Menu

Η ειδική προανακριτική επιτροπή της Βουλής για την υπόθεση «NOVARTIS» και ο «φυσικός» δικαστής

αθλουπολη

Άρθρο του Χαρ. Τσιλιωτη στην Καθημερινή
Η ειδική κοινοβουλευτική (προανακριτική) επιτροπή που συνεστήθη με απόφαση της Ολομέλειας του Βουλής κατ’ άρθρο 86 παρ. 3 εδ. β΄ Σ κακοφορμίστηκε από την αρχή και μοιραία θα έχει άδοξο τέλος, όπως και η όλη υπόθεση, τουλάχιστον σε κοινοβουλευτικό επίπεδο. Ως γνωστόν, σύμφωνα με το άρθρο 86 παρ. 1-3 Σ δίωξη, ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση κατά μελών που είναι ή διετέλεσαν μέλη της Κυβέρνησης ή Υφυπουργοί για αδικήματα που φέρεται να τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους δεν επιτρέπεται χωρίς προηγούμενη απόφαση της Βουλής, που λαμβάνεται ύστερα από πρόταση 30 τουλάχιστον Βουλευτών, συγκρότηση ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής προς διερεύνηση των κατηγοριών και τελικά απόφαση για την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης με την απόλυτη πλειοψηφία του όλου αριθμού των Βουλευτών.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω παραγράφων του άρθρου 86 Σ γίνεται σαφές ότι για μεν τα αδικήματα που φέρεται να τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων των παραπάνω προσώπων την αποκλειστική αρμοδιότητα έχει η Βουλή, για δε τα αδικήματα που δεν τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων των εν λόγω προσώπων αποκλειστικά αρμόδια είναι τα όργανα της Δικαιοσύνης, όπως η δικαιοδοσία και οι αρμοδιότητές τους καθορίζονται από το Σύνταγμα και τους νόμους, κυρίως τον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.

Με τα παραπάνω οριοθετείται σαφώς από το Σύνταγμα η δικαιοδοσία εκάστου οργάνου, τα οποία λόγω του ότι ασκούν δικαστικές και δικαιοδοτικές αρμοδιότητες εμπίπτουν στην έννοια του «φυσικού» δικαστή του άρθρου 8 Σ.

Κατά συνέπεια τα όσα ακούγονται τον τελευταίο καιρό ότι η Βουλήείναι τάχα αναρμόδια να ελέγξει τα παραπάνω αδικήματα και ότι αρμόδιος είναι ο «φυσικός δικαστής» είναι και ανεύθυνα και αποπροσανατολιστικά και δεν αποδίδουν το γράμμα και το πνεύμα του Συντάγματος, εφόσον για τα παραπάνω αδικήματα η Βουλή είναι ο «φυσικός» δικαστής.

Άλλωστε η σύμφωνα με το άρθρο 86 παρ. 3 υποπαρ. 2 Σ άσκηση της αρμοδιότητας της Βουλής δεν περιλαμβάνει μόνο την άσκηση ποινικής δίωξης, όπως επίσης αβάσιμα και αποπροσανατολιστικά υποστηρίζεται, η οποία ασκείται κατά την παρ. 3 υποπαρ. 1 εδ. δ΄του άρθρου 86 αλλά και την κατά την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ανάκριση, προανάκριση ή προκαταρκτική εξέταση, η οποία αποφασίζεται από την Ολομέλεια της Βουλής με την σύσταση της ειδικής κοινοβουλευτικής (προανακριτικής) επιτροπής σύμφωνα με τα εδ. α΄ και β΄ της παρ. 3 υποπαρ. 2.

Συνεπώς, η Ολομέλεια της Βουλής με την απόφασή της να συστήσει την ειδική κοινοβουλευτική Επιτροπή για την διερεύνηση τυχόν τέλεσης των αδικημάτων που φέρεται ότι τελέστηκαν κατά την πρόταση των κυβερνητικών Βουλευτών απεφάνθη καλώς ή κακώς ότι η Βουλή έχει την σχετική αρμοδιότητα.

Συνεπώς, η ειδική κοινοβουλευτική Επιτροπή δεσμεύεται από την εντολή που έχει από την Ολομέλεια να διερευνήσει τυχόν τέλεση των φερομένων αδικημάτων για τα εγκαλούμενα πρόσωπα.

Στην από 12-2-2018 Πρόταση του συνόλου των μελών των κοινοβουλευτικών ομάδων ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ φέρεται ότι υπάρχουν ενδείξεις τελέσεως των αδικημάτων της απιστίας και της παθητικής δωροδοκίας για 8 πρώην Υπουργούς και 2 πρώην Πρωθυπουργούς, τα οποία, κατά την πρόταση, φέρεται να τελέστηκαν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους.

