντι στους «πολιτικούς». Με τις κινήσεις του να ελέγξει την Εθνοσυνέλευση του Άστρους κατηγορήθηκε ότι επεδίωκε να εγκαθιδρύσει «γκοβέρνο μιλιτάρε», δηλαδή στρατιωτική κυβέρνηση. Θα μπορούσε να είχε επιτύχει, αλλά χειρίστηκε το πράγμα αφρόνως και τελικά απέτυχε, την ίδια ώρα που ο Ιμπραήμ Πασάς και οι Αιγύπτιοι έμοιαζε πως συνέτριβαν την Επανάσταση, με μεγάλο κίνδυνο να ακολουθήσει γενική σφαγή.

Εδώ έχουμε μία πραγματικότητα που αξίζει προβληματισμού: το γεγονός δηλαδή ότι ένας άνθρωπος, ο οποίος πράγματι στα Δερβενάκια έσωσε την Επανάσταση, δρα μετά με τρόπο βλαπτικό για αυτήν, όπως αργότερα έπραξε και ο Ανδρέας Μιαούλης, ο μέγιστος των Ελλήνων ναυτικών της Επανάστασης, ο οποίος, αντιπολιτευόμενος τον Καποδίστρια, έκαψε στον Πόρο τον ελληνικό στόλο το 1831. Στην πραγματικότητα ο Εμφύλιος δεν σταμάτησε το 1825, παρά υπέβοσκε και τα επόμενα χρόνια, αναζωπυρώθηκε μετά το 1830 ως αντιπολίτευση στον Καποδίστρια, κορυφώθηκε το 1831 μετά τη δολοφονία του Κυβερνήτη, για να πάψει το 1833 με την έλευση της Αντιβασιλείας και του ενόπλου βαυαρικού σώματος που τη συνόδευε.

1η Επισήμανση: Η σύγκρουση μεταξύ Κολοκοτρώνη και κυβέρνησης το 1823 είχε ξεκινήσει πολύ πριν την κάθοδο της στρατιάς του Δράμαλη. Η κυβέρνηση με την πρόσθετη στρατολογία που επέβαλλε υπονόμευσε τα στρατεύματα του Κολοκοτρώνη και την πολιορκία των Πατρών.

Έτσι, ενώ η κυβέρνηση απένειμε βαθμούς και τιμές στους οπλαρχηγούς και την αρχιστρατηγία στον Κολοκοτρώνη, προσπαθούσε ταυτόχρονα να μειώσει το κύρος του, διορίζοντας τον ανταγωνιστή του Κανέλλο Δεληγιάννη στρατηγό στις 5 Μαρτίου 1822, αλλά κυρίως δίνοντας το δικαίωμα στρατολογίας σε αυτόν και σε προκρίτους ή οπλαρχηγούς που ήλεγχε η ίδια.[1] Όταν ο Θ. Κολοκοτρώνης έμαθε την νέα στρατολόγηση της κυβέρνησης που υπονόμευσε άμεσα τις στρατιωτικές του δυνάμεις στην πολιορκία,[2] εξοργίστηκε μέχρι παραφοράς κατά των προκρίτων που τη στήριζαν. Διέλυσε την πολιορκία των Πατρών στις 23 Ιουνίου 1822, ανακάλεσε τον Γενναίο από την Στερεά για να συσπειρώσει τις δυνάμεις που ήταν απολύτως πιστές σε αυτόν προσωπικά[3] και βάδισε κυκλικά[4] μέσω Γαστούνης προς την Τριπολιτσά ζητώντας εκδίκηση από την κυβέρνηση. Έφτασε στον Άργος τον Ιούλιο και ζήτησε και από την κυβέρνηση και από την Πελοποννησιακή Γερουσία να μεταβούν εκεί ώστε να υπάρξει μια συνολική συνεννόηση.  Η πρόθεση του[5] Κολοκοτρώνη ήταν να καταργήσει και τα δύο Σώματα διά της βίας και να συστήσει μια στρατιωτική δικτατορία (Γοβέρνο Μιλιτάρε),[6] ενώ υποστηρικτές του στην Τριπολιτσά μιλούσαν για οικονομικά σκάνδαλα της κυβέρνησης και για φόνους γερουσιαστών που θα ακολουθούσαν.[7]

2η Επισήμανση: Νομίζω ότι είναι ανακριβές και εντελώς άδικο να υποστηρίξει κανείς ότι οι εμφύλιοι προήλθαν μόνο από την θέληση του Κολοκοτρώνη.

