Όταν ένας ελληνικός μύθος ταξιδεύει από τον Όμηρο στο Hollywood και αποκτά το πρόσωπο ενός ολόκληρου κόσμου, τι κερδίζει — και τι κινδυνεύει να χάσει;
Γράφει η Πέτρα Τερζή, σκηνοθέτρια, παραγωγός, ιδρύτρια του Διεθνούς Κέντρου Πολιτισμού Petrosophy
Ως Ελληνίδα filmmaker, δεν μπορώ να δω την Οδύσσεια του Christopher Nolan απλώς ως ακόμη μία μεγάλη χολιγουντιανή παραγωγή. Δεν μπορώ να δω την Ιθάκη, την Τροία, τον Οδυσσέα και την Πηνελόπη μόνο ως κινηματογραφικά σκηνικά και χαρακτήρες.
Βλέπω έναν ελληνικό μύθο να ταξιδεύει ξανά.
Αυτή τη φορά, όμως, ταξιδεύει μέσα από το βλέμμα ενός Αμερικανού σκηνοθέτη, μέσα από ένα διεθνές καστ και μέσα από μια παραγωγή που γυρίστηκε σε έξι χώρες. Η ίδια η διαδικασία δημιουργίας της ταινίας μοιάζει, κατά κάποιον τρόπο, με μια νέα Οδύσσεια: ένα ελληνικό έπος που ταξιδεύει στον κόσμο για να επιστρέψει ξανά στην οθόνη.
Και τότε γεννιέται το πρώτο ερώτημα:
Η Οδύσσεια του Nolan είναι η παγκοσμιοποίηση ενός ελληνικού μύθου ή η φυσική εξέλιξη της οικουμενικότητάς του;
Σε ποιον ανήκει η Οδύσσεια;
Η επιλογή ενός διεθνούς καστ έχει προκαλέσει συζήτηση. Γιατί ο Οδυσσέας είναι ο Matt Damon; Γιατί η Πηνελόπη η Anne Hathaway; Γιατί η Αθηνά η Zendaya; Γιατί η Ελένη η Lupita Nyong’o;
Και, κυρίως, γιατί σχεδόν κανένας από τους κεντρικούς χαρακτήρες δεν εκπροσωπείται από Έλληνα ηθοποιό;
Το ερώτημα είναι απολύτως θεμιτό. Αλλά ίσως υπάρχει ένα ακόμη πιο ενδιαφέρον ερώτημα:
Μπορεί η συμπερίληψη διαφορετικών εθνικοτήτων να είναι ένας νέος τρόπος για να γίνει ένας αρχαίος ελληνικός μύθος πραγματικά οικουμενικός;
Η Οδύσσεια είναι ελληνική ως προς την καταγωγή της, αλλά οικουμενική ως προς το ανθρώπινο ταξίδι της.
Ο Οδυσσέας είναι ο άνθρωπος που φεύγει. Που πολεμά. Που χάνει. Που περιπλανιέται. Που πεινά, φοβάται, ερωτεύεται, εξαπατά, επιβιώνει. Είναι ο άνθρωπος που, μετά από όλα αυτά, θέλει να επιστρέψει.
Και αυτή η ανάγκη δεν έχει εθνικότητα.
Η ανάγκη να επιστρέψεις στο σπίτι, στην οικογένεια, στον εαυτό σου, στις ρίζες σου, είναι ίσως μία από τις πιο οικουμενικές ανθρώπινες εμπειρίες.
Αλλά η Οδύσσεια δεν γεννήθηκε σε ένα πολιτιστικά ουδέτερο περιβάλλον.
Γεννήθηκε στην ελληνική γλώσσα. Μέσα στην ελληνική μυθολογία. Στον κόσμο του Αιγαίου. Σε μια συγκεκριμένη ιστορική και πολιτισμική πραγματικότητα.
Και εδώ βρίσκεται η λεπτή γραμμή:
Πότε η οικουμενικότητα εμπλουτίζει έναν πολιτισμό και πότε κινδυνεύει να τον αφομοιώσει;
Όταν οι Έλληνες δεν καταλαβαίνουν ελληνικά
Υπάρχει, όμως, μία στιγμή στην ταινία που με έκανε να σταθώ περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο.
Η ταινία είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου αγγλόφωνη. Ο Nolan επέλεξε σύγχρονα αγγλικά για τους διαλόγους, αντί να προσπαθήσει να αναπαραστήσει την αρχαία ελληνική γλώσσα.
