Το τραπέζι έχει γεμίσει με καφέδες, η συζήτηση πηγαίνει από το ένα θέμα στο άλλο και κάποια στιγμή, εντελώς φυσικά, όλοι σταματούν να μιλούν. Περνούν μερικά δευτερόλεπτα και κάποιος αισθάνεται την ανάγκη να πει οτιδήποτε, ακόμη κι αν δεν έχει κάτι ιδιαίτερο να προσθέσει.
«Τι καιρό κάνει σήμερα, ε;»
Οι υπόλοιποι χαμογελούν και η συζήτηση ξαναρχίζει. Η μικρή αμηχανία έχει περάσει.
Γιατί όμως μας είναι κάποιες φορές τόσο δύσκολο να αφήσουμε μια στιγμή να περάσει χωρίς να τη γεμίσουμε με λόγια;
Η σιωπή έχει μια ιδιαίτερη θέση στις ανθρώπινες σχέσεις. Ανάλογα με τις συνθήκες, μπορεί να μας προσφέρει ηρεμία και οικειότητα ή να μας προκαλέσει αμηχανία και ανασφάλεια. Η ίδια ακριβώς σιωπή μπορεί να βιώνεται διαφορετικά από δύο ανθρώπους που βρίσκονται στον ίδιο χώρο.
Όταν, για παράδειγμα, γνωρίζουμε κάποιον για πρώτη φορά, μπορεί να αισθανόμαστε ότι έχουμε την ευθύνη να διατηρούμε τη συζήτηση ζωντανή. Αν σταματήσουμε να μιλάμε, αναρωτιόμαστε μήπως ο άλλος βαριέται, μήπως δεν περνά καλά ή μήπως μας θεωρεί αδιάφορους.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η σιωπή αποκτά ένα νόημα που δεν γνωρίζουμε αν πραγματικά έχει. Αρχίζουμε να ερμηνεύουμε αυτό που συμβαίνει μέσα από τις δικές μας ανησυχίες.
Υπάρχουν όμως και άνθρωποι που δυσκολεύονται περισσότερο με τη σιωπή όταν βρίσκονται μόνοι τους. Μόλις σταματήσει η δραστηριότητα της ημέρας, ανοίγουν την τηλεόραση, βάζουν μουσική ή αναζητούν κάτι στο κινητό τους.
Φυσικά, αυτές οι συνήθειες μπορεί απλώς να τους ευχαριστούν. Δεν χρειάζεται να αναζητούμε κάποιο βαθύτερο ψυχολογικό νόημα σε καθετί που κάνουμε. Κάποιες φορές όμως, η συνεχής απασχόληση λειτουργεί και σαν ένας τρόπος να αποφεύγουμε σκέψεις ή συναισθήματα που εμφανίζονται όταν δεν υπάρχει τίποτα άλλο να τραβά την προσοχή μας.
Μια ανησυχία που αφήσαμε στην άκρη, μια στενοχώρια που δεν προλάβαμε να επεξεργαστούμε ή μια απόφαση που αναβάλλουμε μπορεί να επιστρέψει ακριβώς τη στιγμή που η καθημερινή φασαρία υποχωρεί.
Η σιωπή τότε μοιάζει άβολη, επειδή μας φέρνει σε επαφή με όσα ήδη υπάρχουν μέσα μας.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν σιωπές που μπορούν να γίνουν ιδιαίτερα τρυφερές. Δύο φίλοι που περπατούν χωρίς να χρειάζεται να μιλούν συνεχώς, ένα ζευγάρι που κάθεται μαζί μετά από μια κουραστική ημέρα ή ένας άνθρωπος που απολαμβάνει λίγα λεπτά ησυχίας χωρίς να αισθάνεται ότι πρέπει να κάνει κάτι.
Σε τέτοιες στιγμές, η σιωπή μπορεί να φανερώνει μια αίσθηση ασφάλειας. Δεν χρειάζεται να αποδεικνύουμε διαρκώς ότι είμαστε ενδιαφέροντες ή ευχάριστοι, ούτε να προσπαθούμε να γεμίσουμε κάθε κενό.
Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι όλες οι σιωπές είναι ευχάριστες. Υπάρχει και η σιωπή της απομάκρυνσης, της τιμωρίας ή της δυσκολίας να επικοινωνήσουμε. Το νόημά της εξαρτάται από τη σχέση, τη στιγμή και όσα συμβαίνουν ανάμεσα στους ανθρώπους.
Έχει λοιπόν ενδιαφέρον να παρατηρήσουμε πότε η σιωπή μάς δυσκολεύει και τι ακριβώς αισθανόμαστε εκείνη τη στιγμή.
Φοβόμαστε μήπως ο άλλος μας παρεξηγήσει; Μήπως έρθουμε αντιμέτωποι με κάποια σκέψη που αποφεύγουμε; Ή απλώς έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ τον συνεχή θόρυβο, ώστε η ησυχία μάς φαίνεται ασυνήθιστη;
Δεν χρειάζεται να πιέσουμε τον εαυτό μας να αγαπήσει τη σιωπή. Μπορούμε όμως να ανακαλύψουμε ότι δεν είναι απαραίτητο κάθε στιγμή να γεμίζει με λέξεις, ήχους και δραστηριότητες.
Καμιά φορά, όταν αφήνουμε μια μικρή παύση να υπάρξει, διαπιστώνουμε ότι η επαφή με τον άλλον, όπως και η επαφή με τον εαυτό μας, μπορεί να συνεχίζεται ακόμη κι όταν δεν λέμε τίποτα.
Γράφει ο Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπευτής Γιάννης Ξηντάρας