Ενδεικτικά για τον Α΄ εμφύλιο

Τον Δεκέμβριο του 1823 τα μέλη του Βουλευτικού μεταφέρθηκαν κρυφά στο ορεινό Κρανίδι που τους πρόσφερε μεγαλύτερη ασφάλεια από τις επιδρομές των αντιπάλων του και επανέλαβαν τις συνεδριάσεις του Σώματος. Το Βουλευτικό είχε ακόμη δύο πολύτιμα όπλα στα χέρια του: την σφραγίδα για τα πρακτικά και τα νόμιμα έγγραφα για την αίτηση δανείου στους Άγγλους τραπεζίτες, τα οποία επιτηδείως αποκρύφτηκαν από τους επιδρομείς στην Τριπολιτσά. Επίσης βρισκόταν σε ισχυρότερη θέση από τους αντιπάλους τους καθώς εκτός από όλους τους οπλαρχηγούς της Στερεάς Ελλάδος και τον στόλο, πολλοί σημαίνοντες Πελοποννήσιοι οπλαρχηγοί το στήριζαν μυστικά, καθώς εχθρεύονταν τον Κολοκοτρώνη ή είχαν προσωπικές φιλοδοξίες, ενώ φαίνεται ότι και η δημοτικότητα του Εκτελεστικού στη κοινή γνώμη έβαινε μειούμενη.[8] Με απόφαση λοιπόν του Βουλευτικού στις 19 Δεκεμβρίου καθαιρέθηκε το Εκτελεστικό και επιλέχθηκε νέο, με σύνθεση που πρόδιδε την πολιτική του τοποθέτηση (Κουντουριώτης Πρόεδρος της Κυβερνήσεως, Κωλέττης κ.τ.λ.). Το Εκτελεστικό που βρισκόταν στο Ναύπλιο, προσπάθησε να έρθει σε κάποιο συμβιβασμό, αλλά οι απεσταλμένοι του και οι επιστολές του αγνοήθηκαν από το Βουλευτικό. Αφού ο συμβιβασμός αποκλείστηκε, το Εκτελεστικό προχώρησε καθαιρώντας το Βουλευτικό και αντικαθιστώντας το με βουλευτές της φατρίας του, ενώ μετέφερε όλες τις υπηρεσίες του και τα στρατεύματά του στην Τριπολιτσά την οποία θεωρούσαν κατάλληλη για έδρα του.

Ενδεικτικά για τον Β΄ εμφύλιο

Εντούτοις, καθώς η κυβέρνηση είχε ισχυροποιηθεί λαμβάνοντας και τη δεύτερη δόση του εξωτερικού δανείου στις 16 Σεπτεμβρίου 1824,[9] επιδείκνυε μια κλιμακούμενη αντιπελοποννησιακη διάθεση εναντίον όλων, ακόμη και όσων την είχαν στηρίξει στον Α΄ εμφύλιο πόλεμο. Μείωσε τον Λόντο ορίζοντας συναρχηγό του τον Πλαπούτα στην πολιορκία των Πατρών, ενώ αποφάσισε να στηριχτεί σε οπλαρχηγούς της Στερεάς Ελλάδας όπως ο Γκούρας και ο Καραϊσκάκης και σε δεκάδες άλλους που μίσθωνε αφειδώς[10] ως πραιτωριανούς για να επιβληθεί στην Πελοπόννησο, εξοργίζοντας τον Ζαΐμη.[11]

3η επισήμανση: Η αποτυχία του Κολοκοτρώνη στον Β΄ εμφύλιο προήλθε σε μεγάλο βαθμό από την δολοφονία του γιού του Πάνου.

