Έχοντας επιζήσει από την οικονομική κρίση του 2008 με βαθιές πληγές, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει τώρα μια άνευ προηγουμένου πρόκληση – το COVID19. Εκκινώντας από τα θέματα υγείας και ασφάλειας, αυτή η πρόκληση επηρεάζει επίσης τις οικονομίες όλων των κρατών μελών. Η αστάθεια στις προβολές της οικονομίας στο σύνολό της (δεδομένου των διαφόρων ποσοστών της ύφεσης που εκτιμόνται από διάφορους οργανισμούς) έθεσε επίσης μια σειρά ερωτημάτων σχετικά με την αστάθεια του κλιματικού και ενεργειακού προγραμματισμού των κρατών μελών.

Τα περισσότερα κράτη μέλη υπέβαλαν στις αρχές του 2020 τα Εθνικά τους Σχέδια για την Ενέργεια και το Κλίμα (ΕΣΕΚ) στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπου καθόρισαν τις οδούς μετάβασης της ενέργειας που προσπαθούν να ακολουθήσουν. Ωστόσο, αυτά τα μονοπάτια και τα μέσα για την επίτευξή τους υπολογίζονται σε συγκεκριμένες παραδοχές οικονομικής ανάπτυξης, που είναι πλέον ξεπερασμένες λόγω των σοβαρών απωλειών του ΑΕΠ που αναμένονται από το COVID19. Αρκεί μόνο να σκεφτούμε ότι το Ελληνικό ΕΣΕΚ βασίστηκε σε μια εκτίμηση ετήσιας αύξησης του ΑΕΠ κατά 2% (2020-2025), ενώ αντίστοιχα και τα περισσότερα Ευρωπαϊκά ΕΣΕΚ ακολούθησαν το σενάριο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής με παραδοχές πολύ μεγαλύτερου μέσο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ. 

Η νέα οικονομική εποχή που θα ξημερώσει θα φέρει και διαφορετικές ενεργειακές ανάγκες και ως εκ τούτου θα οδηγήσει στην επανεξέταση των επενδυτικών σχεδίων ενεργειακών υποδομών. Αυτό θα εξαρτηθεί κυρίως από τις προϋποθέσεις και τις προτεραιότητες που θα καθοριστούν από τα τελικά  σχέδια τόνωσης της οικονομίας που αναπτύσσονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη μέλη. Η νέα αυτή εποχή απαιτεί την αλλαγή της νοοτροπίας των υπευθύνων χάραξης πολιτικής, οι οποίοι πρέπει να επανεξετάσουν τα μελλοντικά τους σχέδια για τα ενεργειακά συστήματα, συνδυάζοντας την ενεργειακή μετάβαση με την οικονομική ανάπτυξη, την υγεία και την εξάλειψη της φτώχειας και της ανεργίας.

Επομένως, τα εθνικά σχέδια θα πρέπει να επικαιροποιηθούν στο βαθμό που αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα της οικονομικής κατάστασης μετά το COVID19. Αυτή η διαδικασία θα μπορούσε να συνδεθεί με τα σχέδια τόνωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των κρατών μελών, που θα πρέπει να συμβάλλουν σημαντικά στην επίτευξη των ενεργειακών και κλιματικών στόχων και να αποτελέσουν μια ευκαιρία για ενισχυμένο συντονισμό των κρατών μελών. Αυτός θα είναι ο μόνος ρεαλιστικός τρόπος επιτυχίας του Green Deal της Ευρωπαϊκής Ένωσης!

Όπως επισήμαναν πρόσφατα 13 Ευρωπαίοι υπουργοί για το κλίμα και το περιβάλλον: «Δεν πρέπει να ξεχνάμε την συνεχιζόμενη κλιματική και οικολογική κρίση όταν επεξεργαζόμαστε πώς να ωθήσουμε την οικονομία μετά την πανδημία του κοροναϊού».

Εργαλεία όπως τα ΕΣΕΚ μπορούν να βοηθήσουν στη δόμηση ενός σταθερού μέλλοντος βιώσιμης ενέργειας μετά το COVID19, εάν επανεξεταστούν σύντομα και με σύνεση. Είναι σημαντικό όλα τα επίπεδα διακυβέρνησης (τόσο τα εθνικά όσο και τα περιφερειακά και τοπικά) να ενεργούν γρήγορα και με δομημένο τρόπο, επιτρέποντας την επίτευξη μακροπρόθεσμων στόχων διαχειρίζοντας τα ποσά των ταμείων τόνωσης της οικονομίας. Κάποια σχέδια λοιπόν θα πρέπει να αλλάξουν. Τόσο η τιμή του πετρελαίου όσο και οι ενεργειακές ανάγκες ενδεχομένως να μειώνουν την κερδοφορία των σχεδίων επέκτασης των δικτύων και εξορύξεων ορυκτών καυσίμων. Αντίστοιχα, ισχυρές φωνές, όπως της Διεθνούς Επιτροπής Ενέργειας (IEA) ανέφεραν ότι είτε οι κυβερνήσεις επενδύσουν σε νοσοκομεία, σχολεία, οδοφωτισμό, έξυπνα δίκτυα, στέγαση ή υποδομές, τα προγράμματα τόνωσης της οικονομίας μπορούν να ενσωματώσουν πραγματικά φιλόδοξη ενεργειακή αποδοτικότητα για ελάχιστη επιπλέον προσπάθεια ή κόστος. Εφόσον τα αντίστοιχα χρηματοδοτικά πακέτα θα πρέπει να ενσωματώσουν την ενεργειακή μετάβαση με οικονομικούς και κοινωνικούς στόχους, η ενεργειακή αποδοτικότητα είναι αναγκαία και ικανή να δώσει κίνηση στην οικονομία άμεσα και μακρόχρονα πολλαπλά οφέλη (δεδομένου της μεγάλης αλυσίδας επαγγελμάτων που σχετίζονται με την ενεργειακή απόδοση). 

Βλάσης Οικονόμου

Institute for European Energy and Climate Policy, Amsterdam, the Netherlands

Πηγή