Του Θεοδώρου Ρόκα, Θεολόγου – Μ.Α. Ερμηνευτικής Θεολογίας

Ενώ πραγματοποιούσε τη δεύτερη αποστολική του περιοδεία ο απόστολος των εθνών (δηλ. ο απόστολος Παύλος) και βρισκόταν στην Τρωάδα εμφανίστηκε σε αυτόν κάποιος άνδρας που τον παρακαλούσε να μεταβεί στη Μακεδονία για να τους βοηθήσει: (“διαβὰς εἰς Μακεδονίαν βοήθησον ἡμῖν” Πραξ. 16,9). Τότε ο απόστολος Παύλος μετέβη από τη μικρά Ασία στους Φιλίππους και ίδρυσε εκεί την πρώτη χριστιανική εκκλησία εντός ευρωπαϊκού εδάφους (Πραξ. 16,11-12). Τη μετάβασή του στους Φιλίππους ακολούθησε η μετάβασή τους στη Θεσσαλονίκη, τη Βέροια και την Αθήνα (Πραξ. 17,1-15).


Από την Αθήνα ο απόστολος Παύλος μετέβη στην Κόρινθο. Εκεί συνάντησε κάποιον Ιουδαίο που ονομαζόταν Ακύλας και επειδή ο Ακύλας εξασκούσε την ίδια τέχνη με τον Παύλο τον φιλοξένησε στο σπίτι του και εργάζονταν μαζί ασκώντας το ίδιο επάγγελμα. Κατά την παραμονή του στην Κόρινθο, ο απόστολος Παύλος, κήρυττε στην ιουδαϊκή συναγωγή πείθοντας τους Ιουδαίους και τους Έλληνες ότι ο Ιησούς είναι ο Μεσσίας (Πραξ. 18,1-4). Όταν όμως ο Γαλλίων ανέλαβε καθήκοντα πολιτικού διοικητή της Αχαΐας οι Ιουδαίοι της Κορίνθου έφεραν μπροστά του τον απόστολο Παύλο για να τον δικάσει ισχυριζόμενοι οτι ο Παύλος παρακινούσε τους ανθρώπους να λατρεύουν το Θεό αντίθετα με τις διατάξεις που όριζε ο μωσαϊκός νόμος. Τότε ο Γαλλίων αφού διαπίστωσε οτι επρόκειτο για έριδα που αφορούσε εσωτερικά ζητήματα της ιουδαϊκής θρησκείας άφησε τον Παύλο ελεύθερο (Πραξ. 18,12-16). Κατόπιν αυτών ο Παύλος αφού παρέμεινε για αρκετές ακόμα ημέρες στην Κόρινθο αναχώρησε για την Έφεσο(Πραξ. 18,18-19), αφού πρώτα είχε ιδρύσει την τοπική Εκκλησία της Κορίνθου.

Από την Έφεσο ο απόστολος των εθνών απέστειλε στην Κόρινθο την Α’ προς Κορινθίους επιστολή (Α’ Κορ. 16,8) του, η οποία σχετίζεται με την εσωτερική κατάσταση της κοινότητας της Κορίνθου. Ένας από τους λόγους της συγγραφής της επιστολής ήταν η διάσπαση της κοινότητας σε πολλές παρατάξεις και η εμφάνιση ερίδων ανάμεσά τους (Α’ Κορ. 1,10∙ 3,4). Άλλη αφορμή είναι μια επιστολή που έστειλαν οι ίδιοι οι Κορίνθιοι στον απόστολο Παύλο (Α’ Κορ. 7,1), στην οποία τον ρωτούσαν για εσωτερικά ζητήματα που αντιμετώπιζε η κοινότητα, όπως το θέμα της πορνείας (Α’ Κορ. 5,1εξ.), τα εθνικά δικαστήρια (Α’ Κορ. 6,1εξ.), του γάμου (Α’ Κορ. 7,1εξ.), η παρθενία (Α’ Κορ. 7,25 εξ.), , τα ειδωλόθυτα (Α’ Κορ. 8,1 εξ.), τη θέση των χαρισματούχων στη λατρεία (Α’ Κορ. 12,1 εξ.) και το ζήτημα της αναστάσεως των νεκρών (15,1 εξ.). Τα θέματα αυτά δίνουν την εικόνα μιας κοινότητας, η οποία ακόμα δεν είχε συνειδητοποιήσει τη χριστιανική της ιδιότητα ούτε και τις συνέπειες της πίστεως αναφορικά με τη διαμόρφωση της νέας εν Χριστώ ζωής. Τα καίρια αυτά ζητήματα δημιουργούσαν μεγάλο κίνδυνο τόσο για την ενότητα της Εκκλησίας όσο και για τη γνησιότητα του ευαγγελίου.

Τη Β’ προς Κορινθίους επιστολή του ο απόστολος Παύλος τη συνέγραψε κατά τη διάρκεια της τρίτης του αποστολικής περιοδείας που περιλάμβανε και τη δεύτερη επίσκεψή του στην Ελλάδα. Ο σκοπός της συγγραφής και αποστολής της Β’ προς Κορινθίους επιστολής είναι ο ακόλουθος. Μετά την αναχώρησή του Παύλου από την Κόρινθο εμφανίστηκαν στον κοινότητα ταραξίες που αμφισβήτησαν το αποστολικό του αξίωμα και συνεπώς το κήρυγμά του. Τότε ο Παύλος απέστειλε τον Τιμόθεο για να εξομαλύνει τα πράγματα (Α’ Κορ. 4,17), ο οποίος φαίνεται πως δεν έφερε εις πέρας το έργο του. Το γεγονός αυτό καθώς και νέα θλιβερά επεισόδια που συνέβησαν στην Κόρινθο ανάγκασαν τον Παύλο να μεταβεί εκτάκτως στην πόλη, όπου δυστυχώς απέτυχε να αποκαταστήσει την ειρήνη ανάμεσα στα μέλη της χριστιανικής κοινότητας. Τότε έφυγε λυπημένος για την Έφεσο και έγραψε την δεύτερη επιστολή του, την οποία απέστειλε στους Κορινθίους με τον Τίτο (Β’ Κορ. 2,13∙ 7,6∙ 13). Τελικά η ειρήνη στη χριστιανική κοινότητα αποκαταστάθηκε καθώς και οι σχέσεις των μελών της κοινότητας με τον απόστολο Παύλο.

Οι αφορμές αυτές καθορίζουν το σκοπό και τα βασικά σημεία της συγγραφής της Β’  προς Κορινθίους επιστολής. Ο Παύλος θέλει πρώτα να επαινέσει τους Κορινθίους για τη μεταμέλειά τους (Β’ Κορ. 1,1-14). Έπειτα επιθυμεί να αποκαλύψει και να στιγματίσει το έργο των ψευδαποστόλων και φυσικά να εδραιώσει το αποστολικό του αξίωμα. Τέλος επιδιώκει να ξανακερδίσει την καρδιά των τέκνων του Κορινθίων και να τους υποδείξει την πλούσια αγάπη του Θεού.

Ο απόστολος Παύλος μετέβη ξανά στη Ρώμη (Πραξ. 28,1-16) κατά την Δ’ αποστολική του περιοδεία, όπου φυλακίστηκε και μαρτύρησε. Η μνήμη του εορτάζεται την 29η Ιουνίου μαζί με τον έτερο κορυφαίο των Αποστόλων, τον Απόστολο Πέτρο.