Η κύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών από το ελληνικό Κοινοβούλιο αποτελεί ακραία έκφανση της ελλείψεως ουσιαστικής δημοκρατίας (και) στη χώρα μας, κυρίως για τους ακόλουθους δύο λόγους:

  1. Η Συμφωνία βρίσκει αντίθετη την πλειονότητα του ελληνικού λαού, ένα μεγάλο δε τμήμα του σφόδρα αντίθετο, γεγονός που κατέστη σαφές σε όλους μέσω των πολλών και μαζικών συλλαλητηρίων – διαδηλώσεων κατ’ αυτής. Έτσι οι Έλληνες βουλευτές, με το να αποτυπώσουν στα αποτελέσματα της ψηφοφορίας για την κύρωσή της πολύ διαφορετικούς συσχετισμούς σε σχέση με εκείνους που επικρατούν στην ελληνική κοινωνία, δεν έλαβαν υπόψη τους κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ως σώμα τη λαϊκή βούληση. Για τον λόγο αυτό, το Κοινοβούλιο παραβίασε όλες τις κατωτέρω συνταγματικές διατάξεις, οι οποίες κατοχυρώνουν την ύψιστη αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, δηλαδή την δεσμευτική εντολή του λαού προς τους τριακόσιους εκπροσώπους του:

  1. Το άρθρο 1 παρ.2 του Συντάγματος, κατά το οποίο «Θεμέλιο του πολιτεύματος είναι η λαϊκή κυριαρχία.».

  2. Το άρθρο 1 παρ.3 του Συντάγματος, κατά το οποίο «Όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το Λαό, υπάρχουν υπέρ αυτού και του Έθνους και ασκούνται όπως ορίζει το Σύνταγμα.».

  3. Το άρθρο 51 παρ.2 του Συντάγματος, κατά το οποίο «Οι βουλευτές αντιπροσωπεύουν το Έθνος.». Και

  4. Το άρθρο 52 του Συντάγματος, κατά το οποίο «Η ελεύθερη και ανόθευτη εκδήλωση της λαϊκής θέλησης, ως έκφραση της λαϊκής κυριαρχίας, τελεί υπό την εγγύηση όλων των λειτουργών της Πολιτείας, που έχουν υποχρέωση να τη διασφαλίζουν σε κάθε περίπτωση. Νόμος ορίζει τις ποινικές κυρώσεις κατά των παραβατών της διάταξης αυτής.»

Θα πει κάποιος ότι αυτή δεν είναι ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία ψήφιση κανόνων δικαίου με τους οποίους διαφωνεί η πλειονότητα του ελληνικού λαού. Αυτό είναι σωστό, αλλά ο σεβασμός της λαϊκής βουλήσεως πρέπει να τηρείται όταν πρόκειται για ένα κρισιμότατο εθνικό ζήτημα.

  1. Η Κυβέρνηση δεν αξιοποίησε πριν την ψήφιση της Συμφωνίας θεσμούς άμεσης δημοκρατίας που προβλέπει το Σύνταγμα και η εφαρμογή των οποίων θα συντελούσε στην αυθεντική έκφραση της λαϊκής θελήσεως. Πρόκειται για:

  1. τον θεσμό του δημοψηφίσματος για κρίσιμο εθνικό θέμα. Πράγματι, το άρθρο 44 παρ.2 του Συντάγματος αναφέρει ότι «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας προκηρύσσει με διάταγμα δημοψήφισμα για κρίσιμα εθνικά θέματα ύστερα από απόφαση της απόλυτης πλειοψηφίας του όλου αριθμού των βουλευτών, που λαμβάνεται με πρόταση του Υπουργικού Συμβουλίου.». Και για

  2. τον θεσμό της διάλυσης της Βουλής για ανανέωση της λαϊκής εντολής ενόψει εθνικού θέματος εξαιρετικής σημασίας. Πράγματι, το άρθρο 41 παρ.3 του Συντάγματος προβλέπει ότι «Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διαλύει τη Βουλή με πρόταση της Κυβέρνησης που έχει λάβει ψήφο εμπιστοσύνης για ανανέωση της λαϊκής εντολής, προκειμένου να αντιμετωπιστεί εθνικό θέμα εξαιρετικής σημασίας.».

Θα πει κάποιος ότι ο πρώτος θεσμός έχει εφαρμοστεί μια φορά μόνον και ανεπιτυχώς, ενώ ο δεύτερος ποτέ. Αυτό είναι σωστό, αλλή η κακή εφαρμογή του Συντάγματος από το 1974 μέχρι σήμερα δεν πρέπει να αποτελεί επιχείρημα υπέρ της κακής εφαρμογής του και στο μέλλον, ιδιαίτερα όταν πρόκειται περί ενός τόσο κρίσιμου εθνικού ζητήματος.

Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς ποιες είναι οι νομικές συνέπειες της παραβίασης όλων των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων. Η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχουν νομικές συνέπειες, αφού η μεν πρώτη κατηγορία διατάξεων αποτελείται από ατελείς κανόνες δικαίου, κανόνες, δηλαδή, η παράβαση των οποίων δεν επιφέρει έννομες συνέπειες – κυρώσεις, η δεύτερη δε κατηγορία διατάξεων περιέχει απλές δυνατότητες – ευχέρειες, οι οποίες δεν αξιοποιήθηκαν. Μόνη ζημιωμένη, λοιπόν, είναι για άλλη μια φορά η δημοκρατία. Η πρακτική, πάντως, συνέπεια της αντιδημοκρατικότητας της κυρώσεως της Συμφωνίας των Πρεσπών θα είναι πιθανόν η μελλοντική αδυναμία εφαρμογής της.

Ιωάννης Δ. Κονομόδης

Δικηγόρος

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here