Όταν αναφερόμαστε στην περίοδο του Μεσοπολέμου στην ουσία
εννοούμε την χρονική περίοδο μεταξύ των δυο παγκοσμίων
πολέμων , δηλαδή το διάστημα 1918-1939.
Το τέλος του Α’ Παγκοσμίου πολέμου βρίσκει την Ελλάδα στο
πλευρό των νικητών δημιουργώντας την χώρα των δυο ηπείρων
και των πέντε θαλασσών.
Ήδη κατά τους βαλκανικούς πολέμους 1912/13 έχει διπλασιάσει
τα εδάφη της αλλά και τον πληθυσμό της.
Από στρατιωτικής άποψης η χώρα σαφέστατα έχει διανύσει μια
άκρως επιτυχημένη πορεία και εάν ο χρόνος σταματούσε στο
1918 χωρίς την Μικρασιατική εκστρατεία και την επακόλουθη
καταστροφή τότε θα μιλούσαμε για την καλλίτερη χρονική
συγκύρια από την ίδρυση του ελληνικού κράτους.
Από οικονομικής πλευράς ο Μεσοπόλεμος αρχίζει
κληρονομώντας ένα πρόβλημα που είχε ξεκινήσει από την
τελευταία δεκαετία του προηγούμενου αιώνα, το σταφιδικό
ζήτημα, όπως και μια σημαντική διάσταση, αυτή του
μεταναστευτικού ρεύματος που μπορεί να εξομάλυνε το
πρόβλημα της σταφίδας όμως με μεγάλη εκροή εργατικού
δυναμικού.
Από το 1900 έως το 1910 ο μέσος όρος του ρεύματος, ειδικά
προς τις ΗΠΑ ήταν της τάξεως των 25.000 πολιτών σε ετήσια
βάση κάτι που σωρευτικά είχε αγγίξει τους 400.000 μετανάστες
το 1930.
Σε αυτό το περιβάλλον θα εξετάσουμε τις οικονομικοκοινωνικές
συνθήκες στην Παλαιά Κόρινθο καθώς και τους τρόπους
αντιμετώπισης των δύσκολων συγκυριών .
Εδώ να θυμίσουμε ότι το όνομα του χωριού μέχρι τις 11
Απριλίου 1951 ήταν Παλαιά Κόρινθος και κατόπιν
μετονομάστηκε σε Αρχαία Κόρινθο.
Η σύσταση της κοινότητας Παλαιάς Κορίνθου είχε
πραγματοποιηθεί στις 31 Αύγουστου 1912 όταν ο οικισμός
αποσπάστηκε από τον Δήμο Κορινθίων .
Πληθυσμιακά το χωριό κατά την πρώτη απογραφή του
Μεσοπολέμου στις 19 Δεκεμβρίου του 1920 είχε ξεπεράσει τους
1.000 κατοίκους, συγκεκριμένα απογράφησαν 511 άνδρες και
517 γυναίκες πράγμα που οδηγούσε τον συνολικό πληθυσμό
στους 1.028 κατοίκους.
Η σταφιδική καλλιέργεια προσέλκυε εργατικό δυναμικό παρά τα
προβλήματα της ενώ την ίδια χρονική περίοδο κάτοχοι
αγροτικής γης θέλοντας να βρίσκονται εγγύτερα των
καλλιεργειών τους εγκαθίστανται μόνιμα στην Παλαιά Κόρινθο.
Ο εσωτερικός αγροτικός αποικισμός είχε ως αποτέλεσμα την
αύξηση των κατοίκων του χωριού αλλά και των γύρω οικισμών.
Στην απογραφή που έλαβε χώρα στις 23 Νοεμβρίου 1928
απογράφηκαν στο χωριό 592 άνδρες και 624 γυναίκες
ανεβάζοντας τον συνολικό αριθμό των κατοίκων στους 1.216
ενώ 51 άτομα, 19 άνδρες και 32 γυναίκες κατοικούσαν στο
Πεντεσκούφι , όπως και 26 άτομα , 10 άνδρες και 19 γυναίκες
κατοικούσαν στον οικισμό Ράχιανι.
Να θυμίσουμε εδώ ότι οι οικισμοί Πεντεσκούφι και Ράχιανι
αναγνωρίστηκαν και προσαρτήθηκαν στη Παλαιά Κόρινθο στις
16 Μαΐου 1928 ,ενώ ο οικισμός Ράχιανι καταργήθηκε στις 16
Οκτωβρίου 1940.