Και ξαφνικά…
Ένας άνθρωπος μιλά ελληνικά.
Και οι «Έλληνες» απέναντί του δεν τον καταλαβαίνουν.
Χρειάζεται μετάφραση.
Ομολογώ ότι εκεί χαμογέλασα.
Τι είναι αυτό;
Ένα αστείο του Nolan;
Μια σκηνοθετική επιλογή;
Ένα σχόλιο για τη γλώσσα;
Ή μήπως ένα μικρό, έξυπνο παιχνίδι με τον θεατή;
Μήπως ο Nolan μάς βάζει μπροστά σε έναν παράδοξο καθρέφτη;
Μια ελληνική ιστορία που έχει γίνει παγκόσμια, τόσο παγκόσμια ώστε οι ίδιοι οι Έλληνες χαρακτήρες να χρειάζονται μετάφραση για να καταλάβουν την ελληνική γλώσσα.
Δεν γνωρίζω αν αυτή ήταν η πρόθεση του Nolan. Και ακριβώς γι’ αυτό βρίσκω τη σκηνή ενδιαφέρουσα.
Γιατί ο κινηματογράφος, όταν είναι πραγματικά ζωντανός, δεν μας δίνει μόνο απαντήσεις. Μας δημιουργεί ερωτήματα.
Και ίσως αυτό το συγκεκριμένο ερώτημα να είναι το πιο σημαντικό:
Τι συμβαίνει όταν ένας πολιτισμός γίνεται παγκόσμιος αλλά κινδυνεύει να ξεχάσει τη γλώσσα του;
Μήπως ο Nolan μας κάνει να θέλουμε να μάθουμε ελληνικά;
Εδώ συμβαίνει κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον.
Η ταινία φαίνεται ήδη να έχει προκαλέσει μια αναζωπύρωση του ενδιαφέροντος για την ελληνική γλώσσα και τον Όμηρο.
Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στη Βρετανία, οι online αναζητήσεις για «learn Greek» αυξήθηκαν κατά 550%, φτάνοντας περίπου τις 6.000 αναζητήσεις τον μήνα. Την ίδια στιγμή, σχεδόν 40.000 αντίτυπα της Odyssey είχαν πουληθεί στο Ηνωμένο Βασίλειο μέσα στο 2026, 70% περισσότερα από την προηγούμενη χρονιά.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι η ταινία «έφερε» όλους αυτούς τους ανθρώπους στην ελληνική γλώσσα.
Αποδεικνύει όμως κάτι πολύ σημαντικό:
Ο κινηματογράφος μπορεί να γίνει η αφορμή για μια πολιτιστική περιέργεια.
Κάποιος βλέπει μια ταινία.
Μετά θέλει να μάθει ποιος ήταν ο Όμηρος.
Μετά αγοράζει την Οδύσσεια.
Μετά θέλει να ακούσει την ελληνική γλώσσα.
Και ίσως κάποια στιγμή θέλει να μάθει να τη διαβάζει.
Ίσως, λοιπόν, αυτή η αγγλόφωνη Οδύσσεια να δημιουργεί ένα παράδοξο αποτέλεσμα:
να κάνει τον κόσμο να θέλει να πλησιάσει την ελληνική γλώσσα.
Η ελληνική γλώσσα ως άσκηση σκέψης
Δεν θα έλεγα εύκολα ότι η ελληνική γλώσσα είναι «θεραπευτική» με την ιατρική έννοια. Θα ήταν μια υπερβολή που δεν χρειάζεται.
Υπάρχει όμως σοβαρό εκπαιδευτικό και ερευνητικό ενδιαφέρον γύρω από τις γνωστικές και γλωσσικές διαστάσεις της εκμάθησης των κλασικών γλωσσών. Η σύγχρονη παιδαγωγική έρευνα συνδέει τη μελέτη των αρχαίων ελληνικών με την αναλυτική και κριτική επεξεργασία σύνθετων κειμένων, ενώ μια ευρύτερη ερευνητική βιβλιογραφία εξετάζει τις επιδράσεις της μελέτης αρχαίων γλωσσών σε γλωσσικές και γνωστικές δεξιότητες.
Ίσως, λοιπόν, η αξία της ελληνικής γλώσσας να βρίσκεται όχι σε κάποια μυστηριώδη «θεραπευτική δύναμη», αλλά στην ίδια την απαίτηση που θέτει στον νου:
να παρατηρήσει,
να διακρίνει,
να συνδέσει,
να ερμηνεύσει,
να αναζητήσει την ακριβή σημασία μιας λέξης.
