Οι δύο κατάμεστες παραστάσεις της «Φαιά – Η Σκιά της Μοίρας», στις 18 και 19 Ιουλίου στο Διεθνές Κέντρο Πολιτισμού Petrosophy, σε συνεργασία με το Darkplay Theatre, απέδειξαν ότι το σύγχρονο θέατρο μπορεί να μεταμορφώσει έναν ολόκληρο χώρο σε μια ζωντανή μυθολογική εμπειρία.
Η παράσταση, εμπνευσμένη από τον τοπικό μύθο του αρχαίου Κρομμυώνα, δεν περιορίστηκε στη συμβατική θεατρική σκηνή. Από την πρώτη στιγμή, το κοινό βρέθηκε μέσα στον κόσμο της ιστορίας. Οι θεατές δεν παρακολουθούσαν απλώς· περπατούσαν ανάμεσα στους χαρακτήρες, μετακινούνταν μαζί τους στον εξωτερικό χώρο και στη συνέχεια οδηγούνταν τελετουργικά στο εσωτερικό του Κέντρου, όπου η ιστορία αποκτούσε ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Η σκηνοθετική σύλληψη αξιοποίησε πλήρως τη διαδραστικότητα, με τους ηθοποιούς να αλληλεπιδρούν διαρκώς με το κοινό, να το καθοδηγούν και να το ενσωματώνουν οργανικά στη δράση.
Η πρωτότυπη Μουσική του Wolfgang in London με υπνωτική μουσική, οι ήχοι των κυμάτων, οι ψίθυροι, οι καμπάνες και οι αυλοί, σε συνδυασμό με τους προσεκτικά σχεδιασμένους φωτισμούς, δημιούργησαν μια σχεδόν τελετουργική ατμόσφαιρα. Το πέρασμα από το φυσικό φως του εξωτερικού χώρου στο ημίφως των κεριών του εσωτερικού λειτουργούσε ως μετάβαση από τον πραγματικό κόσμο στον κόσμο του μύθου. Οι θεατές δεν παρακολουθούσαν απλώς μια ιστορία· βίωναν ένα συναισθηματικό ταξίδι που κινούνταν ανάμεσα στη συγκίνηση, την αγωνία, τον φόβο, τη συμπόνια και την κάθαρση.
Ιδιαίτερη μνεία αξίζει στη συνολική πειθαρχία του δεκατετραμελούς θιάσου. Παρά τις απαιτήσεις μιας παράστασης που βασίζεται στη συνεχή κίνηση, στις απόλυτα συγχρονισμένες παύσεις, στις «παγωμένες» εικόνες και στη διαρκή επαφή με το κοινό, οι ηθοποιοί λειτούργησαν ως ένας ενιαίος οργανισμός. Η ακρίβεια της κίνησης, ο σεβασμός στον μουσικό ρυθμό και η απόλυτη συγκέντρωση σε κάθε μετάβαση έδιναν την αίσθηση μιας τελετουργίας που εξελισσόταν με φυσικότητα.
Οι ερμηνείες
Βιβή Μιχαλάκη – Φαιά
Η Βιβή Μιχαλάκη σήκωσε στους ώμους της τον κεντρικό ρόλο της παράστασης με αξιοσημείωτη εκφραστικότητα. Η Φαιά της πέρασε από την αθωότητα στην απόγνωση, από την αγάπη στην οργή και τελικά στη συγχώρεση χωρίς υπερβολές, αλλά με εσωτερική ένταση. Η συνεχής παρουσία της ανάμεσα στους θεατές δημιούργησε μια άμεση συναισθηματική σύνδεση, μετατρέποντάς την σε μια ηρωίδα που δεν παρακολουθεί κανείς από απόσταση αλλά βιώνει δίπλα της.
Αγγελική Πατσατζή – Μελπομένη
Η Αγγελική Πατσατζή υπήρξε η αφηγήτρια, η μούσα και η ψυχή της παράστασης. Με σταθερή σκηνική παρουσία και καθαρό λόγο, λειτούργησε ως ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στον μύθο και το κοινό. Η ικανότητά της να μεταβαίνει από την τρυφερότητα στη δραματικότητα και από τη σοβαρότητα στη σχεδόν οικεία επικοινωνία με τους θεατές έδωσε συνοχή σε όλη τη δραματουργία.
