Πριν από δέκα και κάτι χρόνια, ο Πέτρος Τατσόπουλος έγραψε ένα εξαιρετικό μυθιστόρημα. Λεγόταν «Η καλοσύνη των ξένων» και με αυτό ανέτεμνε ουσιαστικά, με έναν τρόπο γλυκόπικρο, αλλά ώρες ώρες ξεκαρδιστικό, την ιστορία της υιοθεσίας του. Ο τίτλος, βέβαια, είναι δανεικός. Τη φράση έλεγε η γοητευτικά κατεστραμμένη Μπλανς Ντιμπουά στο «Λεωφορείον ο Πόθος», όταν, σε μια στιγμή αυτολύπησης, μονολογούσε «πάντα στηριζόμουν στην καλοσύνη των ξένων».

Πέρα από εμβληματική ατάκα ή τίτλος βιβλίου, όμως, η «καλοσύνη των ξένων» τα τελευταία χρόνια ξεδιπλώθηκε και ως πολιτική στρατηγική. Και, φυσικά, όπως σε όλες τις στρατηγικές προσεγγίσεις, η «καλοσύνη» είναι απογυμνωμένη από τη συναισθηματική της χροιά. Είναι πούρο συμφέρον. Κάπως έτσι, η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, μετά από τις καταστροφικές πιρουέτες το πρώτο εξάμηνο του 2015, την περίοδο της «αυταπάτης» δηλαδή, στηρίχθηκαν από το απαραίτητο δεκανίκι που προσέφεραν την τελευταία στιγμή «οι ξένοι», δηλαδή οι δανειστές.

Πέραν, ίσως, των ευρωπαϊκών θεσμών που επιδιώκουν να συντηρήσουν το ευρωπαϊκό όραμα και να μην επιτρέψουν την ανάπτυξη διαιρετικών τάσεων στο εσωτερικό της Ένωσης, οι περισσότερες κυβερνήσεις ξένων κρατών πορεύτηκαν με ξερό ρεαλισμό: στην αρχή είδαν με ανησυχία την ανάδειξη των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ στην εξουσία, στα μέσα του 2015 ανησύχησαν ότι πραγματικά θα συμβεί κάποιο ατύχημα αλλά, διαπίστωσαν στο τέλος, ότι ο μαθητής είχε κάνει προόδους. Γιατί; Πολύ απλό: γιατί, εν τέλει και ελλείψει άλλων επιλογών, έπαιξε με τους κανόνες τους. Μπορεί ο μαθητής να βαυκαλίζεται και ενίοτε να σπουδαιολογεί στο εσωτερικό της χώρας του, αλλά στην πραγματικότητα προσαρμόστηκε εξαιρετικά γρήγορα στα νέα δεδομένα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ έγινε μεταρρυθμιστικός φορέας στην Ελλάδα. Απλώς, πάντα στην Ελλάδα έχουμε μια διαστρεβλωμένη άποψη για το τι είναι μεταρρύθμιση. Τα προαπαιτούμενα εκτελούσε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ και ως αντίδωρο έπαιρνε δόσεις και μικρά δώρα, όπως ο χριστουγεννιάτικος μποναμάς-τον οποίο την πρώτη φορά δεν συνεννοήθηκε με τον κ. Σόιμπλε και ακόμα θυμόμαστε τα αποτελέσματα-αλλά και η αναβολή ορισμένων δύσκολων αποφάσεων, όπως οι περικοπές στις συντάξεις. Στο ενδιάμεσο, όμως, και εν μέσω πανηγυρισμών, δημιουργήθηκε το Υπερταμείο, στο οποίο, αργά αλλά σταθερά, μεταφέρονται όλες οι ΔΕΚΟ, το τραπεζικό σύστημα πέρασε υπό τον πλήρη έλεγχο του SSM-της ΕΚΤ και των δανειστών δηλαδή-,με ό,τι αυτό συνεπάγεται για το ελληνικό επιχειρείν, ενώ, με τη συμφωνία που συνομολόγησε η κυβέρνηση, ορίστηκε το δημοσιονομικό μονοπάτι για πολλά ακόμα χρόνια.