Σημαντική αύξηση εάν σκεφθούμε ότι το μεταναστευτικό ρεύμα
συνεχίζονταν όμως όπως προαναφέραμε η εσωτερική
μετανάστευση στο Νομό Κορινθίας οδηγούσε κατοίκους από την
ορεινή προς την παραλιακή ζώνη προς αναζήτηση καλλίτερης
ζωής αλλά και πιο κοντύτερης στις εκμεταλλεύσεις τους
πρόσβασης αλλά και πιο ελεγχόμενης οργάνωσης.
Ήδη πολλοί από αυτούς παρότι μέχρι τότε δεν κατοικούσαν
μόνιμα στην Παλαιά Κόρινθο είχαν κληρονομήσει γεωργικές
εκτάσεις που προέρχονταν από τις πωλήσεις εθνικών γαιών του
1871 στις πέριξ του χωριού περιοχές, Πουρνερί , Κρητικά,
Ράχιανι, Πεντεσκούφι, έχοντας εντός των εκτάσεων φτιάξει
πρόχειρα σπίτια- υποστατικά δεδομένου ότι οι μετακινήσεις
ήταν χρονοβόρες και αρκετά δύσκολες.
Η ορθή σκέψη οδηγούσε στο αυτονόητο στην μετακόμιση τους
στην Παλαιά Κόρινθο.
Δεν μιλούμε για πυρηνικές οικογένειες αλλά για ολόκληρες
πατριές δεδομένου ότι οι αρχικές μεγαλύτερες εκτάσεις στα
πλαίσια των ανθρώπινων και συγγενικών σχέσεων μέσω
κληρονομιάς και προίκας είχαν κατανεμηθεί σε μικρότερες.
Έτσι παρατηρείται το φαινόμενο ολόκληρες περιοχές να
ανήκουν ιδιοκτησιακά σε άτομα με δεσμούς αίματος , αδέλφια ,
ξαδέλφια , πρώτα και δεύτερα και δεσμούς εξ αγχιστείας όπως
γαμπροί .
Ένας επιπλέον λόγος αύξησης των κατοίκων του χωριού ήταν
και το υψηλό επίπεδο γεννητικότητας σημαντικά υψηλότερο από
τον αντίστοιχο των θανάτων και χωρίς να υπολογίζονται οι
γεννήσεις νεκρών παιδιών λόγω και του υψηλού δείκτη
παιδικής θνησιμότητας.
Υπολογίζεται ότι την συγκεκριμένη χρονική περίοδο κάθε
οικογένεια έχει κατά μέσο όρο τέσσερα παιδιά ενώ υπήρξαν και
μεμονωμένες οικογένειες με δώδεκα εν ζωή παιδιά δείχνοντας
ότι ο δείκτης φυσικής αύξησης που ισοδυναμεί με την φυσική
αλλαγή εξαιρούμενης της μετανάστευσης κυμαίνονταν σε υψηλά
επίπεδα ενισχύοντας δημογραφικά το χωριό.
Αποτέλεσμα κατά την απογραφή της 16 ης Οκτωβρίου 1940 να
απογραφούν ως μόνιμοι κάτοικοι 1.473 άτομα δείχνοντας ότι
κατά την 20ετια 1920/1940 ο αριθμός των κατοίκων αυξήθηκε
κατά 143,29%.
Υψηλότατο ποσοστό εάν αναλογιστούμε ότι η σταφιδική κρίση
συνέχιζε να ταλαιπωρεί παραγωγούς και εργάτες και να οδηγεί
στην μετανάστευση η οποία πλέον διοχετεύονταν και προς τις
μεγάλες πόλεις της χώρας και ειδικά προς την Αθήνα.
Όση λάμψη και φως έδιναν οι γεννήσεις και η αύξηση του
αριθμού των κατοίκων του χωριού τόσο η συνεχιζόμενη κρίση
του αποκλειστικά παραγόμενου προϊόντος της σταφίδας
διαμόρφωνε όρους οικονομικής ασφυξίας για τους κατόχους
ιδιοκτησίας / παραγωγούς και ένδειας για τους ακτήμονες /
εργάτες.
Η ιδιοκτησιακή δομή των καλλιεργούμενων εκτάσεων με βασικό
για να μην ισχυριστούμε σε επίπεδο μονοκαλλιέργειας
παραγόμενου προϊόντος την σταφίδα είχε διαμορφώσει από τα
τέλη του 19 ου αιώνα την οικονομική και κοινωνική
διαστρωμάτωση του χωριού.
Ο 20 ος αιώνας βρίσκει το ένα τρίτο των κατοίκων χωρίς
ιδιόκτητα κτήματα , το ένα τρίτο κατείχε έως 25 στρέμματα και
το υπόλοιπο ένα τρίτο θεωρούνταν για τα επίπεδα μιας χώρας με
μικρές ιδιοκτησίες, μεγαλοϊδιοκτήτες με κατοχή έως και 200
στρεμμάτων .
