Το ακορντεόν αγαπήθηκε και ενσωματώθηκε στη λαϊκή και παραδοσιακή μουσική πολλών λαών.
«Έχω διαπιστώσει ότι η μουσική επιτρέπει στα χρόνια
να διπλώνουν το ένα πάνω στο άλλο σαν ακορντεόν,
οπότε υποθέτω ότι δεν αισθάνεσαι τόσο πολύ το πέρασμα του χρόνου».
Το ακορντεόν έχει γερμανική προέλευση,
με τις ρίζες του να εντοπίζονται στις αρχές του 19ου αιώνα
(πιθανότατα το 1822).
Εφευρέθηκε και κατοχυρώθηκε με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας
από τον Cyrill Demian στη Βιέννη το 1829,
ως εξέλιξη αερόφωνων οργάνων με μεταλλικά ελάσματα,
γνωρίζοντας γρήγορη διάδοση στην Ευρώπη
και αργότερα παγκοσμίως ως βασικό όργανο λαϊκής μουσικής.
Λόγω του σχετικά μικρού μεγέθους του, αλλά και της ιδιότητάς του
να συνδυάζει μελωδία και συνοδεία, το ακορντεόν αγαπήθηκε
και ενσωματώθηκε στη λαϊκή και παραδοσιακή μουσική πολλών λαών.
Στην Ευρώπη, συνδέθηκε άρρηκτα
με τη γαλλική λαϊκή μουσική του 20ού αιώνα,
όπως επίσης και με το ρεπερτόριο του ταγκό.
Ευρεία είναι η διάδοσή του στην ιταλική και ελληνική μουσική,
ενώ αποτελεί κυρίαρχο όργανο σε μπάντες σλαβόφωνων χωρών.