Ο Πάνος και Γενναίος προχώρησαν με το στρατό τους προς την Τριπολιτσά μετά από διαταγή του πατέρα τους, όμως στις 12 Νοεμβρίου ο Πάνος δολοφονήθηκε σε ενέδρα από Βούλγαρους στρατιώτες της κυβέρνησης οι οποίοι ακολούθως τον λήστεψαν, ενώ ο αδερφός του Γενναίος που βρισκόταν στην περιοχή συνέχισε να πολεμάει τους κυβερνητικούς, χωρίς να γνωρίζει τον θάνατο του αδερφού του.[12] Ο θάνατος αυτός αποτέλεσε δεινό χτύπημα για τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, ο οποίος θεωρούσε τον Πάνο διάδοχό του, όχι μόνο γιατί ήταν πρωτότοκος, αλλά γιατί ήταν εγγράμματος και είχε αποδείξει τις ικανότητες του, τόσο στον πόλεμο, όσο και στη διοίκηση ως φρούραρχος του Ναυπλίου.  Επίσης βασάνιζαν τον Κολοκοτρώνη οι τύψεις ότι ο πρωτότοκος γιός του δεν σκοτώθηκε από τον προαιώνιο εχθρό αλλά σε εμφύλια διαμάχη που είχε συντελέσει να συμβεί και ο ίδιος προσωπικά.

Στις 14 Νοεμβρίου ο Γενναίος δέχθηκε ισχυρή επίθεση από πολλαπλάσια κυβερνητικά στρατεύματα υπό τον Βάσσο, κατάφερε όμως να αμυνθεί κρατώντας τη θέση του, παρά την αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου. Με ενισχύσεις που έλαβε από τον πατέρα του και με την επιτόπια παρουσία του Κανέλλου Δεληγιάννη, αντεπιτέθηκε και νίκησε τα κυβερνητικά στρατεύματα που υποχώρησαν έξω από την Τριπολιτσά, ενώ οι εκατέρωθεν αδελφοκτόνες απώλειες ήταν βαριές.[13] Η νίκη του Γενναίου ήταν σημαντική, καθώς η Τριπολιτσά ήταν αφύλακτη, όμως οι αντικυβερνητικοί δεν έσπευσαν να εκμεταλλευτούν την επιτυχία τους και να την καταστήσουν ορμητήριο, καθώς ο Θ. Κολοκοτρώνης είχε παραλύσει λόγω του πένθους του, ενώ οι πρόκριτοι, όπως ο Ζαΐμης και ο Δεληγιάννης,  ήθελαν να καταλάβουν την πόλη χωρίς αιματοχυσία.[14]

4η επισήμανση: Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο γιος του Γενναίος και οι Πλαπούτας και Νικητάρας έσωσαν την επανάσταση από τον Ιμπραήμ μετά το 1826 στην πιο κρίσιμη καμπή της.

Βάσει εντολών που είχε λάβει από τον πατέρα του στις 2 Ιουλίου 1827, ο Γενναίος είχε ξεκινήσει να στρατολογεί στην περιοχή της Καρύταινας, με πρόθεση να κατευθυνθεί στα μέρη που είχαν προσκυνήσει.[15] Πριν ξεκινήσει όμως, βρέθηκε σε άμυνα από μια αιφνιδιαστική ισχυρή επίθεση δυνάμεων του Ιμπραήμ στην Καρύταινα από 10.000 άνδρες, με σκοπό την εκ νέου λεηλασία της περιοχής. Καθώς οι Τούρκοι βάδιζαν καίγοντας και λεηλατώντας την Άκοβα με κατεύθυνση προς την Καρύταινα, ο Γενναίος με μόλις 300 οπλοφόρους και ο Πλαπούτας με άλλους 200, έμειναν σε απελπιστική κατάσταση, έναντι του αντιπάλου. Μην έχοντας άλλη επιλογή, ο Γενναίος κατάφερε να εξαπατήσει τον εχθρό, τακτοποιώντας σωρούς με κεραμίδια να φαίνονται σαν στρατιώτες, και το ίδιο έκανε με πέτρες ο Πλαπούτας στους γύρω λόφους.[16] Όταν πλησίασαν οι Τούρκοι στην Καρύταινα, ο Γενναίος με τους λίγους στρατιώτες του έκανε μια νυχτερινή επιδρομή στο στρατόπεδό τους πυροβολώντας αιφνιδιαστικά μέσα στη νύχτα. Χωρίς να υπάρχει συνεννόηση, πυροβόλησαν και οι στρατιώτες του Πλαπούτα από τους γύρω λόφους και οι Τούρκοι πανικοβλήθηκαν καθώς πίστεψαν ότι είχαν κυκλωθεί από υπέρτερες δυνάμεις και χτυπώντας τα ταμπούρλα για συναγερμό, παραλίγο να σκοτωθούν μεταξύ τους. Πιστεύοντας ότι βρίσκονταν ενώπιον ισχυρών ελληνικών δυνάμεων οπισθοχώρησαν προς τα Μαγουλιανά, όπου οι Έλληνες αμύνθηκαν με γενναιότητα από τις σπηλιές όπου είχαν καταφύγει, ενώ η (ανυπόστατη) φήμη ότι ερχόταν στην περιοχή ο Γενναίος με πολλά στρατεύματα, εξανάγκασε τους Τούρκους να εκκενώσουν την περιοχή.[17]Αμέσως διαδόθηκαν στην Καρύταινα φήμες ότι δήθεν ο 21χρονος τότε Γενναίος, είχε εξολοθρεύσει χιλιάδες Αιγυπτίους του Ιμπραήμ και από όπου περνούσε ο νεαρός οπλαρχηγός, γινόταν δεκτός με κωδωνοκρουσίες, πυροβολισμούς στον αέρα και ευχές από τα γυναικόπαιδα, καθώς όλοι πίστευαν ότι είχαν σωθεί οριστικά.[18]Πάντως, έστω και με τη βοήθεια της τύχης, ο Γενναίος κατάφερε να ασφαλίσει την Καρύταινα σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη συγκυρία για την επανάσταση, γεγονός που συντέλεσε να κρατηθεί ακμαίο το επαναστατικό φρόνιμα σε μια κρίσιμη επαρχία της Πελοποννήσου.[19]