Οι ακτήμονες παρείχαν την εργασία τους στους έχοντες
περιουσία αφού η παραγωγή και συλλογή της σταφίδας δεν
μπορούσε να περατωθεί στα επίπεδα μιας οικογένειας οπότε και
απαιτούνταν επιπλέον εργατικά χέρια ειδικά στις κρίσιμες
περιόδους του έτους , τότε που τα αμπέλια χρειάζονταν εντατική
και χρονικά άμεση εργασία.
Επιπλέον ένα μικρό μέρος όσων δεν είχαν περιουσία εργάζονταν
σε αρχαιολογικές ανασκαφές που διεύθυνε η Αμερικανική
Σχολή Κλασικών Σπουδών που βρίσκονταν στο χωριό από το
1896 όταν η τότε ελληνική κυβέρνηση της παραχώρησε την
άδεια ανασκαφών για την ανάδειξη της αρχαίας πόλης.
Ιδιοκτήτες καλλιεργειών και ακτήμονες στην λογική του
παραγωγού και εργάτη διαμόρφωναν τις οικονομικές και
κοινωνικές συνθήκες της χρονικής περιόδου του Μεσοπολέμου
ως μια σχέση ανάπτυξης και ευημερίας η οποία είχε τις βάσεις
στις δεκαετίες που είχαν προηγηθεί.
Οι όροι της συνεργασίας διαμορφώνονταν με διαπραγματεύσεις
όπου τα δυο μέρη από κοινού σχημάτιζαν την κοινωνική
διαστρωμάτωση του χωριού μέσα από το πλαίσιο των
εργασιακών σχέσεων και της κάλυψης αμφότερων αναγκών .
Η ευημερία όμως ήταν συνάρτηση των τιμών της σταφίδας αλλά
και των διακρατικών εμπορικών σχέσεων, οι δασμοί των
οποίων χειροτέρευαν τους όρους εμπορίου και διαμόρφωναν
συνθήκες πλεονασμάτων χωρίς προοπτική απορρόφησης .
Τότε έρχονταν οι δύσκολες στιγμές για όλους, ιδιοκτήτες και
εργαζόμενους, τότε το χρυσάφι της ελληνικής οικονομίας, η
σταφίδα, όχι μόνο έχανε την λάμψη του αλλά διέλυε το
υπόβαθρο του βιοτικού επίπεδου οδηγώντας ακόμη και σε
προβλήματα επιβίωσης .
Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 η απόφαση της Γαλλικής
κυβέρνησης να απαγορεύσει την εισαγωγή ελληνικών κρασιών
καθώς και η γενικότερη έλλειψη ζήτησης ως συνέπεια της
μεγάλης διεθνούς χρηματοοικονομικής κρίσης του 1929
οδήγησε σε απόγνωση τους παραγωγούς και σε πλήθος
αγωνιστικών κινητοποιήσεων που κορυφώθηκαν το 1935.
Η κήρυξη πτώχευσης της χώρας το 1932 όπως ήταν απόλυτα
φυσικό ήταν καταλυτική για το σύνολο των οικονομικών
συνθηκών στο εσωτερικό της χώρας.
Χρεοκοπίες, ανεργία, μείωση μισθών άσκησαν αφόρητες πιέσεις
προς όλες τις κατευθύνσεις.
Η μείωση της εξωτερικής ζήτησης λόγω της κρίσης μείωσε
δραματικά τις εξαγωγές.
Το χρονικό διάστημα 1929/1933 οι εξαγωγές σταφίδας
μειώθηκαν κατά 50% συμπαρασύροντας το εμπορικό ισοζύγιο ,
τα συναλλαγματικά διαθέσιμα αλλά και την φοροδοτική
ικανότητα των αγροτών οι οποίοι με τους φόρους τους
κάλυπταν τις ανάγκες του ελληνικού δημοσίου για την
αποπληρωμή των εισαγωγών σιταριού αλλά και συνέχισης των
επενδύσεων, κυρίως έργων οδοποιίας που είχαν δρομολογηθεί.
Την κατάσταση δραματοποιούσε λόγω της διεθνούς κρίσης και η
μεγάλη μείωση των εμβασμάτων όσων εξ αιτίας της σταφιδικής
κρίσης είχαν μεταναστεύσει στο εξωτερικό.
Η στήριξη όσων είχαν μείνει πίσω από τα εμβάσματα ήταν
καθοριστική για την ομαλή διαβίωση τους αφού για αρκετές
οικογένειες αποτελούσαν το μοναδικό εισόδημα.
Οι αριθμοί θεμελιώνουν τον βαθμό της μέγιστης ωφελιμότητας
τους .
