Γιατί στον καρκίνο δεν είναι μόνο η ασθένεια….

0

image

Ένα κειμενο φωτιά για τη δοκιμασία των καρκινοπαθών…

Τη Δευτερα, χθές, ήμουν με τον πατέρα μου στο Θεαγένειο, για την τελευταία του ακτινοβολία. Η ακτινοβολία δεν έγινε, γιατί χάλασε το μηχάνημα. Τα μηχανήματα χαλάνε παντού, πρέπει να σας πω, ιδιαίτερα όταν είναι λιγοστά και δουλεύουν συνεχώς. Υποθέτω ότι και στο Μεμόριαλ χαλάνε τα μηχανήματα.

Δύο πράγματα όμως. Όταν το μηχάνημα έχει πρόβλημα, και το διαπιστώνουμε και οι ίδιοι, γιατί περνάν από μπροστά μας τρια αγόρια με ίδια μπλουζάκια με λογότυπο που κρατάν όμορφα βαλιτσάκια εργαλείων, πρέπει κάποιος να μας το ανακοινώσει επίσημα. Αντι για αυτό οι υποψήφιοι για ακτινοβολία μαζεύονταν και μαζεύονταν και μαζευονταν και περίμεναν, με τις ώρες, με προβλήματα κίνησης, συχνοουρία, κακή ψυχολογία. Περίμεναν στωικά, εκπαιδευμένοι να επιλέγουν ανάμεσα στο φόβο του θανάτου και στο φόβο του δημοσίου το δεύτερο φόβο, αυτόν μπορουν να τον αντέξουν. Ανήμποροι να αντιδράσουν. Εμείς είχαμε κλείσει ταξί για να επιστρέψει στο χωριό του ο άνθρωπος αυτός, έφτανε η ώρα που το ταξί (το αγοραίο) θα έφτανε να τον πάρει και κανείς δεν μπορούσε να μας πει αν πρέπει να μείνουμε ή να φύγουμε. Μας είπαν να πούμε στο ταξί να περιμένει, “όλοι κάπως έρχονται εδώ”, κόψτε το λαιμό σας να πληρώσετε αναμονή, διαλύστε και την ημέρα αυτού του επαγγελματία οδηγού, διαλύστε και τον ανθρωπό σας, που δεν καταλαβαίνει τι συμβαίνει, μάτι δεν έκλεισε την προηγούμενη νύχτα από την αγωνία του να ξαναγυρίσει στο σπίτι του. Αυτό λέγεται δημοσιοϋπαλληλική ευθυνοφοβία, είναι το χειρότερο ελλάτωμα του δημοσίου υπαλλήλου και ουδεμία σχέση έχει με τα οικονομικά προβλήματα του νοσοκομείου και με το μηχάνημα που χάλασε. Απλώς, κανείς δεν αναλάμβανε την ευθύνη να ανακοινώσει το πρόβλημα. Τελικά μας έδιωξε η γιατρός, εκνευρισμένη που χρειάστηκε να το κάνει. Βλέπεις, πολλά σούρνουν στα νοσοκομεία αυτές τις μέρες…

Το άλλο είναι η συμπεριφορά. Οι κύριοι στις ρεσεψιόν, στην αίθουσα αναμονής και στο ακτινοθεραπευτήριο, αποκαλούσαν τον πατέρα μου “Ακριβόπουλε”. Ο πατέρας μου είναι 77 χρονών, δεν είναι ούτε μαθητής, ούτε φαντάρος, ούτε τρόφιμος φυλακής, ούτε μακαρίτης. Είναι ο κύριος Ακριβόπουλος. Όπως ήταν πάντα στη ζωή του. Δεν άλλαξε αυτό, επειδή βγήκε στη σύνταξη. Ο άνθρωπος αυτός όπως και όλοι οι άλλοι της ηλικίας του που ήταν εκεί, χτίσανε αυτή τη χώρα σε εκείνη τη δύσκολη μεταπολεμική περίοδο. Δίδασκε τα παιδιά των Ελλήνων στα Άγραφα για χρόνια, μακριά από την οικογένειά του, δίδαξε τα παιδιά των Ελλήνων στο Γιδά σε αντίσκηνα μετά τους σεισμούς, δουλεύοντας πάνω από 10 ώρες παραπανίσιες την εβδομάδα για πάρα πολλά χρόνια στη ζωή του, επί χούντας όντας φαντάρος, επειδή δεν υπήρχαν τότε καθηγητές. Τον άνθρωπο αυτό που υπηρέτησε με αυταπάρνηση, πλήρωσε τους φόρους του, έζησε την περικοπή συντάξεων και την ανασφάλεια και τώρα ζει την αρρώστια, δεν μπορείς να τον αποκαλείς μόνο με το επίθετό του. Είναι κύριος, όπως κι εγώ είμαι κυρία. Το δεύτερο πρόβλημα λοιπόν λέγεται αγένεια και είναι διάχυτο σε όλη την ελληνική κοινωνία. Κι αν στην καθημερινή ζωή μπορούμε να το αγνοήσουμε γιατί δεν θα μάθουμε εμείς τρόπους στον κόσμο αν δεν τους τους έμαθαν οι γονείς και το σχολειό τους, στις δημόσιες υπηρεσίες, που όλες μα όλες υποδέχονται κόσμο, είναι ανεπίτρεπτο παραπτωμα. Κι εδώ φταίει το ελληνικό κράτος το ίδιο. Γιατί συντηρεί την αγένεια και δεν αξιολογεί.