Στέφανος Ρίσκας – Ποσειδώνας
Ο Στέφανος Ρήσκας δημιούργησε έναν Ποσειδώνα επιβλητικό και απόκοσμο. Με ελάχιστες κινήσεις και χωρίς περιττές εξάρσεις απέδωσε την αίσθηση μιας δύναμης που δεν χρειάζεται να επιβληθεί φωνάζοντας. Η φυσική του παρουσία, η σιωπή και το βλέμμα του αρκούσαν για να κυριαρχήσουν στη σκηνή.
Σπύρος Μασούρης – Κρόμμος
Ο Σπύρος Μασούρης απέδωσε με ευαισθησία τον τραγικό Κρόμμο, έναν χαρακτήρα παγιδευμένο ανάμεσα στη φιλοδοξία, την αγάπη και τη μοίρα του. Η σωματική του έκφραση και η ακρίβεια της κίνησής του ανέδειξαν τη σταδιακή κατάρρευση του ήρωα με πειστικότητα.
Αθηνά Γιαννακού – Εφύρα
Η Αθηνά Γκουμάκη προσέγγισε την Εφύρα με κομψότητα και εσωτερική δύναμη. Η εκφραστική της κίνηση, σε απόλυτο συγχρονισμό με τον Κρόμμο, ενίσχυσε τη δραματική πορεία του ζευγαριού και προσέδωσε λυρισμό στις πιο σιωπηλές στιγμές της παράστασης.
Παρασκευή Βούλγαρη – Θέλξιοπη
Η Παρασκευή Βούλγαρη χάρισε στην παράσταση μία από τις πιο συγκινητικές στιγμές της. Η φωνή της λειτούργησε ως συναισθηματικός πυρήνας της αφήγησης, προσφέροντας ανάσες λυρισμού μέσα στη σκοτεινή ατμόσφαιρα του έργου. Η σκηνική της παρουσία συνδύαζε ευαισθησία και μυστήριο.
Αντώνης Γαϊτάνος – Κορυφαίος
Ο Αντώνης Γαϊτάνος υποστήριξε τον απαιτητικό ρόλο του Κορυφαίου με ακρίβεια και θεατρική ωριμότητα. Η σκηνική του παρουσία υπηρέτησε τον ρυθμό της παράστασης, συμβάλλοντας ουσιαστικά στις τελετουργικές μεταβάσεις και στη συνολική αισθητική του έργου.
Ιωάννης Ντόβας – Θησέας
Παρότι η παρουσία του Θησέα είναι περισσότερο συμβολική, ο Ιωάννης Ντόλας κατάφερε να αποδώσει τη σημασία του χαρακτήρα ως του ήρωα που προαναγγέλλεται από τη μοίρα, λειτουργώντας ως υπενθύμιση της συνέχειας του αρχαίου μύθου.
Ο Χορός υπήρξε το αόρατο νήμα που ένωνε όλες τις σκηνές. Με πειθαρχημένη κίνηση, συγχρονισμό και απόλυτο έλεγχο του ρυθμού, ενίσχυσε τη διαδραστικότητα και διατήρησε αδιάκοπα τη μυστηριακή ατμόσφαιρα. Η συνεχής παρουσία του ανάμεσα στους θεατές συνέβαλε καθοριστικά στην αίσθηση ότι τα όρια ανάμεσα στη σκηνή και το κοινό είχαν πλέον καταργηθεί.
Η «Φαιά – Η Σκιά της Μοίρας» δεν ήταν απλώς μια θεατρική παράσταση. Ήταν μια ολοκληρωμένη βιωματική εμπειρία που αξιοποίησε τον τοπικό μύθο του αρχαίου Κρομμυώνα, τη μουσική, την κίνηση, το φως και τη διαδραστικότητα για να δημιουργήσει μια σπάνια μορφή σύγχρονου ελληνικού θεάτρου.
Το παρατεταμένο χειροκρότημα και οι δύο συνεχόμενες sold out παραστάσεις επιβεβαίωσαν ότι το κοινό δεν έφυγε απλώς έχοντας παρακολουθήσει ένα έργο· έφυγε έχοντας ζήσει έναν μύθο.
Nέες παραστάσεις προγραμματίζονται από το Θεατρικό Εργαστήρι στο Διεθνές Κέντρο Πολιτισμού Petrosophy, στο Δημοτικό Θέατρο Κορίνθου και αλλού. Στόχος είναι η παράσταση να παρουσιασθεί στον φυσικό χώρο του Αρχαίου Κρομμυώνα αφού γίνουν οι απαραίτητες εργασίες αποκατάσυασης από την τοπική αυτοδιοίκηση και το ΥΠΠΟΑ.