Το 1915 για παράδειγμα, η εισροή εμβασμάτων έφτασε τα 61
εκατομμύρια χρυσές λίρες.
Στην ουσία το ύψος τους έφθανε στο μισό του συναλλάγματος
που πρόεκυπτε από τις εξαγωγές σταφίδας ενώ έφθανε στο ένα
τρίτο των συνολικών εξαγωγών της χώρας.
Απούλητη παραγωγή, κατάρρευση εξαγωγών και εμβασμάτων ,
κρίση εισοδημάτων και μισθών , ανεργία , διαμόρφωναν όρους
υπερδανεισμού μέσω τοκογλυφίας για τους ιδιοκτήτες /
παραγωγούς και ένδειας για τους ακτήμονες/ εργάτες.
Η απουσία πιστώσεων οδηγούσε σε τοκογλύφους με επιτόκια
της τάξεως του 20-24%, τοκογλύφους οι οποίοι συνήθως
ταυτίζονταν με τους εμπόρους /διακινητές της σταφίδας και οι
οποίοι προαγόραζαν την παραγωγή με μικρή προκαταβολή
χωρίς ο αγρότης /παραγωγός να γνωρίζει την τελική τιμή οπότε
κατά την εκκαθάριση της πώλησης ο αγρότης εμφανίζονταν
χρεωμένος και χωρίς τα αναγκαία κεφάλαια για βιοπορισμό και
φυσικά για την ανάπτυξη της καλλιέργειας του επόμενου έτους .
Το 1933 το 85% των αγροτών ήταν υπερδανεισμένοι σε σημείο
απόλυτου πιστωτικού ρόγχου, βέβαια θύματα των πρακτικών
τους έπεφταν έναντι των πιστωτών τους , των εμπορικών οίκων
του εξωτερικού , και οι ίδιοι οι σταφιδέμποροι, οπότε η
υπερχρέωση και η οικονομική δυσπραγία εκδηλώνονταν κάθετα
επηρεάζοντας ολόκληρο το οικονομικό σύστημα παραγωγής ,
κατανάλωσης , επενδύσεων.
Σε αυτό το πλαίσιο της οικονομίας δυσπραγίας και των
μειωμένων επιλογών βίωναν την καθημερινότητα τους και οι
κάτοικοι της Παλαιάς Κορίνθου χωρίς τα επίπεδα της κοινωνικής
διαστρωμάτωσης να εξαιρούν τα μέλη της κοινότητας με βάση
την ιδιοκτησία και τα περιουσιακά στοιχεία.
Την συγκεκριμένη χρονική περίοδο ο αναλφαβητισμός στην
χώρα καταγράφονταν στο 42% του συνολικού πληθυσμού κατά
μέσο όρο πράγμα που σημαίνει ότι στην επαρχία και στο
γυναικείο πληθυσμό τα ποσοστά κυμαίνονταν κοντά στο 55-
60%.
Ήταν απόλυτα επομένως λογικό τα όσα ελάμβαναν χώρα σε
επίπεδο κυβέρνησης και Τράπεζας Ελλάδος σχετικά με την
δημοσιονομική και νομισματική εξυγίανση, την αντιμετώπιση
της εκροής συναλλάγματος, την πτώση των εξαγωγών, τις
πτωχεύσεις επιχειρήσεων και βιοτεχνιών, την έξοδο της
δραχμής από τον κανόνα του χρυσού, την υποτίμηση της και
τελικά την πτώχευση και την αδυναμία εξυπηρέτησης του
δημοσίου χρέους, να αποτελούσαν ψιλά γράμμα για τους
κατοίκους του χωριού.
Ο απλός κόσμος εισέπραττε όλα τα παραπάνω με αυτό που
περιγράφεται ως ακρίβεια ζωής, ως αδυναμία απόκτησης ακόμη
και των στοιχειωδών προϊόντων διαβίωσης.
Όταν τα δυο τρίτα μιας χώρας ζουν και απασχολούνται στη
ύπαιθρο όπου και παράγουν το 60% του εθνικού εισοδήματος
και το 90% των εξαγωγών με κυριότερα εξαγώγιμα προϊόντα την
σταφίδα και τον καπνό τότε οι μειωμένες τιμές των αγροτικών
προϊόντων και οι λιγότερες εξαγωγές σημαίνουν φτώχεια και
εξαθλίωση.
Μόνο την διετία 1930/31 οι τιμές των αγροτικών προϊόντων
είχαν πέσει πάνω από 25%.
Στην βάση αυτή οι κάτοικοι της Παλαιάς Κορίνθου όπως
άλλωστε και ολόκληρη η ελληνική ύπαιθρος βίωναν τα
αποτελέσματα μιας δυσμενούς συγκυρίας χωρίς να γνωρίζουν
τους λόγους που την είχαν διαμορφώσει ,άλλωστε αυτό ήταν το
τελευταίο που τους ενδιέφερε αφού η δύσκολη καθημερινότητα
απορροφούσε ολόκληρη την ενεργεία τους.
