Γράφει ο Οικονομολόγος Σαράντος Λέκκας
H Aρχαία (Παλαιά) Κόρινθος, ως Κόρινθος μέχρι το 1858, βίωσε απόλυτα ακραίες καταστάσεις.
Είναι από τα λίγα μέρη του κόσμου όπου η απόλυτη ακμή, ο μέγιστος πλουτισμός , η παροιμιώδης πολυτέλεια , ο υπερπληθυσμός και η διεθνή εμπορική δραστηριότητα έδιναν την θέση τους στην απόλυτη ερήμωση όπως στα χρόνια της Ρωμαϊκής περιόδου ή στην παρακμή και την απόλυτη πληθυσμιακή συρρίκνωση όπως στα χρόνια της απελευθέρωσης .
Την σύγχρονη μοίρα της όμως καθόρισαν δυο ουσιαστικά γεγονότα.
Το πρώτο είχε σχέση με την επιλογή της πρωτεύουσας του νεοσύστατου μετά την απελευθέρωση ελληνικού κράτους.
Παρότι είχε επιλεγεί ως πρώτη πρωτεύουσα του κράτους κατά την πρώτη εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου και για το διάστημα Ιανουάριος – Μάιος 1822 εν τούτοις και παρότι είχε αντιπαρατεθεί για την θέση της μόνιμης μετά την απελευθέρωση πρωτεύουσας με το Ναύπλιο και την Αθήνα έχασε την μάχη με τον ορισμό της Αθήνας .
Το δεύτερο είχε σχέση με τον σεισμό του 1858 , του μεγαλύτερου καταστρεπτικού σεισμού της σύγχρονης ιστορίας της περιοχής και την μεταφορά της πρωτεύουσας του νομού σε νέα θέση .
Κυριακή 9 Φεβρουαρίου 1858 και ώρα 11 πμ, έγινε ο σεισμός , η Κόρινθος των 1331 κατοίκων καταστράφηκε εξ ολοκλήρου αφού του σεισμού ακολούθησαν πυρκαγιές αποτελειώνοντας το έργο φέρνοντας σε απόγνωση τους κατοίκους της , ενώ βράχοι από τον Ακροκόρινθο κατακρημνίστηκαν σε μεγάλη απόσταση.
Από τον σεισμό , οι εκκλησίες , το μουσουλμανικό τέμενος και τα καλλίτερα χτισμένα σπίτια έπαθαν μικρές ζημίες ενώ καταστράφηκε ολοκληρωτικά το σχολείο που την εποχή εκείνη είχε 53 μαθητές με καταγωγή 48 από την Κόρινθο και 5 από τα γύρω χωριά .
Για πολλούς η μεταφορά της πόλης στο σημείο που βρίσκεται σήμερα ήταν λάθος στην βάση του ¨ μωρός όστις ωκοδόμησε την οικίαν αυτού επί άμμου¨ (Ματ. Ζ 260 ) , μιας και από τις μάργες που ήταν η πόλη μεταφέρθηκε στα αλλούβια και τις προσχώσεις.
Η ιστορία όμως δεν αλλάζει και με το Βασιλικό διάταγμα της 20 Μαρτίου 1858 η πόλη μεταφέρεται στην σημερινή της θέση με την Αρχαία να παραμένει πλέον ένα απλό χωριό.
Πριν όμως φτάσουμε στους δυο προσδιοριστικούς παράγοντες που καθόρισαν την σύγχρονη μορφή της Αρχαίας Κορίνθου, πρέπει να σταθούμε σε έναν άνθρωπο που έβγαλε από την αφάνεια και την απόλυτη παρακμή την Κόρινθο.
Ήταν η δεύτερη φορά που η Κόρινθος βίωνε την ερήμωση και την απουσία κάθε προοπτικής με την λήθη να δημιουργεί κινδύνους πλήρους αφάνειας.
Η πρώτη απόλυτη ερήμωση ήταν την περίοδο 146 πχ – 44 μΧ.
Είχε προηγηθεί η ολοκληρωτική καταστροφή, η λεηλασία, ο θάνατος όλων των ανδρών και η αιχμαλωσία των γυναικόπαιδων .
