Κάποτε τα Χριστούγεννα ήταν σιωπή.
Ήταν η στιγμή που οι άνθρωποι μέσα στο σκοτάδι της νύχτας οδηγούντο από τους χτύπους της καμπάνας προς ένα φωτισμένο καταφύγιο την εκκλησία της ενορίας τους. Περπατούσαν με καρδιές που χτυπούσαν από χαρά, αφού πήγαιναν να συναντηθούν με το φως, με το «παιδίον νέον» που γεννιόταν για να απαλύνει την ανθρώπινη αγωνία.
Η λειτουργία άρχιζε πριν την ανατολή εκεί, στη νυχτερινή ησυχία, η γιορτή έβρισκε την κορύφωσή της.
Όχι σε θόρυβο, όχι σε εξωστρέφεια, αλλά στη γλυκιά ταπείνωση που ανοίγει την ψυχή.
Η Πρωτοχρονιά ήταν άλλη στιγμή, χαρά, γέλιο, δώρα, θόρυβος.
Ήταν η γιορτή της εξωστρέφειας, της ευχής για το επόμενο έτος, της κοινής διασκέδασης. Εκεί χωρούσε ο θόρυβος.
Τα Χριστούγεννα όμως είχαν άλλο βάρος, ζητούσαν μια εσωτερική προετοιμασία, μια παύση, ώστε ο άνθρωπος να γίνει ο ίδιος φάτνη που υποδέχεται.
Σήμερα όμως η διάκριση χάνεται. Οι δήμοι ανάβουν τα δέντρα με μουσικές που θυμίζουν καλοκαιρινά γλέντια ή αποκριάτικες πίστες. Οι πλατείες μετατρέπονται σε σκηνές, σαν να χρειάζεται να πνιγεί κάθε στιγμή σιωπής.
Είναι σαν να επιβάλλεται μια διασκέδαση πριν ακόμα ακουστεί το μήνυμα της Γέννησης , σαν να θέλουμε να χαρούμε πριν υπάρξει λόγος χαράς.
Και πίσω από όλα αυτά, πίσω από τα μεγάφωνα, τα φώτα, τους τραγουδιστές, τα παγοδρόμια, τις εμπορικές φιέστες , υπάρχει μια αλήθεια που κανείς δεν ομολογεί,
“η αγορά έχει γίνει το νέο ιερό”
Κάθε κίνηση, κάθε εκδήλωση, κάθε φωταγώγηση υπακούει σε έναν και μόνο στόχο, να κινηθεί η αγορά. Το μέτρο της γιορτής δεν είναι η ψυχή αλλά ο τζίρος. Η αξία δεν κρίνεται από το νόημα αλλά από τον αριθμό των αποδείξεων.
Έτσι η γιορτή χάνει τον πυρήνα της.
Αντί για το φως της Γέννησης, προβάλλεται το φως της κατανάλωσης.
Αντί για τη σιωπή της προετοιμασίας, επιβάλλεται ο θόρυβος της αγοράς.
Αντί για την ταπεινή φάτνη, κυριαρχεί η εικόνα της πολυτέλειας που απαιτεί πορτοφόλι και όχι καρδιά.
Η αποϊεροποίηση των Χριστουγέννων δεν έρχεται μόνο από την απουσία του ιερού, αλλά κι από την παρουσία ενός νέου «ιερού», της εμπορικής πρόσοψης που ορίζει τι αξίζει και τι όχι. Όλα λειτουργούν με τον ίδιο σκοπό, να μην μείνει ούτε μια στιγμή ανεκμετάλλευτη, ούτε μια ανάσα χωρίς οικονομικό αντίκρισμα.
Και όμως, τα Χριστούγεννα δεν ζητούν τίποτε από αυτά. Ζητούν χώρο.Ζητούν ύμνους, κάλαντα. Ζητούν λίγη ηρεμία. Ζητούν να θυμηθούμε ότι η χαρά της Γέννησης δεν είναι προϊόν, δεν πουλιέται, δεν μετριέται βρίσκεται στις ψυχές των συνανθρώπων μας.
Ίσως γι’ αυτό χρειάζεται να ξαναθυμηθούμε εκείνη τη χαμένη διάκριση, η περίοδος πριν
τα Χριστούγεννα ήταν σιωπή αγωνία για την σπουδαία συνάντηση.
Και η σιωπή δεν ήταν στέρηση. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος άφηνε το φως να τον συναντήσει. Ήταν η γη που έδινε χώρο στο θαύμα να αναπτυχθεί.
Αν το ξαναθυμηθούμε, ίσως το φως των Χριστουγέννων να λάμψει πάλι ,όχι στα καλώδια των πλατειών, αλλά στις ψυχές μας.