Επαιρόμενη, όμως, ότι έτρωγε το τυρί, όποτε έκλεινε μια αξιολόγηση, η κυβέρνηση δεν έβλεπε τη φάκα. Η φάκα είναι η επόμενη μέρα. Όταν, δηλαδή, δεν θα είμαστε σε Μνημόνιο, αλλά θα πρέπει να βρούμε τους τρόπους και να τηρούμε τους δημοσιονομικούς στόχους και να δημιουργήσουμε συνθήκες ισχυρής ανάπτυξης, για να μην χρηματοδοτούνται τα πλεονάσματα από την υπερφορολόγηση, αλλά από τη δημιουργία νέου πλούτου και υπεραξίας στην οικονομία. Οι δανειστές έχουν πάρει όσα ήθελαν και παραπάνω από την κυβέρνηση και τώρα η κυβέρνηση διαπιστώνει ότι το μνημονιακό πλαίσιο που τα τελευταία χρόνια ήταν απαραίτητο, πλέον δεν είναι ικανό για να κερδίσει εκλογές.

Με άλλα λόγια: η κυβέρνηση θέλει αναστείλει την εφαρμογή της μείωσης των συντάξεων και το Βερολίνο δεν θέλει. Δεν είναι ο γερμανικός φορμαλισμός και η «τιμωρητική φύση» των Γερμανών, είναι ότι το υπογράψαμε και για τους περισσότερους ξένους, οι συμφωνίες πρέπει να τηρούνται, καλές ή κακές. Φυσικά, η μάχη δεν έχει τελειώσει, αλλά η προειδοποιητική βολή από τους Γερμανούς που μπλόκαραν τη δόση για 28 εκατομμύρια ευρώ, ενώ είχαμε έτοιμο το χαρτί με τα ισοδύναμα, αλλά όχι τις υπουργικές αποφάσεις, είναι ένα μήνυμα για τη συνέχεια. Κάπου εδώ, λοιπόν, μαζί με τις αξιολογήσεις και τα προαπαιτούμενα, η καλοσύνη των ξένων τελειώνει. Τώρα, ο πρωθυπουργός πρέπει να δει, αν οι όποιες συμμαχίες έφτιαξε τα προηγούμενα χρόνια του αρκούν, γιατί σε αυτή τη φάση τα καλά λόγια και η εκτίμηση για ό,τι κατάφερε τα τελευταία χρόνια, προσφέρουν απλά καλό υλικό για προεκλογικό βίντεο, όχι λύση στα προβλήματά του.

Χώρια, δε, που, επειδή το 2018 δεν είναι 2014 και 2015, κανείς στην Ευρώπη δεν τρομάζει από την προοπτική να διαδεχθεί ο Μητσοτάκης τον Τσίπρα. Άλλωστε, το τρίτο Μνημόνιο με το σήμερα είναι τελείως διαφορετικές συγκυρίες. Το 2015 χρειαζόταν μνημονιακός διαχειριστής, σήμερα χρειάζεται διαχειριστής για την επόμενη μέρα. Το ότι, συνεπώς, ο κ. Τσίπρας ήταν-από την οπτική των ξένων-ένας επαρκής μνημονιακός διαχειριστής, δεν σημαίνει ότι έχει καταστεί στα μάτια τους ως ο εγγυητής της μετάβασης στην επόμενη μέρα, παρά τις προσπάθειες ορισμένων Ευρωπαίων σοσιαλιστών να ρίξουν μέσω αυτού γέφυρες συνεννόησης στην ευρωπαϊκή Αριστερά, μέσα στο χαώδες τοπίο που θα προκύψει μετά τις ευρωεκλογές.

Κάπως έτσι, μαζί με την καλοσύνη των ξένων, τελειώνουν και οι ψευδαισθήσεις. Και αυτό είναι το πιο δύσκολο κομμάτι προς διαχείριση.

https://www.reader.gr/news/apopseis/telos-tis-kalosynis-ton-xenon