Μπορείς να διαλέξεις πολλούς λόγους για να θυμάσαι τον Μπόμπαν Γιάνκοβιτς. Ήταν παίκτης, μάγκας, ψυχή, και πάνω απ’ όλα άνθρωπος. Το όνομά του θα σκάει μύτη κάθε φορά που κάποιος θα μιλά για μπάσκετ με αλητεία. Ποτέ γυαλιστερό, πάντα με λίγη σκόνη στα παπούτσια. Ίσως έπαιξες και εσύ μπάσκετ στα παιδικά σου χρόνια και να φώναξες “Μπόμπαν!” όταν πέτυχες τρίποντο στο σχολικό καλάθι. Αν ναι, μάλλον αξίζει να ρίξεις μια ματιά και στο twin casino, έτσι για την τύχη σου.

Τί εστί Μπόμπαν;
Ο Μπόμπαν Γιάνκοβιτς γεννήθηκε το ’63 στο Βελιγράδι, την εποχή που οι άνθρωποι ακόμα πίστευαν ότι τα τηλεκατευθυνόμενα ήταν έργο του σατανά. Ψηλός, ατσούμπαλος αλλά με καρδιά που θα έκανε και τα αγάλματα να δακρύσουν. Έπαιξε στην Γιουγκοπλάστικα, τη Βοϊβοντίνα, αλλά εδώ στην Ελλαδάρα μας, έγινε θρύλος με τον Πανιώνιο. Ήρθε αρχές ’90, τότε που η παραλία του Αλίμου είχε ακόμα κόσμο που δεν έβγαζε selfie.
Και τότε ήρθε η μέρα – Μάης του ’93, ο αγώνας με τον Παναθηναϊκό. Ήταν φάση που δεν θα βγάζανε ούτε οι σεναριογράφοι του Netflix. Ο διαιτητής του σφύριξε επιθετικό. Ξεχειλισμένος από αδικία και πάθος, πήγε και χτύπησε το κεφάλι του στη μπασκέτα. Από εκείνη τη στιγμή έμεινε παράλυτος. Κι όμως, δεν σταμάτησε να είναι παρών. Με το καρότσι του και τα μάτια του, μιλούσε πιο δυνατά από όσα λένε τα πόδια.
Στην καρδιά του μπασκετικού λαού
Όσο περνούσαν τα χρόνια, ο Μπόμπαν έγινε κάτι παραπάνω από παλιός παίκτης. Έγινε ιστορία. Όχι σαν αυτές που γράφονται στα βιβλία, αλλά σαν αυτές που τις λες στο τραπέζι πίνοντας τσίπουρο και βρίζεις το VAR. Έζησε την υπόλοιπη ζωή του στην Αθήνα, με παρέες, με τσιγάρα, με γέλια, και με γιο. Ο Βλάντο Γιάνκοβιτς, παιδί του, ακολούθησε τα χνάρια του και φόρεσε τα ίδια παπούτσια – σε άλλη δεκαετία όμως. Κι εμείς, σε κάθε ματς που έπαιζε ο Βλάντο, βλέπαμε και λίγο Μπόμπαν μέσα του.
Το μπάσκετ στην Ελλάδα άλλαξε από τότε. Ίσως όχι πάντα προς το καλύτερο. Τα γήπεδα άδειασαν, οι φανέλες άλλαξαν κάθε πέντε λεπτά, και το συναίσθημα φτώχυνε. Κάτι σαν τις ελληνικές σειρές στη TV. Παίζουν, αλλά ποιος τις βλέπει; Αν θες να θυμηθείς εποχές που η μπάλα μύριζε ιδρώτα και όχι αποσμητικό, δες αυτό: το έπος του 2004 και η πορεία στο άγνωστο. Σου θυμίζει πώς κάποτε νιώθαμε ήρωες.
Που βρίσκεται τώρα ο Μπόμπαν; Ή μάλλον… που βρίσκεται η εικόνα του;
Ο Μπόμπαν έφυγε το 2006. Ήσυχα, αθόρυβα, όπως οι μεγάλοι. Όχι με φανφάρες και αναρτήσεις στα social. Έφυγε σαν ήρωας που είχε κάνει το κύκλο του. Αλλά δεν έφυγε ποτέ απ’ την καρδιά των μπασκετικών. Η μορφή του είναι εκεί, σε ένα παλιό αφισάκι στο γυμναστήριο της Νέας Σμύρνης. Είναι σε κάθε φάση που κάποιος σηκώνεται για λέι-απ με τρέμουλο στα γόνατα. Είναι και στους γονείς που λένε στα παιδιά τους: “Να αγαπάς την ομάδα σου, όπως ο Μπόμπαν τον Πανιώνιο.”
Και πού πάει αυτή η ιστορία τώρα; Η Ελλάδα περνάει τα ζόρια της, το μπάσκετ παλεύει να βρει φωνή ανάμεσα σε μπάλα, survivor, και καφέδες με χρυσό καλαμάκι. Μα η ιστορία του Μπόμπαν μας θυμίζει ότι δεν έχει σημασία πόσους πόντους έβαλες. Σημασία έχει τι άνθρωπος ήσουν στο τέλος. Και αν έμεινες όρθιος. Ή, στην περίπτωσή του, καθιστός αλλά όρθιος μέσα του.
Ο τζόγος, ο αθλητισμός και τα όρια
Ο Μπόμπαν, αν ζούσε σήμερα, μάλλον θα κοιτούσε με απορία τις στοιχηματικές διαφημίσεις που ξεφυτρώνουν παντού σαν μαϊντανός στο χωριό. Το στοίχημα μπήκε για τα καλά στο άθλημα. Και δεν είναι όλοι κακοί. Υπάρχει και ενημέρωση, υπάρχουν και όρια – έστω και αν μερικές φορές τα όρια μπαίνουν σαν κορδέλες στην Εγνατία: για τα μάτια του κόσμου. Αν σου γυαλίζουν τέτοια, ρίξε μια ματιά και στους κανονισμούς της ΕΕΕΠ, μπας και καταλάβεις πού αρχίζει το παιχνίδι και πού σταματά η κατρακύλα.
Τί λέει το μέλλον;
Ο Βλάντο τώρα κάνει τα δικά του. Πολλοί τον σύγκριναν με τον πατέρα του, και πολλοί λένε “δεν είναι το ίδιο”. Μα δεν χρειάζεται να είναι το ίδιο. Ο καθένας έχει το δικό του παρκέ να πατήσει. Το μέλλον του μπάσκετ στην Ελλάδα ίσως περνά από ξένα χέρια, ίσως και όχι. Ίσως έρθει κανένας πιτσιρικάς από την Καλαμάτα, να γίνει ο νέος Μπόμπαν. Ίσως να μην υπάρξει ποτέ άλλος.
Γιατί τέτοιοι τύποι δεν φτιάχνονται σε εργοστάσιο. Τους γεννάει η ζωή, και λίγο η αδικία. Όπως τότε, με εκείνη τη φάση του 1993, που ένας διαιτητής έδωσε ένα σφύριγμα και η μοίρα έγραψε ιστορία με μαρκαδόρο.
Στην τελική, τι μας έμεινε;
Έμεινε ένα όνομα που λέγεται με δέος. Ένα πρόσωπο που χαμογελάει στραβά, αλλά ειλικρινά. Ένας ήχος στα αποδυτήρια, μια ανάμνηση σε κάθε παλιό γήπεδο που μυρίζει πλαστικό και μούχλα.



