Για την μετατροπή σχολείων της Κορινθίας σε Πρότυπα και Πειραματικά

0

Εφαρμόζοντας τον νόμο 4692/2020 με τίτλο «Αναβάθμιση του σχολείου και άλλες διατάξεις», άρθρα 20 και 21, το υπουργείο καλεί του Συλλόγους Διδασκόντων να αποφασίσουν αν θέλουν το σχολείο τους να χαρακτηριστεί ως Πρότυπο ή Πειραματικό. Στον νομό μας, όπως και σε άλλους νομούς, οι προϊστάμενοι Α/θμιας & Β/θμιας εκπαίδευσης με λογική «εντέλλεσθε» προχωρούν στο χαρακτηρισμό του Δημοτικό Σχολείο Αλμυρής και του 3ου Γυμνασίου Κορίνθου ως Πειραματικά παρά την άρνηση των εκπαιδευτικών των εν λόγω σχολικών μονάδων. Να διευκρινιστεί, ότι το μεν 3ο Γυμνασίου Κορίνθου είχε λειτουργήσει στο παρελθόν και συγκεκριμένα από το 2005 έως και το 2012 ως Πειραματικό αλλά αποχαρακτηρίστηκε με βάση αποφάσεις όλων των εμπλεκόμενων φορέων, το δε Δημοτικό Σχολείο Αλμυρής είχε χαρακτηριστεί ως Πειραματικό το «πρόσφατο» 2002, απόφαση όμως που έμεινε στα χαρτιά. Όλα τα παραπάνω αποδεικνύουν ότι η πρεμούρα του Υπουργείου Παιδείας για χαρακτηρισμό των σχολείων ως Πρότυπα-Πειραματικά (ΠΠΣ) δεν έχει παιδαγωγικά κριτήρια αλλά προσπαθεί να περάσει πλευρές τις αξιολογήσης στα σχολεία, όπως και με τον νέο εσωτερικό κανονισμό.

Η προσπάθεια γενίκευσης των Πρότυπων και Πειραματικών Σχολείων δεν είναι ξεκομμένη από την υπόλοιπη αντιεκπαιδευτική πολιτική. Συνδέεται άμεσα με την προσπάθεια να ενισχυθεί η διαφοροποίηση, η πολυκατηγοριοποίηση, η δημιουργία σχολείων πολλών ταχυτήτων. Δεν έχει καμία σχέση με την αναγκαία αναβάθμιση για όλα τα σχολεία ανεξάρτητα από την περιοχή, τις οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, τη σύνθεση μαθητικού πληθυσμού. Οι στοχεύσεις της λεγόμενης «εσωτερικής και εξωτερικής αξιολόγησης» που απέρριψε μαζικά ο κλάδος με τη μαζική συμμετοχή στην απεργία – αποχή υπηρετούνται και μέσα από την επέκταση τέτοιων θεσμών οι εκπαιδευτικοί αυτών των σχολείων θα είναι «υψηλών προσόντων», θα τοποθετούνται όχι με οργανική θέση, αλλά με θητεία και θα αξιολογούνται διαρκώς από το Επιστημονικό Εποπτικό Συμβούλιο, τον ΣΕΕ και τον Διευθυντή «…στη διάρκεια της μονοετούς θητείας και στη διάρκεια του τελευταίου έτους της διετούς ή τετραετούς θητείας του, κατά περίπτωση…» Αξιολόγηση, λοιπόν, κάθε χρόνο με κριτήρια «…το βαθμό συμμετοχής στις δράσεις εσωτερικής αξιολόγησης του σχολείου, την αποδοτικότητα (!) των μαθητών στις δράσεις που περιλαμβάνονται στα σχέδια προγραμματισμού δράσεων και εκπαιδευτικών στόχων του σχολείου…». Αξιολόγηση σε μια μάλλον εξαντλητική διαδικασία που θα περιλαμβάνει εκτός των πιο πάνω και συνέντευξη!!!

  • Στα ΠΠΣ οι νυν υπηρετούντες συνάδελφοι χάνουν τις οργανικές τους θέσεις, ενώ στην πράξη αμφισβητείται γενικά η οργανικότητα, η σταθερή και μόνιμη εργασία. Το υπάρχον εκπαιδευτικό προσωπικό των σχολείων που θα μετατραπούν σε Πρότυπα και Πειραματικά θα έχει μια «περίοδο χάριτος» για να προσαρμοστεί, να «αυτομορφωθεί» και να μπει στην παρέα των «λίγων και εκλεκτών», αλλιώς θα χάσει και αυτό την οργανική του θέση. Αν αξιολογηθείς θετικά, μπορεί και να μείνεις (άρθρο 20, παρ. 4). Αν όχι, πας σε άλλο σχολείο, όχι σε ΠΠΣ (άρθρο 20, παρ. 6), αλλά σε ένα από … “αυτά”, τα … “κανονικά”…

  • Αυτά τα σχολεία, θα αξιολογούνται, επίσης, στην απόδοση τους (άρθρο 21, παρ. 3γ). Δηλαδή, θα αξιολογείται το κάθε σχολείο με βάση δείκτες για την μέτρηση της απόδοσης του σχολείου, όπως για παράδειγμα οι βαθμοί και η πρόσβαση στα ΑΕΙ, οι προγραμματιζόμενες δραστηριότητες, οι εκπαιδευτικές δράσεις κλπ. Φυσικά, η έκθεση απόδοσης του σχολείου (εσωτερική και εξωτερική αξιολόγηση) θα αναρτάται στην ιστοσελίδα του σχολείου, έτσι για να μπορεί ο καθένας να ξέρει αν αυτό το σχολείο είναι “καλό” ή όχι ή αν το διπλανό ΠΠΣ είναι “καλύτερο” κλπ…