Μετά από σχετική διαταγή του πατέρα του τον Ιούνιο του 1827,  ο Γενναίος ξεκίνησε μια περιοδεία στην Ηλεία για να εμποδίσει το προσκύνημα όσων αμφιταλαντεύονταν (και δεν ήταν λίγοι αυτοί), να φέρει πίσω στις τάξεις των επαναστατών όσους είχαν αυτομολήσει, αλλά και να τιμωρήσει παραδειγματικά όσους θα αρνούνταν να αποτινάξουν το προσκύνημα που είχαν κάνει. Ο Γενναίος έκαψε κάποιες καλύβες προσκυνημένων για παραδειγματισμό[20] και αποφάσισε να σκοτώσει με βασανιστήρια τον προύχοντα Κρεστενίτη, που πρώτος δέχτηκε τους Τούρκους και παρέσυρε πολλούς άλλους να τον μιμηθούν. Τελικά, μετά από παραινέσεις των ντόπιων οπλαρχηγών Παπασταθόπουλου και Ιωάννη Πέτα, ο Γενναίος τον άφησε να ζήσει, αλλά τον εξευτέλισε διά δημόσιου εμπτυσμού.[21] Όλοι οι ντόπιοι γύρισαν με το μέρος των επαναστατών, ενώ τον Ιούλιο ο Γενναίος έμαθε από τη Ζάκυνθο ότι στο Λονδίνο οι Μ. Δυνάμεις συζητούν για την ελευθερία της Ελλάδας και οι στρατιώτες του έριχναν βολές στον αέρα πανηγυρίζοντας προς εμψύχωση όλων, αλλά ο λαός αποκαμωμένος δεν τους πίστευε.[22] Ακολούθως έγινε η μεγάλη μάχη στον λόφο της Καυκαριάς στις 26-27 Αυγούστου 1827, όπου οι Έλληνες με επικεφαλής τους Πλαπούτα, Δ. Μελετόπουλο και Χρήστο Φωτομάρα καλά οχυρωμένοι, αμύνθηκαν με επιτυχία στις επιθέσεις 7.000 Τούρκοαιγυπτίων και 500 προσκυνημένων. Στη σφοδρή διήμερη μάχη ο Γενναίος δεν έλαβε μέρος αλλά έδρασε επικουρικά στη γύρω περιοχή, ενώ οι Τούρκοι είχαν πάνω από 400 νεκρούς, δεκαέξι αξιωματικοί και ένας σημαιοφόρος.[23]      