Όταν ο αναλφαβητισμός είναι υψηλός κατά βάση ο οικονομικός
αναλφαβητισμός είναι πολύ μεγαλύτερος , οπότε εάν κρίνουμε
και από τα σημερινά επίπεδα του οικονομικού αναλφαβητισμού
δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να ψέγουμε τους ανθρώπους
εκείνης της εποχής .
Φυσικά όπως συμβαίνει σε όλες τις οικονομικές κρίσεις τα
μεγαλύτερα πλήγματα δέχονται οι πιο ευάλωτοι , αυτοί που η
πηγή των εισοδημάτων τους προέρχεται μόνο από την μισθωτή
εργασία χωρίς την ύπαρξη δυνατότητας αποταμίευσης και
αποθησαύρισης χρημάτων για τις δύσκολες συγκυρίες .
Η ψυχική φθορά τους είναι σαφέστατα μεγαλύτερη αφού το
ενδεχόμενο έλλειψης ακόμη και του ελάχιστου διεκπεραιωτικού
μεροκάματου δίνει στην κρίση εφιαλτικές διαστάσεις .
Η δεκαετία του ’20 για την χώρα μας διαμορφώθηκε με άξονα
τις επιπτώσεις από την Μικρασιατική εκστρατεία – καταστροφή
και την υποδοχή 1,5 εκατομμυρίων προσφύγων από την Μικρά
Ασία.
Η χώρα δεν βίωσε την ξέφρενη για τον υπόλοιπο κόσμο
δεκαετία του ’20, την δεκαετία της ευημερίας, της κατανάλωσης,
της επίδειξης πλούτου αλλά και της διαμόρφωσης εξ αυτών του
οικονομικού κραχ του 1929 και των δραματικών επιπτώσεων
που ακολούθησαν.
Η χώρα μας αντίθετα πάλεψε με τους δαίμονες της
Μικρασιατικής καταστροφής και όταν όλα έδειχναν ότι θα
μπορούσε να ξεφύγει από τον μαρασμό που ακολούθησε το
κραχ του ΄29 οι τύχες των εμπορικών της εταίρων καθόρισαν και
την δική της με αποτέλεσμα την πτώχευση του 1932 και την
υποτίμηση της δραχμής.
Εγκατάσταση προσφύγων δεν υπήρξε στην Παλαιά Κόρινθο, η
μεγάλη πλειοψηφία των οποίων εγκαταστάθηκε στην περιοχή
του Συνοικισμού στην Κόρινθο, ούτε υπήρξε μεταβολή των
εργασιακών και μισθολογικών όρων των ακτημόνων του
χωριού από την προσφορά εργατικής δύναμης από την πλευρά
των προσφύγων .
Οι ισχυρές διαπροσωπικές σχέσεις των κατοίκων του χωριού
δεν επέτρεψαν διαφοροποιήσεις σε σχέση με την προ έλευσης
εποχή των προσφύγων στην ευρύτερη περιοχή.
Δομική κρίση δεν υπήρξε, το μοντέλο της παροχής εργασίας με
διαπραγμάτευση και η κοινά αποδεκτή αμοιβή συνεχίστηκε
ακόμη και στις πιο δύσκολες συγκυρίες.
Η παράδοση και η αποτελεσματικότητα της διαδικασίας
αποτελούσαν ισχυρό μέσο αποτροπής κάθε άλλης
συμπεριφοράς και κάθε άλλου τύπου συμφωνιών.
Δυσαρέσκειες υπήρχαν όμως ποτέ δεν εστιάζονταν στη ταξική
δομή ιδιοκτητών / εργατών, απλά είχαν διαστάσεις πτυχών της
ανθρώπινης συμπεριφοράς και της δύσκολης καθημερινότητας.
Για όποιον διερωτάται εάν όλα ήταν ειδυλλιακά η απάντηση
είναι σαφέστατα , όχι.
Και διενέξεις υπήρχαν και αντιζηλίες και εντάσεις όπως σε κάθε
κοινωνία και σε κάθε έκφανση της καθημερινής τριβής, όμως
ποτέ δεν είχαν ακραίες διαστάσεις.
Η εμβέλεια της λέξης ‘συγχωριανός’ όριζε και το πλαίσιο κάθε
αντιπαλότητας γι’αυτό και σπάνια οδηγούνταν σε πλήρη
αδιέξοδα.
