Του Δημήτρη Κάτσουρα

Όπως πληροφορηθήκαμε από την επίσημη ιστοσελίδα του Δήμου Κορινθίων «Με 38 θέματα στην ημερήσια διάταξή του συνεδρίασε την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2020 το Δημοτικό Συμβούλιο Κορινθίων». Μεταξύ των άλλων, αναφέρεται και το εξής: «Παρουσία του κ. Βλάση Τσοτσώνη ο Δήμαρχος εισηγήθηκε την αναγκαιότητα ανέγερσης Μνημείου του Αποστόλου Παύλου στην νέα πλατεία Παναγή Τσαλδάρη. Η ενημέρωση από την πλευρά του κ.Τσοτσώνη ήταν εκτενής και το σώμα τάχθηκε υπέρ της αναγκαιότητας ενός τέτοιου Μνημείου.» Δημοσιεύεται μάλιστα περένθετα και μία σχετική φωτό με τη μακέτα του έργου.

Το εν λόγω θέμα, με αύξοντα αριθμό 34, είχε τεθεί στην ημερήσια διάταξη του τελευταίου Δημοτικού Συμβουλίου, με την εξής διατύπωση: «Αναγκαιότητα ανέγερσης μνημείου του Απ. Παύλου, στη πλατεία Παν. Τσαλδάρη». Είχε από καιρό αναφερθεί σχετική πρόθεση της Δημοτικής Αρχής, αλλά εκτιμούσαμε ότι δεν θα προχωρούσε και, κυρίως, δεν θα αποφασιζόταν έτσι γρήγορα, και μάλλον αβασάνιστα, κάτι τέτοιο. Στη συνέχεια εκφράζουμε και καταθέτουμε στους συμπολίτες μας τον προβληματισμό μας γύρω από το θέμα και την καλοπροαίρετη ένστασή μας για τη συγκεκριμένη απόφαση.

Το πρώτο, που προκάλεσε στη σκέψη μας η εν λόγω απόφαση, ήταν η ερώτηση εάν υπάρχει κάτι ανάλογο σε κεντρική Πλατεία πρωτεύουσας Νομού ανά την Ελληνική επικράτεια. Δηλαδή, εάν ως κεντρικό μνημείο στην κεντρική Πλατεία κάποιας πόλης έχει τοποθετηθεί μια εκκλησιαστική εικόνα με την μορφή ενός Αγίου και του Ιησού Χριστού. Ειδικότερα δε, μας προβλημάτισε και το κατά πόσον αρμόζει για τους Αγίους η ανέγερση μνημείων τους σε δημόσιους χώρους και τι περί αυτού μαρτυρεί η Παράδοση της χώρας μας.

Εξάλλου στη νέα Κόρινθο δεν «έφθασε» ο Απόστολος Παύλος. Συνεπώς τι μπορεί να δηλώνει η ανέγερση μνημείου του στο κέντρο της πόλης και μάλιστα στην κεντρική πλατεία της; Μήπως ένα άλλοθι της μέχρι σήμερα απουσίας και ανυπαρξίας ουσιαστικών πρωτοβουλιών προς τιμήν του, οφειλετικώς για την ίδρυση της τοπικής Εκκλησίας και τη διαφήμιση του ονόματος της πόλης μας, μέσω των επιστολών του, στα πέρατα της γης;

Ο Δήμος θα μπορούσε να ανεγείρει κάτι ανάλογο, πιο καλαίσθητο και προσεγμένο (ένα ψηφιδωτό ίσως) στις Κεγχριές, όπου κατέπλευσε και από όπου απέπλευσε ο Απόστολος Παύλος, κατά την άφιξή του και την αναχώρησή του από την περιοχή μας. Κι εκεί Δήμος Κορινθίων είναι και μάλιστα αρμόζει κάτι τέτοιο, ως ιστορική μαρτυρία και τιμή. Ακόμη, θα μπορούσε να ανεγερθεί κάτι ανάλογο και στον περιβάλλοντα χώρο του Καθεδρικού Ναού της πόλης που εφάπτεται της οδού Αποστόλου Παύλου, αν και ίσως θα είναι εκ περισσού.