 Σε όλη την περίοδο λίγο πριν τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, ο Γενναίος ανέπτυξε μια αξιοθαύμαστη προσπάθεια παρενόχλησης και παρεμπόδισης των Αιγυπτίων σε πολλά σημεία στην δυτική και κεντρική Πελοπόννησο. Στις 21 Σεπτεμβρίου του 1827 στη Δίβρη, ο Γενναίος αντιμετώπισε ένα Σώμα 7.000 Αιγυπτίων με μόνο 2.500 οπλοφόρους και κατάφερε μετά από συνεχείς αψιμαχίες και ακροβολισμούς να το εμποδίσει να εισβάλει στην Καρύταινα,[24] σώζοντας εκ νέου την περιοχή.[25] Τους ντόπιους κατοίκους που προσκυνήσαν τους επανάφερε στην επανάσταση χρησιμοποιώντας τις ίδιες σκληρές μεθόδους που είχε χρησιμοποιήσει στην υπόλοιπη Ηλεία.

Την σημαντική νίκη του Γενναίου στη Δίβρη παρουσιάζει το δημοτικό τραγούδι (της τάβλας) «Μπραΐμης ξεκίνησε»[26]:

Ορέ, Μπραΐμης εξεκίνησε ορέ, την Δίνρη να πατήσει,

Ορέ, με δυο χιλιάδες τακτικούς, ορέ κι εξήντα δυο κανόνια,

Ορέ, Γενναίος σαν το έμαθε, ορέ, τσακίστηκε στα γέλια

Ορέ, πιάνει και φτιάνει ένα ορδί, ορέ στης Δίβρης τ΄ αμπέλια.

Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Ιμπραήμ κατηγορούσε τον Γέρο του Μοριά ως «δειλό», αφού στέλνει συνεχώς στην μάχη τον γιό του και αυτός έμενε πίσω.  Ακόμη και ο ίδιος ο Ιμπραήμ σε συζήτησή του με Έλληνες οπλαρχηγούς κατά την ανταλλαγή αιχμαλώτων, παραδέχθηκε τις ικανότητες του Γενναίου, ενώ επαίνεσε και τον Θ. Κολοκοτρώνη για την ικανότητά του να ελίσσεται και να του ξεφεύγει επί τρία χρόνια στα ίδια μέρη.[27] Σύμφωνα με τον Φωτάκο: «Ο Γενναίος ήταν ο μόνος στρατηγός, που έμπαινε εις το ρουθούνι των Αράβων, εζάλισε κατά τούτο τον Ιμπραήμ και το μαρτυρεί όλη η Πελοπόννησος».[28]

Είναι λοιπόν αναμφίβολο από όσα έχουμε αναλύσει ως τώρα, ότι η Πελοπόννησος και οι οπλαρχηγοί της με πρωταγωνιστή τον Γενναίο, αντιστέκονταν νικηφόρα στον Ιμπραήμ[29] μέχρι και τις παραμονές της ναυμαχίας του Ναυαρίνου και σε καμία περίπτωση δεν είχαν καταθέσει τα όπλα,[30] ασχέτως των δυσχερειών ανεφοδιασμού που αντιμετώπιζαν. Ήδη ο Μεχμέτ Αλής είχε μεγάλη αμφιβολία για την τελική νίκη στην Πελοπόννησο καθώς οι πολεμικές επιχειρήσεις είχαν κοστίσει 25 εκατομμύρια ισπανικά τάλιρα, αλλά το τέλος της εκστρατείας δεν έδειχνε κοντινό, ενώ η διεθνής θέση της Πύλης έναντι των Μ. Δυνάμεων γινόταν συνεχώς χειρότερη.[31] Ο Αγώνας συνεχιζόταν τραχύς και αμφίρροπος και δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι τελικά θα νικούσε ο Ιμπραήμ,[32] ο οποίος δεν είχε πετύχει κανένα αντικειμενικό του σκοπό,[33] είχε ηττηθεί στη Μάνη, είχε ματαιωθεί οριστικά το προσκύνημα στην Αχαΐα, ενώ και ο στρατός του επίσης δεν ήταν σε καλή κατάσταση. Οι Έλληνες άμαχοι μετά τον πρώτο αιφνιδιασμό από την γενοκτονική μανία του Ιμπραήμ είχαν καταφέρει να βρουν ανορθόδοξους τρόπους διαβίωσης στην ύπαιθρο που τους εξασφάλιζαν την ατομική τους ασφάλεια και την επιβίωσή τους έστω υπό αντίξοες συνθήκες.

