image

Ο θεσμός των φροντιστηρίων έχει τις απαρχές του στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, όταν με το Ν.2905/1922 το σημερινό ΕΚΠΑ ( Αθήνησι Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπιστήμιον) απέκτησε το δικαίωμα να διοργανώνει τις πρώτες εισαγωγικές εξετάσεις τις οποίες διενήργησε το 1924. Ο θεσμός νομιμοποιήθηκε με το Ν.2525/1940, όταν το επέβαλε αφ ‘ ενός ο περιορισμένος αριθμός εισακτέων και αφ’ ετέρου η συνεχής αύξηση του αριθμού των υποψηφίων. Στα φροντιστήρια βρήκε τότε εργασία και καταξίωση ο μεγαλύτερος όγκος των αριστερών καθηγητών που το Ιδιώνυμο του Ελ. Βενιζέλου απέκλειε από το δημόσιο.
Σήμερα, στα φροντιστήρια λειτουργούν πάνω από 8000 εκπαιδευτικοί σε πάνω από 2300 νόμιμες επιχειρήσεις και απασχολούν 30000 άλλους εκπαιδευτικούς που ζουν με την εργασία τους στα φροντιστήρια τις οικογένειές τους. Σύμφωνα με έρευνα του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών τα φροντιστήρια καταβάλλουν ετησίως αμοιβές που ξεπερνούν τα 300 .000.000 ευρώ και αποδίδουν στα ασφαλιστικά κρατικά ταμεία τουλάχιστον 200.000.000 ευρώ.
Αυτά τα λίγα για την οικονομική και κοινωνική προσφορά των φροντιστηρίων και των ιδιοκτητών τους σε μια στιγμή που το κράτος μας ταλανίζεται από ανεργία που ξεπερνά το 30% και τα ασφαλιστικά ταμεία είναι ΔΡΑΜΑΤΙΚΑ άδεια.
Η επιβολή Φ.Π.Α. στις επιχειρήσεις αυτές εκτός από πολιτικά ανόητη είναι οικονομικά και κοινωνικά επιβλαβής και βαθιά ταξική ( αυτοί που έχουν χρήματα θα μπορούν να συνεχίσουν να πληρώνουν ιδιαίτερα μαθήματα για τη εισαγωγή των παιδιών τους στα Πανεπιστήμια), εντείνει τη διαφθορά και ενισχύει τη μαύρη εργασία. Το φόρο θα κληθούν να πληρώσουν οι ήδη βαριά φορολογημένοι γονείς ή στην καλύτερη περίπτωση θα το μοιραστούν με τους ιδιοκτήτες φροντιστηρίων τους οποίους ωστόσο η κυβέρνηση έχει φροντίσει να αυξήσει τους φόρους. Τα αποτελέσματα μιας τέτοιας πολιτικής επιλογής θα οδηγήσουν σε κύματα την αύξηση των ιδιαιτέρων μαθημάτων (τα οποία καθίστανται ανταγωνιστικά) , την αύξηση των μαύρων χρημάτων, την εκτόξευση της διαφθοράς (από νόμιμα διορισμένους καθηγητές ) , τη μετατροπή των σχολείων σε πεδίον άγρας πελατών με ό ,τ ι αυτό σημαίνει για τη λειτουργία των σχολικών μονάδων και τα εκπαιδευτικά ήθη που καλλιεργούνται, την αύξηση της ανεργίας των νέων καθηγητών που βρίσκουν εργασία στα φροντιστήρια, τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών στο δημόσιο, την βαθιά ταξική παιδεία, αφού η παράλληλη που προσφέρει το φροντιστήριο για τα φτωχότερα παιδιά θα καταστεί ακριβή. Αντίθετα, η παραπαιδεία των γκρουπάδικων και τα ανεξέλεγκτα ιδιαίτερα μαθήματα που διεξάγονται από τον οποιονδήποτε ευνοούν τη φοροδιαφυγή που το 2005 –σύμφωνα με τη Γ.Σ.Ε.Ε υπολογίστηκε στα 405.075.000 ευρώ. Σήμερα υπολογίζεται ότι έχει πενταπλασιαστεί.
Η κυβέρνηση οφείλει – τουλάχιστον μέχρι να είναι σε θέση να προσφέρει την εκπαίδευση που ευαγγελίζεται- να απαλλάξει τους γονείς από το ΦΠΑ στα δίδακτρα. Οφείλει επίσης να δώσει τη δυνατότητα στον Έλληνα πολίτη να προσφέρει στα παιδιά του παράλληλη παιδεία που επιθυμεί. Οφείλει να βοηθήσει την επιχειρηματικότητα και τα καταπολεμήσει τη διαφθορά και την παρανομία, να εξασφαλίσει περισσότερες θέσεις εργασίας για νέους επιστήμονες. Και αυτό δεν έχει κομματικό χρώμα…..
Ο Έλληνας πάντα ενδιαφερόταν περισσότερο από οποιονδήποτε Ευρωπαίο για την εκπαίδευση των παιδιών του και γι αυτό το ποσοστό των επιστημόνων μας είναι υψηλό. Τα φροντιστήρια έχουν βοηθήσει τα παιδιά να αποκτήσουν και να εμπλουτίσουν τις δυνατότητές τους και στάθηκαν δίπλα στην ελληνική οικογένεια. Η κυβέρνηση φορολόγησε τα φροντιστήρια και οι ιδιοκτήτες το δέχονται. Η επιβολή ΦΠΑ στη γνώση όμως δεν είναι ούτε θεμιτή ούτε ανεκτή.