Την είχε προκαλέσει ο Ρωμαίος στρατηγός Λεύκιος Μόμμιος με τέτοια μανία που στο τέλος έβαλε τους στρατιώτες του να την ανασκάψουν από τα θεμέλια της, ώστε τίποτα να μην θυμίζει την πόλη του πλούτου και της ευμάρειας.
Την δεύτερη φορά δεν υπήρξε η απόλυτη ερήμωση της όμως ήταν έκδηλη η απόλυτη παρακμή της εάν αναλογιστούμε την διαδρομή της από την Ρωμαϊκή περίοδο , τους βυζαντινούς χρόνους αλλά και τους χρόνους της πρώτης τουρκοκρατίας και Ενετοκρατίας.
Η στρατηγική θέση σε συνδυασμό με την πλούσια ιστορία και κυρίως το εμπόριο καθιστούσαν την πόλη σημαντικό βιοτεχνικό , εμπορικό και ναυτιλιακό κέντρο.
Πορφύρα, τάπητες και αγγεία κατά την Αρχαιοελληνική και Ρωμαϊκή περίοδο , μεταξουργία και υφαντά κατά την Βυζαντινή συντηρούσαν την αίγλη επιβεβαιώνοντας το ρητό ¨ου παντός πλείν εις Κόρινθο¨.
Κατά την διάρκεια της δεύτερης τουρκοκρατίας 1715-1822 και κυρίως κατά την περίοδο της απελευθέρωσης και των εμφυλίων πολέμων επήλθε σταδιακά η παρακμή και η πληθυσμιακή συρρίκνωση με την ύπαρξη 150 σπιτιών πλησίον της Ρωμαϊκής αγοράς.
Την πρώτη φορά της απόλυτης ερήμωσης επί περίπου ένα αιώνα την επανίδρυση έκανε ο Ιούλιος Καίσαρας και ο διάδοχος του Οκταβιανός εποικίζοντας την Κόρινθο με Ρωμαίους που σύντομα πλαισίωσαν Έλληνες σε σημείο που γρήγορα πληθυσμιακά και οικονομικά χάρη του εμπορίου και της θέσης της να γίνει πρωτεύουσα της ρωμαϊκής επαρχίας της Αχαΐας.
Η αίγλη επανήλθε όπως στα χρόνια του 7ου και 6ου αιώνα όταν ήταν η πλουσιότερη πόλη του τότε γνωστού κόσμου με την ζωή των κατοίκων να γίνεται θρύλος πολυτέλειας , ευημερίας και υψηλής εισοδηματικής εμβέλειας.
Τότε ο υπερπληθυσμός οδήγησε στις αποικίες κάτι που συγκρινόμενο με την παρακμή του πρώτου τέταρτου του 19ου προκαλούσε θλίψη για ανθρώπους που γνώριζαν το ένδοξο παρελθόν.
Ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν ο πρώτος κυβερνήτης της χώρας Ιωάννης Καποδίστριας .
Σε αυτόν χρωστά η Κόρινθος τότε και Παλαιά (Αρχαία) στην συνέχεια την δεύτερη αναβίωση της .
Ήταν 3 Μάρτιου 1829 όταν ο Καποδίστριας συνοδεία των Κολοκοτρώνη , Νικηταρά και άλλων επισκέφτηκε την Κόρινθο με τον γραμματέα του Νικόλαο Δραγούμη να καταγράφει ‘όλες οι οικείες της πόλης είχαν γκρεμιστεί από τον πόλεμο , η πόλη ήταν έρημη , ελάχιστοι κάτοικοι κατά πλειοψηφία βοσκοί, φτωχοί και πεινασμένοι ¨.
Η θλίψη του κυβερνήτη ήταν μεγάλη , όμως μεγάλο ήταν και το όραμα που έχει για την πόλη.
Στόχος του , η αναβίωση της , με το ένδοξο παρελθόν της να αποτελεί την βάση μιας νέας, τρίτης, μετά την Αρχαιοελληνική και Ρωμαϊκή περίοδο ακμής και πληθυσμιακής αναγέννησης .
