Αριστείδης Χρ. Ζαχαριάς

Δικηγόρος παρ’ Εφέταις, LL.M.

Παρακολουθούμε όλοι, από την αρχή της θητείας αυτής της κυβέρνησης, την
ψήφιση σειράς νομοθετημάτων, τα οποία πολλάκις καταστρατηγούν το
Σύνταγμα μας. Το ίδιο συμβαίνει και με κυβερνητικές πράξεις, οι οποίες
επικαλύπτουν ή/και αντικαθιστούν τη δικαστική εξουσία και κρίση. Τα
κυβερνητικά στελέχη δε, επιδίδονται εσχάτως, εκτός από την προσφιλή σε
αυτά εισαγωγή στην έννομη τάξη μας, νόμων γραμμένων στο πόδι, στην
διατύπωση δημόσιας άποψης, που επιτίθεται ευθέως στο θεμέλιο ενός
δημοκρατικού κράτους, την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Δεν χρειάζεται
να είναι κανείς ούτε πρωτοετής φοιτητής της νομικής σχολής, για να γνωρίζει,
ότι νομοθετικές, εκτελεστικές και δικαιοδοτικές πράξεις επιβάλλεται να
εκτελούνται από τρεις, αντίστοιχες, και ανεξάρτητες μεταξύ τους εξουσίες και
να περιβάλλονται έναν διαφορετικό τύπο: η νομοθέτηση, τον τύπο του νόμου,
η εκτέλεση του νόμου, τον τύπο του διατάγματος ή της διοικητικής πράξης και
η απονομή δικαιοσύνης τον τύπο της δικαστικής απόφασης.

Αποκορύφωμα της ως άνω ευθείας προσβολής του Κράτους Δικαίου, η
πρόσφατη επέμβαση του υπουργού δικαιοσύνης, ο οποίος υπό τον λαϊκιστικό
μανδύα, ότι δήθεν νοιάζεται για να υποβάλουν οι δικαστές δήλωση πόθεν
έσχες – κάτι που ισχύει ούτως ή άλλως – προκατέβαλε και επενέβη στην
δικαιοδοτική κρίση του Συμβουλίου της Επικρατείας. Προφανώς, ο κύριος
υπουργός, νομίζει, ότι είναι ακόμα «εισαγγελέας» στη λαϊκή δίκη με πρόεδρο
τον κύριο Καζάκο και με κατηγορούμενο τον πρόεδρο των ΗΠΑ κύριο Κλίντον,
στην επίσκεψη του τελευταίου στην Αθήνα το έτος 1999. Αυτή όμως η
απαξίωση του Κράτους Δικαίου, από τον ως άνω υπουργό είναι μόνον η
κορυφή του παγόβουνου της κυβερνητικής εκστρατείας κατά του Συντάγματος
και των Νόμων, με μόνο σκοπό την παραμονή στην εξουσία.

Καθημερινά, εκδίδονται κανονιστικές και διοικητικές πράξεις τείνουσες στον
εξανδραποδισμό ή στην καλύτερη των περιπτώσεων στην αποδυνάμωση,
οποιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου «δεν είναι μαζί μας».
Δυστυχώς, όμως οι πράξεις αυτές δεν γίνονται γνωστές στο ευρύ κοινό. Είναι

γνωστό στους παροικούντες την ελληνική Ιερουσαλήμ, η υψηλή εποπτεία που
ασκούν σε κάθε Νομό ορισμένοι κυβερνητικοί βουλευτές, ως σύγχρονοι
κομισάριοι λαϊκών υποθέσεων, οι οποίοι μεριμνούν αφενός για την
επιβράβευση των ημέτερων (επί παραδείγματι με διορισμούς) και αφετέρου
για την καταχώριση και εξουδετέρωση των ασκούντων κριτική. Αιχμή της
προσπάθειας αυτής είναι η συντελούμενη χειραγώγηση του Τύπου,
ενδεικτικός της οποίας είναι ο κατάφωρα αντισυνταγματικός νόμος Παππά,
για τις τηλεοπτικές άδειες, δια του οποίου επιγραμματικά ο ως άνω υπουργός,
με μία διαδικασία οπερέτα, αποφάσισε αυτός, ποιοι τηλεοπτικοί σταθμοί θα
έχουν άδεια και όχι η αρμόδια ανεξάρτητη αρχή, Εθνικό Ραδιοτηλεοπτικό
Συμβούλιο. Αποτελεί δε τραγική διαπίστωση, ότι η ελληνική δημόσια
τηλεόραση, η οποία πρόκειται να ενισχυθεί και με νέους ημέτερους θυμίζει την
Πράβντα και όχι δημόσια τηλεόραση χώρας ανήκουσας στην Ευρωπαϊκή
Ένωση.

Πρώτος ο νομικός κόσμος πρέπει να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, να
πρωτοστατήσει και να στηλιτεύσει την προσβολή του Κράτους Δικαίου.
Πρώτοι οι νομικοί πρέπει να αντιδράσουν, αποβάλλοντας τον τίτλο των επί
χρόνια ευνοημένων, που επιχειρεί μετ’ επιτάσεως να τους προσδώσει η
κυβέρνηση, αποδομώντας τους. Ας αποτελέσει η δημόσια τοποθέτηση του
προέδρου του ΣτΕ Ν. Σακελλαρίου κατά του υπουργού δικαιοσύνης, έναυσμα
καθημερινής κριτικής στις κυβερνητικές συνταγματικές παραβιάσεις. Όλοι μας
οφείλουμε να πάρουμε θέση και να αντιλέξουμε στο όνειρο, στις δηλώσεις και
στις πράξεις του υπουργού δικαιοσύνης να γίνουμε Βενεζουέλα του Μαδούρο,
της οποίας ενώ ο λαός πένεται και έχει καταλυθεί η δημοκρατία, η κυβέρνηση
είναι συνήγορος υπεράσπισης και πρώτος συνομιλητής της στην Ευρώπη.

Κιάτο, 11.12.2017

Αριστείδης Χ. Ζαχαριάς
Δικηγόρος