Νομίζω ότι με υποθέσεις δεν γράφεται ιστορία. Αν π.χ. κάποιος σταματούσε την εξιστόρηση των γεγονότων στο σημείο που η στρατιά του Δράμαλη ξεχυνόταν προς το Άργος και οι Έλληνες σκορπούσαν στα όρη, προφανώς θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι η επανάσταση ασφαλώς θα γνώριζε τη συντριβή. Κάτι τέτοιο δεν συνέβη όμως. Ομοίως και η υπόθεση ότι ο Ιμπραήμ θα λύγιζε τους Έλληνες αποτελεί μια πολύ πιθανή εξέλιξη, αλλά σίγουρα όχι ένα ιστορικό γεγονός. Έτσι, ο ισχυρισμός ότι η ελευθερία των Ελλήνων οφείλεται στην επέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων και στη ναυμαχία του Ναυαρίνου, εκτός από ανακριβής είναι και ανευλαβής απέναντι στους αγωνιστές όπως ο Γενναίος, ο Πλαπούτας και ο Νικηταράς που διατήρησαν τη δάδα της επανάστασης αναμμένη μέχρι τελευταία στιγμή. Χωρίς τη συνεχή αντίσταση των Ελλήνων απέναντι στον Ιμπραήμ, η ναυμαχία του Ναυαρίνου πιθανά να μην γινόταν, γιατί δεν θα υπήρχε λόγος να γίνει. Επίσης, ως προς την επέμβαση των Μ. Δυνάμεων, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι οι Έλληνες είχαν νικήσει στον πόλεμο εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και η εκστρατεία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο αποτελούσε ουσιαστικά επέμβαση μιας τρίτης δύναμης.

Συμπερασματικά

Στην βιογραφία μου για τον Γενναίο, έχω επιφυλάξει μια θετική εικόνα για τον Μαυροκορδάτο, ο οποίος και εγώ πιστεύω ότι έχει υποτιμηθεί η προσφορά του στην επανάσταση, όπως και γενικά όλων των κυβερνητικών αξιωματούχων, των “καλαμαράδων” δηλαδή. Ένας επαναστατικός οργανισμός, εκτός από τους οπλοφόρους έχει ανάγκη και από ικανούς διοικητικούς υπαλλήλους.

Επίσης γενικά δεν πρέπει να φοβόμαστε να εξετάζουμε με νέα ματιά ζητήματα που θεωρούμε λυμένα και δεδομένα. Η αποστολή της επιστήμης και της ιστοριογραφίας είναι να αμφισβητεί και να ερευνά. Τόσο απλό και τόσο γνωστό, αλλά το ξεχνάμε.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως οι γενικεύσεις της Κας Ευθυμίου είναι ατυχείς, ανακριβείς και χωρίς τεκμηρίωση από τα γεγονότα και χωρίς το απαιτούμενο ιστορικό βάθος. Γενικότερα όλες οι ιστορικές γενικεύσεις περιλαμβάνουν τον κίνδυνο του λάθους και της υπερβολής. Σε αυτή την περίπτωση νομίζω ότι η Κα Ευθυμίου λάθεψε, αλλά ίσως δεν πρέπει να την κρίνουμε τόσο αυστηρά, καθώς απλά έδωσε μια προφορική από στήθους συνέντευξη.

Σημειώσεις

[1] Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (τόμος ΣΤ΄), σελ. 197.

[2] Ν. Τόμπρος, Ένοπλες συγκρούσεις κατά τη διάρκεια της πολιορκίας των Πατρών (1821-1828), σελ. 158.

[3] Εδώ ορθά ο Δεληγιάννης αντιδιαστέλλει τη φυγή του Γενναίου πριν τη μάχη στο Πέτα για εσωτερικούς λόγους με τη δική του που παρέμεινε και πολέμησε. Λιάτα Ευτυχία, Οι αναβαθμοί της απομνημόνευσης, περιοδικό Έρανιστής, τεύχος 20, σελ. 229.

[4] Ο Δεληγιάννης στα Απομνημονεύματα του κατηγορεί τον Κολοκοτρώνη ότι προέβη σε λεηλασίες εις βάρος των χωρικών από τα μέρη που περνούσε. Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (τόμος ΣΤ΄), σελ. 213.

