Απαγορεύονται οι “καραβολίδες”, τα “ξερόμυτα” δεν μετράνε, “στα 3 κόρνερ πέναλτι”: φλας μπακ στο ποδόσφαιρο που παίζαμε στα παιδικά μας χρόνια

0

1_5330

Για όσους έχουμε περάσει τα 22-23, το ποδόσφαιρο πλέον έχει ταυτιστεί με το τρίπτυχο πίτσες-μπίρες-Champions League με μερικά “δημιουργικά” διαλείμματα για “Pro” και “Football Manager”. Τα πράγματα, όμως, δεν ήταν πάντοτε έτσι.

Ξεσκονίζοντας τις προάλλες την αποθήκη μου, έπεσα πάνω σε ένα κιτρινισμένο τετράδιο που στο εξώφυλλο είχε κολλημένα ξεθωριασμένα αυτοκόλλητα της Panini με παίκτες που αγωνιζόντουσαν στο ελληνικό πρωτάθλημα στις αρχές της δεκαετίας του ’90. Το άνοιξα με ανυπομονησία για να δω και τα υπόλοιπα αυτοκόλλητα της τότε συλλογής μου, αλλά έπεσα πάνω σε κάτι που δεν περίμενα. Στην πρώτη σελίδα έγραφα “Πρωτάθλημα 1993-1994”. Δεν επρόκειτο για το πρωτάθλημα της τότε Α’ Εθνικής, αλλά όπως μαρτύρησαν οι επόμενες σελίδες του τετραδίου, για ένα πρωτάθλημα μεταξύ των δύο ομάδων που είχαμε φτιάξει στην 5η δημοτικού. Υπήρχαν γραμμένα τα ονόματα των συμμαθητών μου και πλάι τους τα γκολ που είχαν πετύχει σε κάθε αγώνα, ενώ υπήρχε και ένας πίνακας με τη βαθμολογία των δύο ομάδων. Τότε η νίκη έδινε ακόμα δύο βαθμούς και η ισοπαλία έναν.

Στην επόμενες σελίδες υπήρχαν και άλλα αντίστοιχα “πρωταθλήματα”, ενώ στη μέση του τετραδίου υπήρχε γραμμένος ένας άλλος τίτλος: “Άλλα σχολεία”. Εκεί είχα περάσει τα αποτελέσματα των αγώνων του δικού μας κόντρα στα υπόλοιπα σχολεία της γειτονιάς. Υπήρχαν σελίδες με τα ονόματα των παιδιών του κάθε σχολείου και πλάι σε αυτά το πόσο καλή μπάλα ήξερε κάθε παιδί και μια υποσημείωση για το δυνατό του σημείο, σε ένα άτυπο σκάουτινγκ της εποχής. Συνέχισα να ξεφυλλίζω το τετράδιο και έπεσα πάνω σε ακατάλυπτα συστήματα και σε σημειώσεις με τα man-to-man κάθε αγώνα. Man-to-man που θεωρητικά έπρεπε να ακολουθήσουν όλοι οι παίκτες της ομάδας.

Ήθελα να το ζήσω ξανά όλο αυτό. Για κλάσματα δευτερολέπτου φαντάστηκα πως πήγαινα στο σταθερό μου να πάρω τηλέφωνο τον “Μπούμπη”, τον “Τσίλια” και τον “Σαλάτα” για να τους δώσω ραντεβού στις 4 στην πλατεία. “Πάρτε και τον “Ποντικό” και πείτε του να μην ξεχάσει να φέρει την μπάλα”…

Κάποτε παίρναμε μια μπάλα, μαζευόμασταν σε μια αλάνα, πλατεία, σχολείο και παίζαμε ένα διπλό από το μεσημέρι, μέχρι να νυχτώσει. Αυτοί οι ποδοσφαιρικοί “μαραθώνιοι” διέπονταν από κάμποσους κανόνες και είχαν αρκετά χαρακτηριστικά, που τους καθιστούσαν μοναδικούς και τους θυμόμαστε ακόμα με νοσταλγία.