Έζησα να αντικρίσω τον πατέρα μου, έναν άνθρωπο δυνατό, δημόσιο υπάλληλο καριέρας, 20 χρόνια διευθυντή σχολείου, σεβαστό μέλος της τοπικής κοινωνίας, έζησα να τον δω φοβισμένο, ζαρωμένο και ανήμπορο μπροστά στην αγένεια και στην ευθυνοφοβία. Ξέρει πολύ καλά να τα αναγνωρίζει και τα δύο, χθές έμαθα ότι μπορεί και να τα καταπίνει. Να τα θάβει στη ψυχή του, που έχει γίνει πια σαν μικρού παιδιού. Δηλαδή και φοβάται και πληγώνεται.

Η ντροπή της ελληνικής κοινωνίας, το αίσχος της, αλλά και η απώλεια της ψυχής της, καμία σχέση δεν έχουν με μνημόνια και χρέη. Πρόκειται για μια κοινωνία χωρίς στοιχειώδεις δομές αλληλεγγύης, που όλα είναι αυτονόητα γιατί κανείς δεν δουλεύει για τους άλλους, όλοι δουλεύουν για το μισθό τους και η δουλειά τους είναι το μαγαζί τους. Η τιμωρία που λάβαμε για την ύβρη μας είναι δίκαιη και μικρή. Αν μια κοινωνία δεν αναγνωρίζει και δεν τιμά όλα τα μέλη της, τότε δεν έχει συνεκτικούς δεσμούς, άρα δεν είναι κοινωνία. Δεν είναι κοινωνία ανθρώπων.

Το ξέρει καλά ο πατέρας μου πια. Έφυγε για βδομάδες από το όμορφο χωριό του στα Πιέρια, για να ζήσει ως άρρωστος στο σπίτι μας στην Καμάρα, σε μια γειτονιά κατουρημένη, γραμμένη, αφισσοκολημένη, βρωμισμένη, με κλέφτες να παραμονεύουν στις στάσεις των λεωφορείων, με αγενείς ταξιτζήδες και επιθετικούς οδηγούς, με διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα σε τέτοιο βαθμό που δεν μπορούσε να σταθμεύσει αμάξι να τον παραλάβει εύκολα.

Τώρα γύρισε στο σπίτι του, τον πήρα χθες τηλέφωνο να κανονίσουμε ραντεβού στο Θεαγένειο ξανά την Πέμτπη, θα έρθει με το αγοραίο που οδηγεί ο Λευτέρης ο χωριανός του, ελπίζουμε να πάνε όλα καλά, να γίνει η τελευταία ακτινοβολία. Ξέρετε τι με ρώτησε; Δεν χρειάζεται να ξανάρθω σε εκείνο το σπίτι πιά, ε; δεν χρειάζεται; ε; δεν θα ξανάρθω; Αλήθεια;
Τι να πω κι εγώ, αλήθεια δεν χρειάζεται να έρθεις εκεί του είπα, τελείωσαν όλα, θα γίνει η τελευταία ακτινοβολία, θα σε φέρει ο Λευτέρης ο χωριανός σου, όταν αισθάνεσαι αδιάθετος θα σταματάει το αυτοκίνητο. Αυτός ο Λευτέρης. Όλους τους καρκινοπαθείς του χωριού αυτός τους πηγαινοφέρνει. Αλλά είναι άνθρωπος και είναι και ιδιωτικός τομέας, κατα κάποιο τρόπο.

Απάντηση