[5] Σύμφωνα με τον Π.Π. Γερμανό η πρόθεση του Κολοκοτρώνη ήταν να επωφεληθεί από τα λάφυρα της επικείμενης πτώσης του Ναυπλίου. Γερμανός Παλαιών Πατρών, Απομνημονεύματα, σελ. 127.

[6] Σπηλιάδης Νικόλαος, Απομνημονεύματα (τόμος Α΄), σελ. 390.

[7] Βακαλόπουλος Απόστολος, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού (τόμος ΣΤ΄), σελ. 214.

[8] Ο Γόρδων χαρακτηρίζει τα μέλη του Εκτελεστικού «δημόσιους ληστές». Γόρδων Θωμάς, Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως (τόμος Β΄), σελ. 345.

[9] Το δάνειο του 1824-1825 ήταν ονομαστικής αξίας 2.800.000 λιρών ώστε να εισπραχθεί από την ελληνική κυβέρνηση πραγματικό κεφάλαιο  1.572.000 λιρών. Τελικά στην Ελλάδα έφθασαν μόλις 540.000 λίρες, καθώς όλα τα υπόλοιπα χρήματα σπαταλήθηκαν από τους διαπραγματευτές, αλλά κυρίως τους διαχειριστές του δανείου. Δερτιλής Β. Γεώργιος, Ιστορία του ελληνικού κράτους 1830-1920 (Τόμος Α΄), σελ. 117.

[10] «Η κυβέρνησις έχων άφθονες λίρες και βαθμούς δεν έλλειψε να αυξάνη μισθούς και βαθμούς εις τον τυχόντα…», Κολοκοτρώνης Γενναίος, Απομνημονεύματα, σελ. 130.

[11] Παπαγιώργης Κωστής, Κανέλλος Δεληγιάννης, σελ. 240.

[12] «…Ο δε Γενναίος είδε το τζάκισμα του σώματος του Πάνου δίχως να γνωρίζη τον θάνατον του αδερφού του, εμάχετο έως δύο ώρας της νυκτός αδιακόπως εις το Καμάρι…», Κολοκοτρώνης Γενναίος, Απομνημονεύματα, σελ. 133.

[13] «..Δε σημειώνω τους φόνους του εμφυλίου πολέμου από την αρχή έως το τέλος, διότι με πιάνει φρίκη, αλλά σημειώνω ότι έγιναν πλήθος και από τα δύο μέρη…», Κολοκοτρώνης Γενναίος, Απομνημονεύματα, σελ. 134.

[14] Κόκκινος Διονύσιος, Η Ελληνική Επανάστασις (τόμος Δ΄), σελ.516.

[15] Δημητρακόπουλος Βασίλειος, Συνοπτική έκθεσις περί των γερουσιαστικών προσόντων του στρατηγού Ι. Θ. Κολοκοτρώνου, σελ. 42.

[16] Κολοκοτρώνης Γενναίος, Απομνημονεύματα, σελ. 237.

[17] Κολοκοτρώνης Γενναίος, Απομνημονεύματα, σελ. 239.

[18] Στην πραγματικότητα, στις αψιμαχίες που είχαν προηγηθεί είχαν σκοτωθεί μόνο 100 Αιγύπτιοι. Κολοκοτρώνης Γενναίος, Απομνημονεύματα, σελ. 240.

[19] Επιστολή Church προς αντικυβερνητική Επιτροπή 24ης Σεπτεμβρίου 1827, Δημητρακόπουλος Βασίλειος, Συνοπτική έκθεσις περί των γερουσιαστικών προσόντων του στρατηγού Ι. Θ. Κολοκοτρώνου, σελ. 52.

[20] «Ο Γενναίος εδιέταξε να κάψουν μερικάς καλύβας, δια να φέρη, ως άνω λέγομεν, τρόμον και παραδειγματισμόν εις τους λοιπούς…», Κολοκοτρώνης Γενναίος, Απομνημονεύματα, σελ. 244.

[21] «.και έτζι ο Γενναίος πεισθείς εις τας παρατηρήσεις του Πέτα, Παπασταθόπουλου και Αποστόλη Κολοκοτρώνη δεν τον εφόνευσε, αλλά παρόν το πλήθος τον έφτυσαν όλοι ως προδότη…», Κολοκοτρώνης Γενναίος, Απομνημονεύματα, σελ. 245.