Αλήθεια, όμως, πότε εκφράστηκε η επιθυμία της κοινωνίας, ασχέτως βεβαίως του δεδομένου σεβασμού όλων και της καθολικής, πιστεύω, αναγνώρισης της σημασίας του προσώπου του Αποστόλου Παύλου και του δεσμού του με την πόλη (Αρχαία Κόρινθο), ώστε να εκτιμηθεί ως αναγκαιότητα από την Δημοτική Αρχή, αφού έτσι την καταχώρησε ως θέμα της Ημερησίας Διάταξης στο τελευταίο Δημοτικό Συμβούλιο, μια τέτοια επιλογή;

Μήπως αυτό δεν είναι μία αναγκαιότητα και μάλιστα αρμόζουσα; Μήπως τελικά είναι μια «παραδοξότητα»! Προκαλεί δε τον εύλογο προβληματισμό και την απορία: Τελικά ποιανού ιδέα, πρόταση ή επιθυμία και επιδίωξη υπήρξε και είναι όλο αυτό; Και, βάσει ποιού σκεπτικού; Γιατί δεν θέλουμε να δώσουμε βάση στις «κακές γλώσσες» που μιλάνε για «ιερές» ή ανίερες….σκοπιμότητες.

Μας κάνει εντύπωση ότι δεν βρέθηκε κάποιος στο Δημοτικό Συμβούλιο να προβληματισθεί λίγο περισσότερο και βαθύτερα πριν ληφθεί η συγκεκριμένη απόφαση. Και να γίνουν κάποιες απλές πρακτικές σκέψεις, όπως: μήπως τελικά, αντί για τιμή στον όντως μεγάλο από κάθε άποψη Απόστολο Παύλο, η εν λόγω απόφαση με την υλοποίησή της δημιουργήσει κάποια προβλήματα και έχει διαφορετικά των αναμενομένων αποτελέσματα και επιπτώσεις ;

Παραδείγματος χάριν, όπως όλοι γνωρίζουμε στα νεότερα χρόνια στον τόπο μας παρατηρείται συχνά το θλιβερό φαινόμενο τα μνημεία να γίνονται στόχοι βανδαλισμών και βεβηλώσεων, αλλά και φθορών. Κάτι τέτοιο όμως, σε ένα «διπλά» ιερό μνημείο, όπως εν προκειμένω, που δεν πρόκειται για τον ανδριάντα ενός ήρωα αλλά για μια εικονογραφική παράσταση με τον Χριστό κα τον Απόστολο Παύλο, θα μπορούσε να προκαλέσει ή να προξενεί στην πόλη, όταν τυχόν θα συμβαίνει, ένταση, όξυνση, ή έξαψη παθών, δημιουργία ακόμη και αντιπαραθέσεων μέσα στην κοινωνία. Γιατί, λοιπόν, να δοθεί, έστω δυνητικά, η δυνατότητα για κάτι τέτοιο;

Μετά από όλα τα ανωτέρω, νομίζω ότι η εν λόγω «παράδοξη» και μάλλον αψυχολόγητη απόφαση πρέπει, τουλάχιστον, να επανεξετασθεί. Κι επειδή οι ενστάσεις καλόν είναι να συνοδεύονται με αντιπροτάσεις, καταθέτουμε, από αυτή τη θέση και με αυτή την ευκαιρία, μία παλαιότερη πρότασή μας:

Επιτέλους είναι καιρός η πόλη μας να παύσει να είναι η μοναδική πρωτεύουσα Νομού ανά την επικράτεια (πανελλήνια αποκλειστικότητα και πρωτοτυπία) που δεν διαθέτει μνημείο σε κεντρικό σημείο της πόλης και δη στην κεντρική Πλατεία της! Εκεί όπου γίνονται οι παρελάσεις και, εν πάση περιπτώσει, οι επίσημοι εορτασμοί των εθνικών και άλλων επετείων. Αυτό που βρίσκεται στο προαύλειο του Ναού του Αποστόλου Παύλου θεωρούμε ότι είναι «λύση» ανάγκης, καθόλου ενδεδειγμένη για μια σειρά λόγων. Ιδού, λοιπόν, η πραγματική αναγκαιότητα!