Το “γήπεδο” και η μπάλα

Τα βασικά μέρη που δίνονταν τα ποδοσφαιρικά ραντεβού ήταν προαύλια σχολείων, πλατείες, δρόμοι, γήπεδα μπάσκετ και αλάνες. Τα γήπεδα 5×5 αποτελούσαν ακόμα σενάριο επιστημονικής φαντασίας.

Το γεγονός ότι θα παίζαμε ποδόσφαιρο δεν σήμαινε απαραίτητα ότι θα είχαμε και μπάλα ποδοσφαίρου. Ποιος δεν έχει παίξει με πατημένο κουτάκι από αναψυκτικό; Όχι, όμως, πατημένο όπως να ναι. Υπήρχε συγκεκριμένη τεχνική, ώστε το κουτάκι να είναι κατάλληλο για ποδόσφαιρο. Έπρεπε να έχει πατηθεί εντελώς κάθετα και να μην είναι στραβό, ώστε να μπορεί να τσουλάει και να αντέχει.Κάποιες φορές και ειδικά τα καλοκαίρια όλο και κάποιο μπαλάκι του τένις ή κάποια μπάλα του βόλεϊ θα είχε ξεμείνει από την οικογένεια κάποιου από την παραλία, με αποτέλεσμα να αναβαθμίζεται αισθητά το παιχνίδι μας.

Σαν εναλλακτική υπήρχαν και κάποιες μεγάλες μπάλες που πουλούσαν τα περίπτερα της γειτονιάς και είχαν πάνω τα σήματα μεγάλων ομάδων, γνωστές και ως “αερόμπαλες”, αφού από τη στιγμή που σούταρες, ο αέρας ήταν εκείνος που αποφάσιζε την κατάληξή του σουτ.

Υπήρχαν και εκείνες οι ευλογημένες μέρες που η παρέα είχε στη διάθεση της κάποια κανονική, ποδοσφαιρική μπάλα. Μία “Select”, μια “Mitre” ή κάποια που είχε δέρμα τέλος πάντων. Τότε τα πράγματα σοβάρευαν. Η αδρεναλίνη χτυπούσε κόκκινο και το παιχνίδι είχε την ένταση και το πάθος που θα ζήλευε και ένας τελικός Champions League. Να παίζεις ποδόσφαιρο με μπάλα της οποίας έχουν φύγει οι ραφές και περισσεύει η σκασμένη σαμπρέλα, αξία ανεκτίμητη.

Ο κάτοχος της μπάλας

Το παιδί που διέθετε την μπάλα ήταν για την παρέα ό,τι ο Πλατινί για την UEFA. Μπορούσε σχεδόν να ορίσει τους κανόνες του παιχνιδιού από την αρχή και όχι μόνο δεν έβρισκε αντιδράσεις από τους υπόλοιπους, αντιθέτως μάλιστα τον είχαμε στα όπα όπα.

Αυτός όριζε την ώρα που θα ξεκινήσει, αλλά και θα τελειώσει το παιχνίδι και όλοι μαζευόμασταν και το “διαλύαμε” με βάση το πρόγραμμά του. Αν μάλιστα τον έφερνε ο πατέρας του, καλοπιάναμε και εκείνον, προκειμένου να αφήσει τον φίλο μας να κάτσει περισσότερο. Δεν ήταν λίγες οι φορές που παρακαλούσαμε τον πατέρα να μας αφήσει την μπάλα με υποσχέσεις ότι θα την προσέχαμε σαν τα μάτια μας και θα του την επιστρέφαμε σώα την επομένη.

Τα προνόμια του κατόχου της μπάλας πολλές φορές επεκτείνονταν στο να μπορεί να διαλέξει τους συμπαίκτες του, ακόμα και αν δεν του χαμε κάνει ποτέ ξανά αυτή τη χάρη, αφού στην πραγματικότητα ήταν τελείως άμπαλος.

Ο ορισμός του τέρματος

Στα γήπεδα που αγωνιζόμασταν μικροί είναι προφανές ότι δεν υπήρχαν τέρματα. Αν υπήρχαν, μάλλον δεν θα είχε και κανένα λόγο ύπαρξης το παρόν κείμενο.

Επομένως, πριν από κάθε αγώνα ορίζαμε νοητά το τέρμα. Τα κάθετα δοκάρια μπορούσαν να οριστούν με διάφορους τρόπους. Με σχολικές τσάντες, με πέτρες, με νοητά σημάδια από γκράφιτι σε κάποιο τείχο, με τις βάσεις από μπασκέτες, με ό,τι μπορείς να φανταστείς. Για να ναι ίσα τα τέρματα μετρούσαμε βηματάκια, ενώ ήταν άπειρες οι φορές πριν από κάποιο, πέναλτι, κόρνερ ή φάουλ που ο εκάστοτε τερματοφύλακας αναπροσάρμοζε τις διαστάσεις του τέρματός του.

Η μαγεία, όμως, είχε να κάνει με τον ορισμό του οριζόντιου δοκαριού. Τις περισσότερες φορές το οριζόντιο δοκάρι ήταν μέχρι εκεί που έφτανε να πηδήξει ο τερματοφύλακας. Όταν, λοιπόν, ο τερματοφύλακας “έτρωγε” κάποιο γκολ με σουτ που πήγαινε ψηλά, ξεκινούσε καβγάς για το πού βρισκόταν το οριζόντιο δοκάρι, συνοδευόμενος από ταυτόχρονα πηδηματάκια με τεντωμένα χέρια από όλους μας για να δείξουμε ότι δεν φτάναμε το σημείο από το οποίο πέρασε η μπάλα.

Πώς χωριζόμασταν σε ομάδες

Πριν μπουν τα “αριθμάκια” στη ζωή μας, είχαμε έναν πιο ευφάνταστο τρόπο για να ορίζουμε τις ομάδες. Δυο παιδιά, συνήθως οι καλύτεροι παίκτες ή ο κάτοχος της μπάλας, στεκόντουσαν ο ένας απέναντι στον άλλο και έκαναν “βηματάκια” για να δουν ποιος θα διαλέξει πρώτος παίκτη.

Θυμάστε τι ήταν τα βηματάκια; Στεκόντουσαν τα δύο παιδιά, το ένα απέναντι στο άλλο σε εύλογη απόσταση και έλεγαν εναλλάξ ονόματα ποδοσφαιρικών ομάδων ή παικτών. Για κάθε συλλαβή της λέξης που έλεγαν έκαναν και ένα βήμα προς τον “αντίπαλο”. Όποιος πατούσε πρώτος τον αντίπαλό του, είχε το bonus να διαλέξει πρώτος παίκτη. Κι αν νομίζεις πώς τα “βηματάκια” ήταν κάτι τυχαίο, είσαι γελασμένος. Υπήρχε τακτική, αφού χρησιμοποιούσαμε και πλαγιαστά “βηματάκια” προκειμένου να μείνουμε μακριά από τον αντίπαλο, αν θεωρούσαμε πως θα μας πατούσε πρώτος.

Αφού έβγαινε ο νικητής της παραπάνω διαδικασίας, συνήθως επέλεγε τον καλύτερο παίκτη ή αυτόν που ξέραμε πως θα κάτσει τερματοφύλακας σε όλο τον αγώνα χωρίς να γκρινιάξει και χωρίς να ζητήσει να παίξει καθόλου μέσα.

Όσον αφορά τον τερματοφύλακα, αν δεν υπήρχε κάποιος που θα καθόταν με την θέλησή του -πράγμα σπάνιο- τότε μπαίναμε όλοι τέρμα μέχρι να φάμε ένα γκολ. Επειδή, κάποιοι το έτρωγαν επίτηδες για να ξαναμπούν γρήγορα μέσα, βάζαμε άλλους κανόνες όπως “φάμε-βάλουμε δύο” ή χρονομετρούσαμε τη θητεία του καθενός στο τέρμα.

Αν ο αριθμός των παιδιών ήταν μονός, η ομάδα με το πιο αδύναμο “ρόστερ” έπαιρνε τον παίκτη παραπάνω.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου εδώ – contra.gr

Απάντηση