Εγωιστικές και αλαζονικές συμπεριφορές υπήρχαν όμως δεν
αλλοίωναν την ταυτότητα και την αυτοσυνειδησία, ούτε
αλλοίωναν το ήθος και την ανθρωπιά.
Η Παλαιά Κόρινθος με το παραδοσιακό μοντέλο μεταφοράς από
την μια γενεά στην άλλη των συνηθειών, των αξιών, των
νοοτροπιών, των διαχειριστικών δεξιοτήτων, κατάφερε κατά την
διάρκεια του Μεσοπολέμου να μετατρέψει την αίσθηση της
αβεβαιότητας και των κινδύνων σε πηγή κοινωνικής
αποδοτικότητας και προσαρμοστικής ικανότητας.
Οι δεσμοί στους κόλπους της οικογένειας ήταν ισχυροί, όπως
και μεταξύ οικογενειών σε επίπεδο γειτονιάς οι οικογένειες ήταν
ενωμένες και αλληλοβοηθούνταν ειδικά όταν κάποιες από αυτές
αντιμετώπιζε δυσκολίες .
Και οι δυσκολίες ήταν αρκετές όπως και οι αρρώστιες με
τυφοειδή Πυρετό, ελονοσία και φυματίωση να κάνουν την ζωή
των κατοίκων δύσκολη.
Το κινίνο το φάρμακο κατά της ελονοσίας είχε θαυματουργές
ιδιότητες χωρίς να θεραπεύει την νόσο, όμως αντιμετώπιζε το
κύριο σύμπτωμα της, τον πυρετό.
Η οικογένεια πατριαρχική , αρχηγός ο πατέρας ο οποίος είχε την
οικονομική διαχείριση του σπιτιού και εκπροσωπούσε την
οικογένεια στις εκτός σπιτιού δοσοληψίες ενώ τύγχανε
αναγνώρισης από ολόκληρη την οικογένεια.
Οι γυναίκες ηρωίδες , πολλά παιδιά , εργασία στα χωράφια και
στα αμπέλια, δουλειές στις σπίτι , φροντίδα και πρόβλεψη να
μην λείψει τίποτα σε επίπεδο διατροφής και ένδυσης ολόκληρης
της οικογένειας.
Η διατροφή με λιγότερο κρέας με πολλά όσπρια, λαχανικά,
φρούτα, ενώ ελιές , κρεμμύδια , κατσικίσιο γάλα και γιαούρτι
δέσποζαν στο καθημερινό τραπέζι με το ψωμί από στάρι κυρίως
αλλά και από καλαμπόκι και σίκαλη να αποτελούν την βάση
κάθε γεύματος .
Ειδικά το ζύμωμα , το ψήσιμο στο φούρνο ήταν μια ιδιαίτερα
κοπιαστική και χρονοβόρα εργασία η οποία επιβραβεύονταν με
τρία-τέσσερα μυρωδάτα καρβέλια ανάλογα το μέγεθος της
οικογένειας τα οποία δε θα καταναλώνονταν εντός της
εβδομάδας.
Σημαντική επίσης πτυχή της καθημερινότητας ήταν η προμήθεια
του αναγκαίου για την οικογένεια νερού.
Την περίοδο του Μεσοπολέμου στο χωριό δεν υπήρχε
οργανωμένο δίκτυο νερού οπότε η διανομή και προμήθεια του
γίνονταν μέσα από δημόσιες βρύσες, οι περισσότερες
κατασκευασμένες από την περίοδο της Τουρκοκρατίας.
Βρίσκονταν στα τότε όρια του χωριού με γνωστότερες ακόμη
και σήμερα, του Χατζημουσταφά στους πρόποδες του
Ακροκόρινθου και του Μουράτ Αγά στην ανατολική είσοδο του
χωριού .
Ευρύχωρες με πεζούλια και κόγχες για την τοποθέτηση σκευών
άντλησης νερού και μικρές δεξαμενές για συγκέντρωση νερού με
σκοπό είτε το πλύσιμο ρούχων , είτε το πότισμα των ζωών.
Βρύσες με κοινωνική διάσταση, χώροι κοινωνικής
συναναστροφής ανταλλαγής απόψεων και ‘πληροφοριών ‘
γνωστών και ως κουτσομπολιών .
Φυσικά η καθημερινότητα έπαιρνε διαστάσεις ξεσηκωμού την
περίοδο από Ιούνιο έως Νοέμβριο ξεκινώντας από τον θερισμό ,
το αλώνισμα , τον τρύγο και τέλειωνε με το μάζεμα των ελιών.
Δουλειές που απαιτούσαν χέρια , είτε έμμισθα, είτε συγγενικά
και ανταποδοτικά.