Ας επιλεγεί, λοιπόν, ένα πρόσωπο, ή πρόσωπα, που δικαιούνται (αξίζουν) ανάλογης τιμής και που με κάποιο τρόπο συνδέονται με τον τόπο και την ιστορία του για να ανεγερθεί μνημείο τους. Εναλλακτικά, θα μπορούσε ίσως να υπάρξει ένα συμβολικό μνημείο, εμπνευσμένο από τα αρχαιολογικά ευρήματα της ιστορικής κληρονομιάς της περιοχής ή με ευρύτερη αναφορά, που να εκφράζει και συμβολίζει κάτι από την ταυτότητά μας ή την ελευθερία.

Εάν τελικά επιλεγούν πρόσωπα ή πρόσωπο ιστορικό, θα μπορούσε κατά προτίμηση να είναι από την ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης του 1821 ή της Εθνικής Αντίστασης στη Γερμανική Κατοχή (σ’ αυτή την περίπτωση κάποιο απρόσωπο συμβολικό μνημείο), που μπορούν να λειτουργούν ευεργετικά για την κοινωνία ως σημεία αναφοράς και, γιατί όχι, παραδείγματος κυρίως για τους νεωτέρους, όσον αφορά στο υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας, αλλά και την αδιαμφισβήτητη αξία της φιλοπατρίας.

Κάποιοι, ίσως, να αναρωτηθούν: Καλά, εσύ ένας Θεολόγος αντιδράς και δεν συναινείς σε κάτι που αφορά στον Θεό και τέλος πάντως τους Αγίους του; Απαντώ: Η κεντρική Πλατεία μιας πόλης, πρωτεύουσας Νομού και το μνημείο της, αφορούν στην «μένουσαν πόλιν», όπως θα έλεγε ο Απόστολος Παύλος, και όχι στην «μέλλουσα» (πρβλ. Εβρ. ιγ΄, 14)! Στην τελευταία, την μέλλουσα, αφορά ένας ορθόδοξος χριστιανικός Ναός όπου συνάζεται «η ούσα εν Κορίνθω εκκλησία του Θεού» (Α΄ Κορ., α΄, 2), εκεί όπου φανερώνεται η Εκκλησία ως «Σώμα Χριστού» (πρβλ. Α΄ Κορ. Ιβ΄, 27), πάντοτε κατά τον Απόστολο Παύλο και την έξοχη και αυθεντική θεολογία του.

Στο κάτω-κάτω η σύγχρονη πόλη και η κοινωνία της Κορίνθου δεν βρίσκεται ούτε σε πλαίσιο, ούτε σε επίπεδο «Βυζαντινών» προδιαγραφών, ώστε να έχει ως αυθεντική αναγκαιότητα την ανέγερση τέτοιων μνημείων σε δημόσιους χώρους. Κι αυτό δεν είναι ούτε ειρωνική, ούτε περιφρονητική επισήμανση. Κάθε άλλο. Μάλλον μπορεί να θεωρηθεί απλά ως έκφραση μιας συλλογιστικής αυτογνωσίας και ενός διαπιστωτικού ρεαλισμού.

Άλλωστε γενικότερα δεν πρέπει να ξεχνάμε σε κάθε περίπτωση ανάλογων προβληματισμών και διλημμάτων, όπου εμπλέκονται θρησκευτικά και κοσμικά θέματα, έναν χρυσό κανόνα που ο ίδιος ο Θεάνθρωπος, για εμάς τους ορθόδοξους Έλληνες, Ιησούς Χριστός και Δάσκαλος του Αποστόλου Παύλου, μας παρέδωσε σχετικά: «Απόδοτε ούν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (Ματθ. κβ΄, 21)! Ο νοών, νοείτω!