  • Η χρηματοδότηση των Προτύπων και Πειραματικών θα γίνεται «από δωρεές, χορηγίες, κληρονομίες, κληροδοσίες και άλλες παροχές τρίτων, καθώς και επιχορηγήσεις από άλλες πηγές». Με άλλα λόγια προβλέπεται από το νομοθετικό πλαίσιο να λειτουργήσουν τα σχολεία με την εμπλοκή και επίσημα των χορηγών, απαλλάσσοντας το κράτος από την ευθύνη λειτουργίας αυτών των σχολείων. Βεβαία, οι χορηγίες και οι δωρεές ποτέ δεν είναι «τζάμπα» και έτσι το άνοιγμα του σχολείου σε εξωσχολικούς και αναρμοδίους με την εκπαιδευτική διαδικασία φορείς (το λεγόμενο «ανοιχτό σχολείο») θα γίνεται και μέσω του «Συμβούλιου Στήριξης Σχολειού». Σε αυτό προβλέπεται να συμμετέχουν δυο «διακεκριμένες προσωπικότητες της τοπικής κοινωνίας» και ένας «εκπρόσωπος τους Δήμου» και ερευνά ποιες είναι οι ανάγκες της τοπικής οικονομίας και βάσει ποιων οικονομικών συμφερόντων θα πρέπει να λειτουργεί το σχολείο.

  • Ο τρόπος επιλογής των μαθητών, η επιλογή των διευθυντών και των εκπαιδευτικών των σχολείων, το ωρολόγιο πρόγραμμα, η διδακτέα ύλη, άλλα ακόμα και η χρηματοδότηση των σχολείων θα αποφασίζεται από Διοικούσα Επιτροπή (Δ.Ε.Π.Π.Σ.) που θα διορίζεται εξολοκλήρου από το Υπουργείο Παιδείας και θα μπορεί με απόφαση του να τροποποιεί, δηλαδή να «κάνει λάστιχο», το διδακτικό πρόγραμμα των υπηρετούντων εκπαιδευτικών στα Πρότυπα και Πειραματικά Σχολεία.

Είναι αυτονόητο ότι είναι διαφορετική η αποστολή των Πρότυπων από τα Πειραματικά Σχολεία. Τα μεν πρώτα αφορούν την «…καλλιέργεια και τη διάχυση της ιδέας και των πρακτικών της αριστείας…» ενώ τα δεύτερα την «… υποστήριξη του πειραματισμού και της πιλοτικής εφαρμογής εκπαιδευτικών καινοτομιών στο εκπαιδευτικό σύστημα…». Για αυτό στα Πρότυπα σχολεία η επιλογή των μαθητών γίνεται έπειτα από εξετάσεις (πάλι δηλαδή έχουν βάλει βαθιά το χέρι στη τσέπη οι γονείς για φροντιστήρια!) ή με κλήρωση στο Δημοτικό ενώ στα Πειραματικά σε τυχαίο δείγμα του μαθητικού πληθυσμού. Στα Πειραματικά σχολεία, αλήθεια, έχουμε κάποια αποτελέσματα διδακτικών πρακτικών ή δοκιμή προγραμμάτων σπουδών που κρίθηκαν με παιδαγωγικό και επιστημονικό τρόπο άξια γενίκευσης; Και αν ναι, γιατί δεν το ξέρουμε; Μήπως και τα Πειραματικά σχολεία στην πράξη λειτουργούν ως Πρότυπα, χωρίς να εκπληρώνουν τον πραγματικό τους ρόλο;

Ο βασικός ρόλος όμως της εκπαιδευτικής διαδικασίας δε θα πρέπει να υποβαθμίζεται στην «εκπαίδευση των λίγων άριστων μαθητών», αλλά να είναι η ανύψωση του μορφωτικού επιπέδου ανεξαιρέτως όλων των παιδιών ανεξάρτητα από την οικονομική κατάσταση, τη φυλή, το χρώμα και τη θρησκεία. Αυτή πρέπει να είναι η πραγματική πρόκληση του κάθε σχολείου και του κάθε εκπαιδευτικού και στον τομέα αυτό χρειάζεται στήριξη και βοήθεια, οι οποίες δεν δίνονται. Αποτελεί μεγάλη υποκρισία του Υπ. Παιδείας όταν μετά από ένα χρόνο πανδημίας έχει πραγματικά αφήσει χιλιάδες σχολεία, μαθητές και εκπαιδευτικούς κυριολεκτικά στην τύχη τους, χωρίς κανένα ουσιαστικό μέτρο, να μιλά για «αριστεία» των λίγων.

Η απάντηση σε αυτές τις εξελίξεις είναι η πάλη των εκπαιδευτικών μέσα από τους Συλλόγους τους από κοινού με γονείς και μαθητές για αποκλειστικά σύγχρονο, δημόσιο, ενιαίο 12χρονο σχολείο, για ουσιαστική αναβάθμιση της εκπαίδευσης για όλα τα παιδιά, για την ικανοποίηση των σύγχρονων μορφωτικών αναγκών των παιδιών του λαού μας.

Απάντηση