Η γλώσσα δεν είναι μόνο εργαλείο επικοινωνίας.
Είναι τρόπος σκέψης.
Και ίσως αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα δώρα που μπορεί να μας προσφέρει η επιστροφή στον Όμηρο.
Η Οδύσσεια ανήκει σε όλους — αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε από πού ξεκίνησε
Θέλω να πιστεύω στην πολιτιστική συμπερίληψη.
Θέλω να βλέπω ανθρώπους διαφορετικών εθνικοτήτων, χρωμάτων και πολιτισμικών καταβολών να μπορούν να κατοικούν τους μεγάλους μύθους της ανθρωπότητας.
Γιατί αν ο Οδυσσέας μπορεί να γίνει σύμβολο του ανθρώπου που αναζητά την πατρίδα του, τότε μπορεί να μιλήσει σε έναν Αμερικανό, έναν Αφρικανό, έναν Ασιάτη, έναν Ευρωπαίο, έναν πρόσφυγα, έναν μετανάστη, σε κάθε άνθρωπο που κάποτε αναγκάστηκε να φύγει ή ονειρεύτηκε να επιστρέψει.
Αλλά οικουμενικότητα δεν σημαίνει απαραίτητα ανωνυμία.
Το να ανήκει κάτι σε όλο τον κόσμο δεν σημαίνει ότι πρέπει να ξεχάσουμε από πού ξεκίνησε.
Η Οδύσσεια μπορεί να ανήκει στην ανθρωπότητα και ταυτόχρονα να παραμένει βαθιά ελληνική.
Ίσως μάλιστα αυτή να είναι η μεγαλύτερη πρόκληση για κάθε σύγχρονη διασκευή:
να ανοίγει τις πόρτες του μύθου σε ολόκληρο τον κόσμο χωρίς να γκρεμίζει το σπίτι από το οποίο ξεκίνησε.
Και τελικά… επιστροφή στην Ιθάκη
Η πιο όμορφη ειρωνεία είναι ότι η Οδύσσεια του Nolan, ενώ ταξιδεύει τόσο μακριά από την Ελλάδα, μιλά τελικά για την επιστροφή.
Για έναν άνθρωπο που έχει δει τον κόσμο και θέλει να γυρίσει σπίτι.
Και ίσως, χωρίς να το επιδιώκει, η ταινία να μας θέτει και ένα δεύτερο ταξίδι.
Όχι μόνο την επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη.
Αλλά τη δική μας επιστροφή στις ρίζες μας.
Ίσως ένας θεατής στην Αμερική να δει τον Matt Damon ως Οδυσσέα και να αναρωτηθεί ποιος ήταν ο Όμηρος.
Ίσως ένας νέος στην Αγγλία να ψάξει «learn Greek».
Ίσως κάποιος να ανοίξει για πρώτη φορά ένα βιβλίο της Οδύσσειας.
Ίσως κάποιος άλλος να ακούσει ελληνικά και να θελήσει να καταλάβει τι σημαίνουν.
Και ίσως αυτό να είναι το παράδοξο θαύμα του κινηματογράφου:
μια ταινία που παίρνει έναν ελληνικό μύθο και τον ταξιδεύει σε ολόκληρο τον κόσμο μπορεί τελικά να κάνει τον κόσμο να επιστρέψει στην Ελλάδα.
Όχι μόνο στην Ελλάδα ως τουριστικό προορισμό.
Αλλά στην Ελλάδα ως γλώσσα.
Ως μνήμη.
Ως πολιτισμό.
Ως τρόπο σκέψης.
Ως ρίζα.
Και τότε το ερώτημα «Οικουμενικότητα ή παγκοσμιοποίηση του Ομήρου;» ίσως να μην έχει μία μόνο απάντηση.
Ίσως η πραγματική Οδύσσεια να είναι ακριβώς αυτή:
να ταξιδεύουμε όσο πιο μακριά μπορούμε, χωρίς να ξεχνάμε ποτέ από πού ξεκινήσαμε.
Εξ ού και η κατηγορία «Νόστιμον Ήμαρ» στα Διεθνή Φεστιβάλ Κινηματογράφου που διοργανώνουμε στην Ελλάδα και στη Κύπρο. Και ο νοών νοείτο.