Μόχθος, ολοήμερη εργασία , νυχτερινή ανάπαυλα και αγωνία
καταρχάς για κάποιο καιρικό φαινόμενο που θα κατέστρεφε την
παραγωγή και όταν όλα πήγαιναν καλά αγωνία για την
διοχέτευση της παραγωγής στην αγορά και για το ύψος των
τιμών .
Αγωνίες συνυφασμένες με τα καιρικά φαινόμενα και τους
εμπόρους , αγωνίες που η χρονική διαδρομή τις είχε κάνει μέρος
της καθημερινότητας.
Ειδικά για το κύριο προϊόν παραγωγής την σταφίδα, το μάζεμα
του καρπού τον Αύγουστο , το άπλωμα στα αλώνια σε βραγιές
για το λιάσιμο, το ρέντισμα με ποτάσα, η διαδικασία
αποξήρανσης, ο διαχωρισμός του καρπού από τα κοτσάνια και
όλα αυτά πάντα με το βλέμμα στο ουρανό αφού μια βροχή θα
ήταν καταστροφική παρά τα λίοπανα για την προστασία της
παραγωγής .
Διότι μια βροχή εάν δεν κατέστρεφε πλήρως την παραγωγή θα
έπαιζε σημαντικό ρόλο στην ποιότητα της με τους εμπόρους να
βρίσκουν την ευκαιρία άντλησης της με χαμηλές τιμές.
Όμως δεν υπήρχε μόνο η δουλειά, η θρησκευτικότητα των
κατοίκων της Παλαιάς Κορίνθου, οι γιορτές και το πανηγύρι του
χωριού ήταν στοιχεία σημαντικά για την ατομική και κοινωνική
ζωή.
Πέρα από τις μεγάλες γιορτές της Χριστιανοσύνης,
Χριστούγεννα, Πάσχα, Δεκαπενταύγουστος, οι ονομαστικές
εορτές συνιστούσαν ευκαιρίες για να ξεφύγουν από την
καθημερινότητα με επισκέψεις σε σπίτια φίλων , γειτόνων και
συγγενών.
Το δε πανηγύρι του χωριού στην καρδιά του Καλοκαιριού, στις
1 Ιουλίου, των Αγίων Αναργύρων, αποτελούσε ξεχωριστό
γεγονός που αναμένονταν με προσμονή όλη την χρονιά.
Ευλάβεια , γιορτή , φαγητό κυρίως γουρνοπούλα , χορός και
διασκέδαση μέχρι τα ξημερώματα.
Η γενιά αυτών των ανθρώπων δεν είχε την πολυτέλεια , του
χρόνου , της σχόλης , των διακοπών και του Σαββατοκύριακου
όπως οριοθετούμε σήμερα την πενθήμερη εργασία , οπότε μέσα
από τις γιορτές και το πανηγύρι ξέφευγαν από την
καθημερινότητα και τα προβλήματα της , αντλούσαν δύναμη και
αισιοδοξία για την αντιμετώπιση της φτώχειας και των
στερήσεων ειδικά όταν οι συγκυρίες δυσκόλευαν ακόμη
περισσότερο τον βίο τους.
Οι κάτοικοι του χωριού όπως και ολόκληρης της επαρχίας
αντλούσαν την πληροφόρηση για τα πολιτικά γεγονότα μέσα
από εφημερίδες και τα λίγα ραδιόφωνα, μετά το 1936, που
υπήρχαν κυρίως στα καφενεία.
Μέσα από τις εφημερίδες αντλούσαν πληροφόρηση κυρίως οι
εγγράμματοι την οποία εκλαϊκεύουν στους υπόλοιπους ενώ
κομβικό ρόλο έπαιζαν και οι εκπρόσωποι των βουλευτών , οι
κομματάρχες και φυσικά τα πελατειακά δίκτυα οργανωμένα από
τον προηγούμενο αιώνα.
Η Παλαιά Κόρινθος όπως και ολόκληρη η Κορινθία είχε κατά
βάση φιλοβασιλικό πληθυσμό, βέβαια η αποκατάσταση των
προσφύγων από την Μικρασιατική Καταστροφή σε περιοχές
όπως Συνοικισμός , Ξυλόκαστρο , Κιάτο , Βέλο , Βραχάτι,
καθώς και η άμεση ανοικοδόμηση της πόλης της Κορίνθου μετά
το σεισμό του 1928 έστρεψαν τον προσφυγικό πληθυσμό όπως
και τμήμα της εργατικής και αγροτικής τάξης προς τον Βενιζέλο.
Πρόσκαιρα όμως, διότι όταν από το 1932 ο Κορίνθιος, από το
χωριό Καμάρι ,Παναγής Τσαλδάρης γίνεται αρχηγός του Λαϊκού
κόμματος και βασικός αντίπαλος του Βενιζέλου η πολιτική
επιρροή του τελευταίου μειώνεται αρκετά και οι δεξιές
καταβολές επανεμφανίζονται ισχυρότατες στην Κορινθία.
