Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΗΣ: ΠΡΟΦΟΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΓΡΑΠΤΗΣ
Ἡ ὁμιλία τοῦ τ. προέδρου τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν κ. Ἀντώνη Κουνάδη
Η προβληθείσα τον 18ο αιώνα άποψη ότι η Ελληνική γλώσσα ανήκει
στην Ινδοευρωπαική οικογένεια γλωσσών, καθώς και η άποψη ότι
το Ελληνικό αλφάβητο είναι Φοινικοσημιτικής προελεύσεως απετέλεσαν
αντικείμενα συνεχιζομένων μέχρι σήμερα εντόνων συζητήσεων
και αμφισβητήσεων. Δύο θέματα, τα οποία δεν πρέπει να αφήνουν αδιάφορο
κανένα Έλληνα, αφού το υψίστης σημασίας αγαθό της πολιτισμικής μας
κληρονομιάς, η Ελληνική γλώσσα προφορική και γραπτή, αρρήκτως
συνδεδεμένη με την ταυτότητα, την συνέχεια, την επιβίωση και την προοπτική
του Ελληνισμού, είναι υπόθεση όλων μας .Βεβαίως και του ομιλούντος λόγω
της μακρόχρονης ενασχόλησής μου με την Εκπαίδευση και την συναφή
αρθρογραφία μου με την οποία εστηλίτευσα τις ολέθριες νομοθετικές
παρεμβάσεις στη γλώσσα μας με τον ψευδεπίγραφο χαρακτηρισμό
ως Εκπαιδευτικών Μεταρρυθμίσεων. Δεδομένου ότι τα δυο αυτά θέματα
είναι διεπιστημονικού χαρακτήρα και μάλιστα αντικείμενο πολλών
διαφορετικών επιστημών, η εν προκειμένω προσπάθειά μου είναι
να παρουσιάσω αυθεντικές γνώμες γλωσσολόγων, αρχαιολόγων, ιστορικών,
ανθρωπολόγων, παλαιοντολόγων ώστε να χυθεί περισσότερο φως
στα δύο αυτά περίπλοκα και σκοτεινά ακόμη θέματα βάσει
και των νεοτέρων ευρημάτων και των εξελίξεων στην ανθρώπινη
αρχαιογενετική (αDNA) και την πληθυσμιακή γενετική.
Εξελίξεων, οι οποίες ανέτρεψαν ή και επιβεβαίωσαν προγενέστερες υποθέσεις.
Οι απαρχές της συγκριτικής γλωσσολογίας – ετυμολογίας
Στον Κρατύλο του Πλάτωνος που αποτελεί διάλογο για την ορθότητα
των ονομάτων[1] με συνομιλητές τον Ερμογένη,
τον φιλόσοφο-μαθηματικό Κρατύλο
(ιδρυτή φιλοσοφικής σχολής τον 5ο π.X. αι.) και τον Σωκράτη βρίσκονται
οι απαρχές της Συγκριτικής Γλωσσολογίας[2] σ’ ό,τι αφορά ονόματα βαρβάρων
(δηλ. αλλοεθνών) και της συγκριτικής μεθόδου
(όσον αφορά τις διαλέκτους της Ελληνικής π.χ. Αιολικής,
Δωρικής, Ιωνικής, Αττικής κλπ), καθώς και οι απαρχές της Ετυμολογίας
για το πώς καθορίζεται η ορθή ονοματοθέτηση (ονοματοδοσία)
των λέξεων (ονομάτων), φύσει ή νόμω. Σύμφωνα με τον φύσει καθορισμό
(κατά τον Κρατύλο) υπάρχει συμφωνία μεταξύ ονόματος (λέξεως)
και του εννοιολογικού περιεχομένου της ετυμολογικώς
(δηλ. μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου), ενώ σύμφωνα
με τον νόμω καθορισμό των ονομάτων (λέξεων) η ονοματοθέτηση είναι συμβατική.
Η Ελληνική γλώσσα είναι κατ’ εξοχήν εννοιολογική ή νοηματική,
δηλαδή υπάρχει αιτιώδης σχέση μεταξύ ονομάτων –λέξεων
και της ετυμολογικής σημασίας τους. Κατά τον Πλάτωνα (Κρατύλος 435-436)
«Ος άν τά ονόματα επίσταται, επίσταται και τα πράγματα».
Πρώτος ο Διονύσιος ο Αλικαρνασσεύς (1ος π.Χ. αι.) στο έργο του
«Περί συνθέσεων ονομάτων» θεωρεί τον Πλάτωνα θεμελιωτή της Ετυμολογίας
γράφοντας: «Τον υπέρ ετυμολογίας λόγον πρώτος εισήγαγε Πλάτων
πολλαχή μέν και άλλοθι, μάλιστα δε εν τω Κρατύλω».
Για την αξία της νοηματικής ιδιότητας των ονομάτων ο Αριστοτέλης
επισημαίνει: «Ο λόγος, εάν μη δηλοί, ου ποιήσει το εαυτού έργον»
(Τέχνη ρητορική Γ. 2149), στη συνέχεια δε εξαίρει την Ελληνική
με την φράσιν: «Το Ελληνίζειν εστίν το ορθώς ονομάζειν»
(Τέχνη ρητορική Γ. 4.1407). Αλλά και στους νεώτερους χρόνους
ο Γερμανός φιλόσοφος-φυσικός Βένερ Χάϊζενμπεργκ (Βραβείο Νομπέλ 1932)
είχε δηλώσει: «Η θητεία στην αρχαία Ελληνική γλώσσα υπήρξε
η σπουδαιότερη πνευματική μου άσκηση.
Στη γλώσσα αυτή υπάρχει η πληρέστερη αντιστοιχία ανάμεσα
στην λέξη και το εννοιολογικό περιεχόμενο».