[22] «Όπου ο Γενναίος αφού έλαβε την είδησιν, έρριξε τρεις παταριές προς εμψύχωσιν του λαού. Αλλά όλοι ήτον απελπισμένοι και δεν επίστευον τον Γενναίον…», Κολοκοτρώνης Γενναίος, Απομνημονεύματα, σελ. 241.

[23] Επιστολή Πλαπούτα σε Θ. Κολοκοτρώνη. Κολοκοτρώνης Γενναίος, Επιστολαί και διάφορα έγγραφα, σελ. 519-521.

[24] Κολοκοτρώνης Γενναίος, Απομνημονεύματα, σελ. 243.

[25] «..από τον ίδιον Πασάν τόν κατά της Πάτρας διευθυνόμενον προς τήν Δίβρην και τά πέριξ αυτής, από το σώμα του ιδίου Γενναίου Θ. Κολοκοτρώνη και έκτυπήθη κατά τά αμπέλια του ιδίου χωρίου- ο Γενναίος Θ. Κολοκοτρώνης εφόνευσε και έζώγρησεν εως πεντήκοντα των έχθρων, ικανούς ίππους και πολλά πλούσια λάφυρα, ενώ έκ των ημετέρων έπληγώθησαν μόνο 6. Ο δε Γενναίος Θ. Κολοκοτρώνης υπεχρέωσε τον έχθρόν να οπισθοδρόμηση από τήν οποίαν διευθύνετο προς την Καρύταιναν όδόν.», αναφορά του Church προς την Αντικυβερνητική επιτροπή, 24 Σεπτεμβρίου 1827. Κολοκοτρώνης Γενναίος, Επιστολαί και διάφορα έγγραφα, σελ. 546-547.

[26] Τουτούνης Ηλίας, Η γενιά των Κολοκοτρωναίων και τα τραγούδια τους, σελ. 464.

[27] Χρυσανθόπουλος Φώτιος (Φωτάκος), Απομνημονεύματα (τόμος Β΄), σελ. 327.

[28] Χρυσανθόπουλου Φώτιου ή Φωτάκου, Βίοι Πελοποννησίων Ανδρών, σελ. 187.

[29] «Αι πατριωτικαί πράξεις του Νικήτα, του Γενναίου, του Κολιόπουλου και των υπαυτούς οπλαρχηγών είναι άξιαι παντός επαίνου….Αι νίκαι του Νικήτα, Γενναίου, Κολιόπουλου των παλαιών μας φίλων και μαθητών μας εις Ζάκυνθον, λαμπρύνουν επί μάλλον την Δόξαν Σας… ». Επιστολή Church σε Θ. Κολοκοτρώνη, 6ης Σεπτεμβρίου 1827. Κολοκοτρώνης Γενναίος, Επιστολαί και διάφορα έγγραφα, σελ. 519-521.

[30] «Αλλά πανταχού όπου έστρεφε τα νώτα αυτού εφύοντο «κατά τα πλάγια αυτού ως και εν τοις νώτοις ένοπλοι Έλληνες ως μύκητες από της γης». Ο χρόνος των καιρίων επιτυχιών αυτού είχε παρέλθει πλέον». Χέρτσμπεργκ Γουσταύος, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως (τόμος Γ΄), σελ. 138.

[31] Χέρτσμπεργκ Γουσταύος, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως (τόμος Α΄), σελ. 95.

[32]Ένα τμήμα της ελληνικής ιστοριογραφίας, μάλλον ατεκμηρίωτα, θεωρεί ότι ο Ιμπραήμ είχε επικρατήσει στην Πελοπόννησο και η επανάσταση του 1821 είχε κατασταλεί. Πως εξηγείται η καταστολή της Επανάστασης στον Μοριά από τον Ιμπραήμ; από Βερέμης Θάνος, 21 ερωτήσεις και απαντήσεις για το ΄21, σελ. 98-105.

[33] «Και επήνεγκε μεν κατ΄ αυτήν υπερμεγέθεις υλικάς καταστροφάς εις τους Πελλοπονησίους, αλλά πράγματι ουδεμίαν καθυπέταξεν χώραν». Χέρτσμπεργκ Γουσταύος, Ιστορία της Ελληνικής επαναστάσεως (τόμος Γ΄), σελ. 94.

Πηγές

Γενναίος Κολοκοτρώνης, ο έφηβος οπλαρχηγός του 1821,εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2021.

Απάντηση