Η στρατηγική της θέση το επέβαλε.
Πρώτη του ενέργεια να παροτρύνει τους κατοίκους των γύρω άγονων περιοχών να εγκατασταθούν εκεί αγοράζοντας ή νοικιάζοντας την άφθονη και εύφορη εθνική γη, ιδιοκτησίας κατά βάση στα χρόνια της τουρκοκρατίας του Κιαμήλ Μπέη.
Πολλοί κάτοικοι από τα γύρω χωριά όπως του Αρχαίου Ρειτού (χωριού μεταξύ των σημερινών Αθικίων και Αγ.Ιωάννη)αλλά και της Νοτιοδυτικής Κορινθίας εγκαταστάθηκαν δίνοντας πνοή στην πόλη και βάζοντας τέλος στην πορεία προς την απόλυτη παρακμή και την λήθη.
Την ίδια περίοδο ο Καποδίστριας αναθέτει στο Γάλλο μηχανικό Peytier να συντάξει πολεοδομικό σχέδιο όπου θα αναγείρονταν η νέα μεταεπαναστατική Κόρινθος.
Ήταν ένα υπερσύγχρονο σχέδιο για τα δεδομένα της εποχής , όμως τελικά ποτέ δεν εφαρμόστηκε λόγω των οικονομικών προβλημάτων του νεοσύστατου ελληνικού κράτους.
Από την Άνοιξη στην ουσία του 1858 η Αρχαία (Παλαιά τότε ) Κόρινθος ξεκινά την διαδρομή της ως ένα χωριό πλέον της περιφέρειας Κορινθίας .
Στην απογραφή του 1889 είχε 883 κατοίκους , στην απογραφή του 1896 είχε 861 κατοίκους και στην πρώτη απογραφή του 20ου αιώνα , κατά το 1907, είχε 1.018 κατοίκους.
Οι κάτοικοι αγρότες κατά βάση με ελάχιστους κτηνοτρόφους, με κύριο προϊόν παραγωγής την σταφίδα , σε μορφή μονοκαλλιέργειας, ενώ η παραγωγή ελιών κάλυπτε αποκλειστικά τις οικογενειακές ανάγκες.
Οι περισσότεροι αγρότες μετά το 1871 έχουν στην ιδιοκτησία τους γη που απέκτησαν από το ελληνικό δημόσιο, όμως κατά μέσο όρο ο καθένας τους έχει κλήρο που δεν υπερβαίνει τα 7 στέμματα.
Όλα κυλούν ομαλά αφού η καθημερινότητα και το βιοτικό επίπεδο στηρίζονται στην παραγωγή της σταφίδας, η τιμή της οποίας είναι ικανοποιητική τις περισσότερες χρονιές.
Μέχρι όμως το 1893 , τότε λαμβάνουν χώρα δυο σημαντικά γεγονότα.
Το πρώτο, η πτώχευση της χώρας , η οποία για τους απλούς πολίτες δεν είχε τις δραματικές διαστάσεις που υποδηλώνει η λέξη πτώχευση.
Το δεύτερο, όμως γεγονός ήταν καθοριστικό, αναστατώνοντας τον αγροτικό πληθυσμό της Πελοποννήσου προκαλώντας μεγάλη κοινωνική αναταραχή και φυσικά μεγάλη φτώχεια.
Η Παλαιά Κόρινθος χτυπήθηκε άσχημα, η σταφιδική κρίση είχε ανοίξει τους ασκούς του Αιόλου για όλους τους παραγωγούς σταφίδας και οι πληγές θα παραμείνουν ανοικτές μέχρι την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα . Όπως είναι γνωστό από ιδρύσεως του ανεξάρτητου ελληνικού κράτους το 1830 , η σταφίδα , θεωρούνταν το χρυσάφι της ελληνικής οικονομίας .
Το 1851, είκοσι περίπου χρόνια μετά, τα 2/3 των εξαγωγών αποτελούνταν από γεωργικά προϊόντα εκ των οποίων μόνο η σταφίδα πλησίαζε το ½ της άξιας του συνόλου των εξαγωγών.