Αλλά και στο επίπεδο της οικονομίας η απουσία πληροφόρησης,
το ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο του οικονομικού αναλφαβητισμού
όπως είπαμε, στερούσαν από τον πληθυσμό της υπαίθρου το
υπόβαθρο κατανόησης αυτών που πραγματοποιούνταν στο
εσωτερικό της χώρας αλλά και των γενικότερων διεθνών
μεταβολών που συντελούνταν όλο αυτό το διάστημα .
Το έλλειμμα του δημοσίου καλύπτονταν με κόψιμο χρήματος και
με εσωτερικά δάνεια όπως του 1922 και 1926 όταν κόπηκε η
ονομαστική αξία του χαρτονομισμάτων κατά 50% και 25%
αντίστοιχα και μετατράπηκαν σε 20ετη κρατικά ομολόγα.
Η αύξηση της κυκλοφορίας του χρήματος και του πληθωρισμού
μεταξύ 1920-27 οδήγησε στον 5πλασιασμο των τιμών και του
πληθωρισμού άνω του 25%.
Παράλληλα η υποτίμηση της δραχμής στο 1/15 της προπολεμικής
της αξίας δημιούργησε ένα πλαίσιο πρωτόγνωρο και αρκετά
δύσκολο για τους κατοίκους της επαρχίας.
Την δεκαετία του ’20 οι περισσότερες χώρες επέστρεφαν στον
κανόνα του χρυσού θέλοντας να πετύχουν την αναγκαία
νομισματική σταθερότητα και να τιθασεύσουν τις τιμές.
Στις 12 Μαΐου του 1928 επέστρεψε και η δραχμή κλειδώνοντας
της ισοτιμία της με την βρετανική στερλίνα στις 375 δραχμές ανά
στερλίνα.
Η παγκόσμια κρίση του 1929, η οποία βρέθηκε στο χειρότερο
σημείο της το 1931, οδήγησε ξανά τις χώρες εκτός του κανόνα
του χρυσού, με την Ελλάδα να επιδιώκει να κρατηθεί εντός του
και να επιχειρεί την τελευταία της προσπάθεια όταν στις 21
Σεπτεμβρίου 1931 αποσυνδέεται από την στερλίνα και συνδέεται
με το δολάριο στις 77,05 δραχμές ανά δολάριο.
Όμως η κρίση ήταν μεγαλύτερη της θέλησης και η πλήρη
κατάρρευση με υποτίμηση κατά 40%, αναστολή εξυπηρέτησης
του δημοσίου χρέους , και πτώχευση επήλθε την άνοιξη του
1932.
Κανένας φυσικά από τους κατοίκους του χωριού της Παλαιάς
Κορίνθου δεν θα μπορούσε να σκεφθεί ότι την αρκετά δύσκολη
20ετια του Μεσοπολέμου θα ακολουθούσε μια ακόμη
δυσκολότερη δεκαετία αυτή του ’40 με πόλεμο, κατοχή, εμφύλιο
και πείνα.
Μια ακόμη πιο δύσκολη συγκύρια όπου η οικονομία, οι
εργασιακές σχέσεις, η ιδιοκτησία, η αμειβόμενη εργασία θα
τίθονταν στην άκρη της καθημερινότητας και η πιο ζοφερή τάξη
πραγμάτων θα διόγκωνε τους κινδύνους ακόμη και για την ίδια
την ανθρώπινη υπόσταση.
Η πρώτη επαφή με την νέα πραγματικότητα ήρθε την Δευτέρα
του Πάσχα του 1941 όταν γερμανικά βομβαρδιστικά
κατέστρεψαν τον δρόμο Κορίνθου – Άργους για να μην υπάρξει
ομαλή διαφυγή των συμμάχων που έδρευαν στο στρατόπεδο
Κορίνθου.
Οι μαύρες μέρες ξεκινούσαν και στην δύσκολη 20ετια του
Μεσοπολέμου θα προστίθονταν μια δεκαετία όπου πολλά μετά
την απελευθέρωση θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί εάν το
εθνικό συμφέρον τίθονταν πάνω από το κομματικό και κυρίως
πάνω από τις ‘διεθνιστικές υποχρεώσεις’ κομμάτων που
ελάμβαναν πειθήνια εντολές από το εξωτερικό χωρίς να
διαβλέπουν το κακό που προξενούσαν στην χώρα τους σε
επίπεδο ζωής και σχέσεων.
ΛΕΚΚΑΣ ΣΑΡΑΝΤΟΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΟΛΟΓΟΣ






