Η αλήθεια για τα ομόλογα

Τι λέει η κυβέρνηση, τι επισημαίνουν οι τραπεζίτες, τι υποστηρίζουν στον ΣΥΡΙΖΑ – Τι δείχνουν και τι κρύβουν οι ανακοινώσεις υπουργείου Οικονομικών – ΣΥΡΙΖΑ

Δεν τίθεται θέμα επάρκειας των ταμειακών διαθεσίμων (ακόμα) αλλά ζήτημα «πολιτικής βούλησης» για την πληρωμή ή μη των ομολόγων του Μαρτίου,όπως προκύπτει από τον πόλεμο ανακοινώσεων μεταξύ υπουργείου Οικονομικών και ΣΥΡΙΖΑ.

Το συμπέρασμα από την αντιπαράθεση αυτή είναι πως, με τα ως τώρα δεδομένα, η όποια κυβέρνηση (ακόμα και … υπηρεσιακή αν εκλεγεί) δεν θα δυσκολευτεί να πληρώσει τα περίπου 1,6 δισ. που απαιτούνται τον Μάρτιο προς τους δανειστές  αλλά, αν το κάνει,  μπορεί στη συνέχεια να έχει δυσκολία για να εξασφαλίσει χρήματα για να πληρώνει τις επόμενες υποχρεώσεις της (άλλα 1,6 δισ. τον Απρίλιο, περίπου 1 δισ. τον Μάιο για τους δανειστές). Αν δεν υπάρχει η ροή δανείων από το εξωτερικό ή άλλη συμφωνία με τους δανειστές για επιπλέον εκδόσεις εντόκων γραμματίων, το δίλημμα για την κυβέρνηση από την άνοιξη και μετά θα είναι αν θα πληρώνονται τα δάνεια ή μισθοί και συντάξεις στο εσωτερικό.

Στην συνέντευξή του στη Real News ο κύριος Τσίπρας δήλωσε πως τον μήνα Μάρτιο θα πληρωθούν κανονικά οι υποχρεώσεις του Μαρτίου (τα περίπου 1,6 δισ. ευρώ). Για το ποσό αυτό δεν θα χρειάζονταν καν έκτακτες εκδόσεις εντόκων γραμματίων, αν πήγαιναν καλά τα έσοδα. Θα έπρεπε ίσως ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ να αναμένει να δει και την είσπραξη Δεκεμβρίου και Ιανουαρίου, πριν μιλήσει για νέα έντοκα γραμμάτια.

Από τη στιγμή που υπήρξε όμως η αναφορά αυτή, το υπουργείο Οικονομικών έσπευσε να ξεκαθαρίσει πως όσα ήταν να πάρει το δημόσιο από έντοκα το έχει ήδη πάρει από τον Δεκέμβριο. Για το λόγο αυτό άλλωστε, από το υπουργείο Οικονομικών έχουν ξεκαθαρίσει πως δεν θα υπάρξει άλλη έκτακτη έκδοση ομολόγων μετά από εκείνη που έγινε τον Δεκέμβριο.

Στην ανακοίνωση του ΥΠΟΙΚ τονίζεται πως το Μάρτιο «είναι επιτακτικές» οι δανειακές ανάγκες γιατί τα 1,6 δισ. αφορούν σχεδόν στο σύνολο τους πληρωμές στο ΔΝΤ, ενώ παράλληλα έχουν «παγώσει» τα 7,1 δισ. των δόσεων που αναμένει η χώρα από την Τρόικα και επιπλέον το δημόσιο έχει εξαντλήσει το πρόγραμμα δανεισμού από έντοκα γραμμάτια (15 δισ. ετησίως). Νέος επιπλέον δανεισμός δεν επιτρέπεται, από τη ύφιστάμενη συμφωνία τρόικας και ελληνικού δημοσίου.

Άρα, το ΥΠΟΙΚ στέκεται κυρίως ότι πρέπει η νέα κυβέρνηση να κάνει «κουμάντα» με τα υφιστάμενα χρήματα που έχει ήδη το δημόσιο, αλλά και όσα έρθουν από εισπράξεις φόρων κλπ στο προσεχές δίμηνο μέχρι τις εκλογές. Απορρίπτει δε τη λογική πως, αν προκύψουν δυσκολίες, η νέα κυβέρνηση μπορεί να καταφεύγει σε νέες εκδόσεις εντοκων γραμματίων για να αντλεί χρήματα, γιατί και δεν υπάρχει συμφωνία με τους δανειστές, αλλά και το τραπεζικό σύστημα «στραγγίζει».

Από πλευράς του ο ΣΥΡΙΖΑ αποκρούει ως απαράδεκτη, όπως θεωρεί, την «πολιτική παρέμβαση» του ΥΠΟΙΚ για την αναφορά του προέδρου και τονίζει ότι ο Αλέξης Τσίπρας αναφερόταν σε μια μορφή διαπραγμάτευσης, τη δυναμική της οποία «δεν μπορούν να αντιληφθούν» στο υπουργείο Οικοκονομικών, «μέσα από την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ θα αντιμετωπίσει τις δανειακές ανάγκες της χώρας».

Επιπλέον επικρίνου το Υπ. οικονομικών επειδή επαναφέρει το θέμα της ρευστότητας των ελληνικών τραπεζών, θεωρώντας πως «ο κ. Ντράγκι είναι υπεύθυνος για τις μεγάλες συστημικές τράπεζες» και άρα «θα ήταν παράλογο και θα αποτελούσε μεγάλο πλήγμα στην Τραπεζική Ένωση στα πρώτα της βήματα, να δημιουργήσει προβλήματα σε τράπεζες που εποπτεύει».

Στην πραγματικότητα, όλος ο “πόλεμος” γίνεται για τον αν θα φτάσουν τα λεφτά ή θα χρειαστεί “στάση πληρωμών” στο εσωτερικό ή το εξωτερικό. Χονδρικά, το δημόσιο πρέπει να πληρώνει από τον Δεκέμβριο (με ό,τι δανείστηκε ως τότε αλλά κααι τις τρέχουσες κανονικές εκδόσεις ομολόγων του Ιανουαρίου) μέχρι τον Μάρτιο περίπου 15 δισ. ευρώ ενώ πρέπει να εισπράξει από φόρους και άλλα έσοδα κάπου 15-17 δισ. με βάση τον προϋπολογισμό. Καθώς τα 15 δισ. που θα πληρώνει είναι κατά το 1/3 ομόλογα, κατά το 1/3 μισθοί και συντάξεις και το άλλο 1/3 αφορά λειτουργικές δαπάνες του κράτους, η νέα κυβέρνηση ίσως κληθεί να κάνει τις επιλογές της αν δει πως τα έσοδα από φόρους δεν έρχονται (κάτι που έχει ήδη διαφανεί πως συμβαίνει όμως λόγω και της προεκλογικής χαλάρωσης).