Σε ποιά εδάφη καλλιεργούνταν όμως η σταφίδα;
Κατά βάση στις εθνικές γαίες αφού ιδιόκτητη περιούσια στο Μωριά και στη Ρούμελη δεν συναντούμε παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις.
Οι εθνικές γαίες άνηκαν κατά την οθωμανική περίοδο είτε στο οθωμανικό δημόσιο , είτε σε μουσουλμανικά ιδρύματα , είτε σε ιδιώτες τούρκους ως ιδιοκτησία ή ως εκμετάλλευση.
Από το 1830 και μέχρι το 1871 οι εθνικές γαίες νοικιάζονται χωρίς όμως θετικό οικονομικό αποτέλεσμα ούτε για τα κράτος αφού τα έσοδα ήταν ασήμαντα μιας και οι αγρότες σε συνδυασμό με την λοιπή φορολογική επιβάρυνση τους δεν κατέβαλαν τα ενοίκια , ούτε για τους αγρότες μιας και πολλές φορές λόγω των επιβαρύνσεων τα παρατούσαν .
Η λύση δόθηκε τον Μάρτιο του 1871 με την αγροτική μεταρρύθμιση του Κουμουνδούρου οπότε και ξεκίνησε η διανομή 2,65 εκατ.στρεμάτων σε 370 χιλ. ακτήμονες που σήμαινε απόκτηση γης 7 περίπου στρεμμάτων ανά ακτήμονα.
Φυσικά εάν σκεφθούμε ότι από το 1833 έως το 1870 είχαν διανεμηθεί 600 χιλ. στρέμματα τότε η ατομική ιδιοκτησία είχε τετραπλασιαστεί όμως λόγω της μικροιδιοκτησίας για να υπάρξουν αξιόλογα κέρδη θα έπρεπε οι αγρότες να στραφούν κυρίως στην σταφίδα και κατά δεύτερο λόγο στην καλλιέργεια ελιών.
Αυτό και έγινε , οπότε η παραγωγή από τους 220 χιλιάδες τόνους του 1860 έφτασε τους 700 χιλιάδες τόνους το 1900.
Που κατευθύνονταν όμως η σταφίδα ;
Κυρίως στην Μ. Βρετανία όπου η σταφίδα σε ξηρή μορφή χρησιμοποιούνταν κυρίως στην ζαχαροπλαστική για την κατασκευή της παραδοσιακής πουτίγκας.
Γιατί υπήρξε απότομη αύξηση της ζήτησης το 1878 ;
H μεταβολή της ζήτησης προήλθε από ένα συγκυριακό γεγονός, όταν τα αμπέλια της Γαλλίας προσβλήθηκαν από φυλλοξήρα με συνέπεια την κατάρρευση της Γαλλικής παράγωγης. Η αναπλήρωση έγινε από την ελληνική αγορά.
Η ζήτηση οδήγησε στην αύξηση των τιμών, στην προσέλκυση νέων αγροτών και στην δημιουργία νέων αμπελιών.
Όλα πήγαιναν καλά μέχρι και το 1893 όταν η Γαλλική παραγωγή επανήλθε ενώ προηγουμένως από το 1892 η Γαλλική κυβέρνηση στα πλαίσια του γενικότερου προστατευτικού πλαισίου της διεθνούς οικονομίας είχε επιβάλει δασμούς για την προστασία της εγχώριας παραγωγής.
Η ζήτηση έπεσε , το ίδιο και οι τιμές, το 1892 οι τιμές της σταφίδας στην Πάτρα έπεσαν κατά 50% σε σχέση με την διετία που είχε προηγηθεί .
Το πρόβλημα είχε αρχίσει , μένοντας στην ιστορία ως Σταφιδική κρίση.
Το 1890 η τιμή της Σταφίδας ανά χίλια λίτρα είχε φθάσει στο ανώτερο επίπεδο των 300 φράγκων, τρία χρόνια αργότερα είχε πέσει στα 42 φράγκα.