Επίσης, επισημαίνεται ότι υφίστανται ενδείξεις τελέσεως του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, το οποίο κατόπιν των δικαστικών αποφάσεων στις υποθέσεις Τσοχατζόπουλου και Μαντέλη, θεωρείται αδίκημα που δεν εμπίπτει σε αυτά που τελούνται κατά την άσκηση των καθηκόντων μελών της Κυβέρνησης, κατά συνέπεια η διερεύνηση τέλεσής του και η εκδίκασή του εμπίπτει στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Δικαιοσύνης.

Από το ίδιο κείμενο προκύπτει, όπως ρητά επισημαίνεται, ότι τα παραπάνω αδικήματα έχουν υποπέσει στην αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 86 παρ. 3 υποπαρ. 2 Σ, κατά συνέπεια και κατά την ίδια την πρόταση δεν θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στην πρόταση με βάση την οποία αποφασίστηκε η σύσταση της ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής.

Είναι πρόδηλο, λοιπόν, ότι οι Βουλευτές που συνυπέγραψαν την Πρόταση και στην συνέχεια ψήφισαν υπέρ της σύστασης της Επιτροπής για τα ίδια αδικήματα, αντιφάσκουν με τον ίδιο τους τον εαυτό κατά τρόπο θεσμικά ανεπίτρεπτο.

Θέμα, λοιπόν, επιστροφής της δικογραφίας στην Δικαιοσύνη δεν τίθεται, διότι η μεν Δικαιοσύνη διά των αρμοδίων Εισαγγελέων συνεχίζει να διερευνά ως έχει δικαιοδοσία, αρμοδιότητα και καθήκον την τέλεση του αδικήματος της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες ή τυχόν άλλα αδικήματα που δεν εμπίπτουν σε αυτά που τελούνται κατά την άσκηση των υπουργικών ή πρωθυπουργικών καθηκόντων, για τα λοιπά αδικήματα που εμπίπτουν στα τελευταία αποκλειστικά αρμόδια είναι η Βουλή να διερευνήσει τυχόν τέλεσή τους.

Εάν πάλι η έλλειψη «αρμοδιότητας» σχετίζεται με την παραγραφή ή την επέλευση της αποσβεστικής προθεσμίας για την Βουλή να ασκήσει την δίωξη, αυτό ήταν γνωστό στην Ολομέλεια της Βουλής και βεβαίως σε όσους Βουλευτές ψήφισαν υπέρ της σύστασης της ειδικής επιτροπής, όταν αυτή αποφάσισε την σύστασή της.

Τι εξυπηρετεί, λοιπόν, η όψιμη απόφανση περί παραγραφής όταν οι ίδιοι οι κυβερνητικοί Βουλευτές είχαν και γνώση και συνείδηση ότι τα φερόμενα αδικήματα έχουν υποπέσει προ πολλού σε αυτήν; Γιατί, παρ’ όλα αυτά, η επιτροπή δεν προβαίνει στην ουσιαστική διερεύνηση των φερομένων αδικημάτων με όλες τις αρμοδιότητες που έχει σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 5 Ν. 3126/2003, ως έχει εντολή από την Ολομέλεια της Βουλής;

Εάν πάλι η Ολομέλεια της Βουλής αμφέβαλε και για το θέμα της ουσιαστικής βασιμότητας των κατηγοριών και για το θέμα της αποσβεστικής προθεσμίας γιατί δεν έκανε χρήση της δυνατότητας που της παρέχει το άρθρο 5 παρ. 2 και 3 του ιδίου νόμου, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 2 Ν. 3961/2011 και να αποφασίσει την σύσταση του τριμελούς γνωμοδοτικού οργάνου, αποτελουμένου από τρεις ανώτατους και ανώτερους εισαγγελείς;

Νομίζω ότι η απάντηση είναι στο ότι ο όλος χειρισμός του θέματος από την κυβερνητική πλειοψηφία αποτελεί μνημείο προχειρότητας και προσπάθειας αντλήσεως μικροκομματικών ωφελημάτων μέσω της σπίλωσης των πολιτικών της αντιπάλων, σε μια περίοδο ιδιαίτερα κρίσιμη για την πορεία των εθνικών μας θεμάτων, όπου η εθνική ομοψυχία και συνοχή είναι περισσότερο απαραίτητη από ποτέ.

*Χαράλαμπος Τσιλιώτης, Επίκουρος Καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Πηγή

αθλουπολη

Categories:   Απόψεις, Πολιτική, Τοπικά

Comments

Απάντηση

Αρέσει σε %d bloggers: