Γράφει η καθηγήτρια Ιστορίας Μαρία Ευθυμίου

Άνοιξη του 1821: οι Έλληνες μπαίνουν σε πόλεμο, με αβέβαιη έκβαση, κατά των Οθωμανών, ελπίζοντας ότι θα νικήσουν. Άνοιξη του 2020: οι Έλληνες μπαίνουν σε πόλεμο, με αβέβαιη έκβαση, κατά μιας πανδημίας, ελπίζοντας ότι θα νικήσουν.
Οι αναλογίες απολύτως άνισες, ωστόσο συγκλίνουσες και αποκλίνουσες παράμετροί τους είναι, παραδόξως, αναγνωρίσιμες στο τότε και το τώρα.

Το 1821 ετοιμάσθηκε από μιαν ελίτ εμπόρων, λογίων, ενόπλων και προυχόντων και βγήκε πέρα γιατί ένας λαός ξωμάχων, ναυτικών και αγροτών στάθηκε όρθιος υπηρετώντας τον στόχο μέχρι τέλους.

Για την ελευθερία που δεν είχε, αλλά προσδοκούσε ν’ αποκτήσει. Σήμερα, το 2020, μπήκε στον πόλεμο από αιφνιδιασμό. Τον πόλεμο αυτόν τον κρατά μία ελίτ επιστημόνων, γιατρών, νοσοκόμων, υγειονομικών υπαλλήλων, φαρμακοποιών, κρατικών υπαλλήλων, πολιτικού προσωπικού αλλά βγαίνει πέρα γιατί ένας λαός στέκεται όρθιος, με ανέλπιστη υπευθυνότητα, για την επιβίωση τη δικιά του και της κοινωνίας του. Για να επανέλθει στην ελευθερία που, μέχρι πριν λίγο, είχε και, λόγω του ιού, έχασε.

Το 1821 ελληνικό κράτος δεν υπήρχε. Μόλις τότε γεννιόταν και διαμορφωνόταν, με δυσκολίες επικοινωνίας και συντονισμού, μέσα σε ορυμαγδό απρόβλεπτων και βαριών καταστάσεων που ένας πόλεμος φέρει – χωρίς στρατό, δομές, θεσμούς, υπηρεσίες και νόμους. Σήμερα, το 2020, το ελληνικό κράτος είναι σχεδόν διακοσίων ετών και αντιμετωπίζει τον πόλεμο κατά του ιού και τις απρόβλεπτες καταστάσεις που αυτός φέρει με υπηρεσίες, δομές, θεσμούς και νόμους, σε μία τεχνολογική πραγματικότητα που εξασφαλίζει ταχεία επικοινωνία και ευρεία πληροφόρηση.

Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας των Ελλήνων εντάσσεται στο ρεύμα του Εθνισμού του 19ου αιώνα που, στην πρώτη του φάση, πυρπολούσε λαούς της Ευρώπης και της Αμερικής ωθώντας τους προς την ανεξαρτησία, σε μία βάση αναγνωρίσιμων κοινών συναισθημάτων που ο αγώνας αυτός προκαλούσε στους μετέχοντες.

Προετοιμαζόμενοι για τη δική τους μάχη οι Έλληνες είχαν έλθει, το 1821, χάρις στις πληροφορίες που έφταναν για την Αμερικανική και τη Γαλλική Επανάσταση με τους ναπολεόντειους της πολέμους, ιδεολογικά και συναισθηματικά εγγύτερα προς τον Δυτικό κόσμο – με τον οποίο επρόκειτο, εξ άλλου, και δομικά να συνδεθούν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης.

Διακόσια χρόνια αργότερα και μέλη πια της ΕΕ από τεσσαρακονταετίας, οι Έλληνες, παρακολουθώντας τηλεοπτικά την παγκόσμια μάχη κατά του ιού, εστιάζουν τις αγωνίες τους στις εγγύτερες γεωγραφικά και συναισθηματικά Ιταλία, Γαλλία, Ισπανία, σε μια ψυχική σύγκλιση που δεν είχε καταφέρει να επιτύχει η ΕΕ στις δεκαετίες που κύλησαν.

Αυτή τη σύγκλιση με την πρωτοπόρα πνευματικά, ιδεολογικά, πολιτικά και κοινωνικά Δύση επεδίωξαν οι λόγιοι πολιτικοί ηγέτες της Επανάστασης του 1821, παραμερίζοντας τη σύνδεση με την πεφιλημένη των λαϊκών στρωμάτων ομόδοξη αλλά καθυστερημένη Ρωσία. Στόχος τους, η δημιουργία -όπως οι ίδιοι τόνιζαν- μιας Ελλάδας στην κατεύθυνση των «ευνομούμενων» «πολιτισμένων» λαών της Δύσης, και πολιτών με αίσθημα ατομικής ευθύνης, αξιοπρέπεια, σεβασμό των νόμων και του κοινού αγαθού.

Προς τον σκοπόν αυτό, μέσα στην Επανάσταση, συγκάλεσαν Εθνοσυνελεύσεις στις οποίες ψηφίστηκαν Συντάγματα και νόμοι δυτικού τύπου, την ίδια ώρα που οργάνωσαν πολιτειακά την αναδυόμενη χώρα πάνω στα πιο πρωτοπόρα βήματα της Δύσης.

Η σύνδεση αυτή έγινε, όμως, εκ των άνω και, εξ αυτού, παρόλα τα ισχυρά βήματα σύγκλισης, αποδείχθηκε μέσα στον χρόνο, πολλές φορές αδύναμη και, στην πράξη, ελλιπώς αφομοιωμένη.

Στη συγκυρία του κορωνoϊού, ωστόσο, οι πολιτικοί ηγέτες της Επανάστασης θα έπαιρναν ανέλπιστα -διακόσια χρόνια μετά- μιαν αισιόδοξη εικόνα: οι μονίμως διαμαρτυρόμενοι, αγανακτούντες, αλληλοϋπονομευόμενοι, αλληλοϋβριζόμενοι, απείθαρχοι και τους άλλους κατηγορούντες Έλληνες δεν ακολούθησαν το γνώριμο μονοπάτι των συμπεριφορών τους. Αντίθετα, στάθηκαν -με τη βοήθεια, προφανώς, των βαριών εικόνων από τη γειτονική Ιταλία- ιδιαίτερα σοβαροί απέναντι στον εαυτό τους και την κοινωνία τους.

Εμπιστεύτηκαν το κράτος που αενάως κατηγορούσαν, τις υπηρεσίες που μονίμως λοιδορούσαν, τους λειτουργούς που αμφισβητούσαν, το πολιτικό προσωπικό που διέγραφαν, τους ένστολους που περιφρονούσαν και, χωρίς μεγάλες εκτροπές, ακολούθησαν κανόνες και οδηγίες τηρώντας τες, κατά μεγάλο ποσοστό, ευλαβικά.

Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας τους εξέδωσε ένα υψηλού επιπέδου και συμβολισμού διάγγελμα· ο Πρωθυπουργός τους -όρθιος παρά τον αφόρητο φόρτο τεσσάρων βομβών που κλήθηκε ταυτόχρονα να διαχειριστεί: του οικονομικού, του μεταναστευτικού, της εισβολής Ερντογάν, της πανδημίας- απέδειξε ότι, με τους συνεργάτες του, διαχειρίζεται αποτελεσματικά, στο μέτρο του δυνατού, την κρίση απευθυνόμενος στους πολίτες με ευθύνη, μέτρο, εντιμότητα και σοβαρότητα. Οι πολιτικοί του, της συμπολίτευσης και της αντιπολίτευσης, με ελάχιστες εξαιρέσεις, αντί του πάγιου δρόμου της σύγκρουσης για τη σύγκρουση και της υπονόμευσης για την υπονόμευση, ακολούθησαν στάση χαμηλών τόνων και υπευθυνότητας – στην κατεύθυνση αναζήτησης της βέλτιστης λύσης για την αντιμετώπιση του κοινού κινδύνου.

Οι επιστήμονές του αποδείχθηκαν έτοιμοι να πάρουν τα ηνία της υπεύθυνης δράσης και ενημέρωσης με γνώση, μέτρο, και υψηλό αίσθημα ευθύνης. Οι γιατροί του και το νοσηλευτικό προσωπικό του έλαμψαν και λάμπουν δουλεύοντας σιωπηλά και αγόγγυστα, μερόνυχτα, σώζοντας ζωές- και μια κοινωνία ολόκληρη.

Οι επαγγελματίες, που οικονομικά συντρίβονται από τα αυστηρά περιοριστικά μέτρα, υπομένουν καρτερικά το κακό γνωρίζοντας ότι βιώνουμε όλοι μιαν έκτακτη κατάσταση που πρέπει απαρεγκλίτως να κερδηθεί ώστε να επανέλθει, στο μέλλον, η ζωή στην πρότερη κανονικότητά της.

Μέσα από την πρόκληση του κορωνοϊού, η ελληνική κοινωνία μοιάζει να βρήκε το πρόσωπο που διακόσια χρόνια τώρα επεδίωκε να διαμορφώσει.

Μέσα από την πρόκληση του κορωνοϊού, η ελληνική κοινωνία μοιάζει να βρήκε το πρόσωπο που διακόσια χρόνια τώρα επεδίωκε να διαμορφώσει. Να πίστεψε στις αξίες της και στα προτάγματά της. Να πέρασε από το «εγώ» στο «εμείς». Να παραμέρισε ψεκασμούς, δεισιδαιμονίες, νερά του Καματερού, ατέρμονες διεθνείς συνωμοσίες. Να κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέπτη και, ως φαίνεται, να πήρε την απόφαση να ενηλικιωθεί – με αίσθημα ατομικής, αλλά και συλλογικής ευθύνης. Να έχει για πρότυπό της και να εμπιστεύεται, αντί για πρόσωπα αμφισβητούμενης αξίας και αρετής, ανθρώπους ήθους, σεμνότητας, αρχών, γνώσης, κύρους και υπευθυνότητας σαν τον κύριο Σωτήρη Τσιόδρα.

Αμήν και άμποτε!, όπως έλεγαν και οι αγωνιστές του ’21.