Το ίδιο και στο λιμάνι του Λίβερπουλ όπου από τα 21 σελίνια ανά χίλια λίτρα του 1892 έπεσε στα 6 σελίνια την επόμενη χρονιά .
Η οικονομική κατάρρευση ήταν εμφανής, τα αποθέματα αυξάνονταν και παρέμεναν απούλητα ενώ η αγωνία των αγροτών σταδιακά μετατρέπονταν σε οργή κατά του πολιτικού κόσμου.
Μαγικές λύσεις δεν υπήρχαν, ότι χρησιμοποιήθηκε απέτυχε , οι σοδειές έμειναν απούλητες το ίδιο και ο αναβρασμός.
Το πρόβλημα άρχισε να φθίνει στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 20ου αιώνα μέσω της μετανάστευσης στην Αμερική.
Φυσικά τον αντίκτυπο δεν ένιωσαν μόνο οι αγρότες αλλά ολόκληρη η ελληνική κοινωνία αφού γύρω από την παραγωγή και επεξεργασία της σταφίδας είχε στοιχηθεί η ελληνική κοινωνία.
Την ίδια χρονιά , το 1893 η πτώχευση της χώρας έδωσε το τελειωτικό χτύπημα σε μια οικονομία που πίστευε ότι ο ελληνικός χρυσός , η σταφίδα, θα οδηγούσε στην περαιτέρω βελτίωση του βιοτικού επιπέδου.
Η αύξηση της προσφοράς σε συνδυασμό με την κατάρρευση της ζήτησης από την Γαλλία οδήγησε στην κατάρρευση των τιμών, των απούλητων σοδειών και της ένδειας .
Το βιοτικό επίπεδο κατέρρευσε επίσης , πολλοί είχαν στηριχτεί στην σταφίδα και δυστυχώς για την Πελοπόννησο ολόκληρη η κοινωνία είχε στηριχτεί στην σταφίδα.
Η πτώχευση του ελληνικού δημοσίου,το 1893, η συνακόλουθη μείωση των δημοσίων επενδύσεων σε συνδυασμό με την σταφιδική κρίση οδήγησε στην απόγνωση τους αγρότες και καταληκτικά τους ώθησε στη διέξοδο της μετανάστευσης .
Υπό αυτές τις συνθήκες βίωσε η Παλαιά Κόρινθος την κρίση.
Ως χωριό της Ανατολικής Πελοποννήσου βρέθηκε στον πυρήνα της, με τους κατοίκους της να παραμένουν δέσμιοι της μονοκαλλιέργειας της σταφίδας για αρκετές ακόμη δεκαετίες έως και τα μέσα του 1950.
Λογικό εάν σκεφθούμε ότι ο κλήρος ήταν μικρός και η επί αιώνες συνήθεια ισχυρότατη.
Η ζωή των κάτοικων απλή , αγροτική, χωρίς εξάρσεις, με συμβάντα γύρω από τα φυσικά γεγονότα της καθημερινότητας.
Οι δεσμοί της οικογενείας ισχυροί αφού ακόμη και η μετανάστευση δεν τους κλόνισε , αντίθετα τους ισχυροποίησε αφού ο στόχος ήταν η στήριξη αυτών που έμεναν πίσω.
Το βασικό χαρακτηριστικό των κατοίκων, η προσαρμοστικότητα, όπως φυσικά και όλων των αγροτών, μιας και υπόκεινται στις ακρότητες των καιρικών φαινομένων.
Ειδικά όταν μιλούμε για περιόδους όπως αυτές που καταγράψαμε, περιόδους σκληρών γεγονότων (σεισμός , μετακινήσεις , οικονομική κρίση διαρκείας) απαιτείται σθένος και ψυχική αντοχή για να ξεπεραστούν τα εμπόδια που άπτονται του βιοτικού επίπεδου.
Στην βάση αυτή είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος που η διαχειριστική ανεπάρκεια των τότε κυβερνήσεων αναφορικά με την σταφιδική κρίση καλύφθηκε από τους κατοίκους της περιοχής .
ΛΕΚΚΑΣ ΣΑΡΑΝΤΟΣ
OIKONOMΟΛΟΓΟΣ
