Ενδείξεις, όχι βεβαιότητες για το μέλλον της αγοράς εργασίας

Σε ενδείξεις και όχι σε βεβαιότητες βασίζονται οι οποιεσδήποτε εκτιμήσεις για το μέλλον της αγοράς εργασίας στα επόμενα χρόνια, όπως ξεκαθαρίζει , ο εμπειρογνώμονας του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης** (Cedefop), Κωνσταντίνος Πουλιάκας.

Παρόλα αυτά, υπάρχουν τρεις τρόποι με τους οποίους προσεγγίζονται τα υπάρχοντα δεδομένα, για να εξαχθούν κάποια συμπεράσματα και για να διαφανούν πιθανές τάσεις.

Ο πρώτος είναι η μελέτη του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται ιστορικά η αγορά εργασίας τις τελευταίες δεκαετίες, από το 1970 έως σήμερα. Ο τρόπος αυτός, δεν μπορεί ασφαλώς να «ζουμάρει» σε πρόσφατες τεχνολογικές εξελίξεις ή σε απότομες αλλαγές στην οικονομία (πχ, μεγάλες ξένες ή κρατικές επενδύσεις σε έναν συγκεκριμένο κλάδο), που μπορεί να επηρεάσουν και την αγορά εργασίας, αλλά βασίζεται στο γεγονός ότι αυτή (η αγορά εργασίας) έχει συγκεκριμένη δομή και δεν αλλάζει από χρόνο σε χρόνο.

Ο δεύτερος τρόπος συγκέντρωσης και ανάλυσης στοιχείων για την πιθανή πορεία της αγοράς εργασίας είναι ο Μηχανισμός Διάγνωσης Αναγκών Αγοράς Εργασίας, ο οποίος ξεκίνησε το 2015 από το Υπουργείο Εργασίας υπό την ευθύνη του Εθνικού Ινστιτούτου Εργασίας και Ανθρώπινου Δυναμικού (ΕΙΕΑΔ) και υποστηρίχθηκε από τους κοινωνικούς εταίρους και το Cedefop. Mε βάση τα ευρήματά του, που μπορούν να αξιοποιηθούν για τη διάγνωση αναγκών και τάσεων στην απασχόληση, την ανεργία και την επιχειρηματικότητα το 2018 τα δέκα δυναμικότερα επαγγέλματα στην Ελλάδα ήταν κατά σειρά τα εξής: καλλιεργητές προσανατολισμένοι στην αγορά, σχεδιαστές και αναλυτές λογισμικού και εφαρμογών, απασχολούμενοι στην παροχή υπηρεσιών προστασίας, οδηγοί αυτοκινήτων, μικρών φορτηγών και μοτοσικλετών, υπάλληλοι γενικών καθηκόντων, μάγειροι, επαγγελματίες του κοινωνικού και θρησκευτικού τομέα, υπάλληλοι καταγραφής υλικών και υπηρεσιών μεταφορών, μηχανικοί και επισκευαστές μηχανημάτων και αρχιτέκτονες- τοπογράφοι- πολεοδόμοι- σχεδιαστές. Σε επίπεδο κλάδων, την πρώτη πεντάδα για το 2018 σχηματίζουν οι δραστηριότητες εστιατορίων και κινητών μονάδων εστίασης, η παροχή υπηρεσιών στο κοινωνικό σύνολο, το λιανεμπόριο άλλου οικιακού εξοπλισμού σε ειδικευμένα καταστήματα, η καλλιέργεια μη πολυετών φυτών και τα ξενοδοχεία κι άλλα καταλύματα.

Ο τρίτος τρόπος είναι, τέλος, το εργαλείο που δημιούργησε το Cedefop για λογαριασμό της ΕΕ, με τη χρήση τεχνητής νοημοσύνης, για τη συγκέντρωση, ταξινόμηση, καταγραφή και ανάλυση των αγγελιών ζήτησης εργασίας στο Διαδίκτυο. Από το καλοκαίρι του 2018 έως και σήμερα, έχουν «σαρωθεί» πάνω από 100 εκατ. αγγελίες εργοδοτών στην Ευρώπη, από τις οποίες προκύπτουν τόσο τα περισσότερο ζητούμενα επαγγέλματα, όσο και τα αναγκαία soft skills (οριζόντιες δεξιότητες) αλλά και συγκεκριμένες ψηφιακές δεξιότητες, που αναζητούν οι επιχειρήσεις στην Ευρώπη. Βάσει των ευρημάτων (συνολικά για την ΕΕ, όχι μόνο για την Ελλάδα), τα πέντε επαγγέλματα με τη μεγαλύτερη ζήτηση είναι κατά σειρά αυτά των software developers, των βοηθών πωλήσεων λιανικής, των διαχειριστών φορτίων, των systems analysts και των μηχανικών που δεν ταξινομούνται σε ειδικές κατηγορίες.

Θέσεις εργασίας με καλές αποδοχές εκτιμάται ότι θα εξασφαλίζει στο άμεσο μέλλον η επιλογή σπουδών που είναι προσανατολισμένες στις θετικές επιστήμες και την τεχνολογία (Science, Technology, Engineering, Mathematics-STEM).

Ωστόσο μετά τα μέσα της δεκαετίας του 2030, η ανάπτυξη της Τεχνητής Νοημοσύνης δεν αποκλείεται να κάνει λιγότερο χρήσιμες τις ανθρώπινες γνώσεις σε αντικείμενα STEM, καθώς οι τεχνολογικές αλλαγές πιθανότατα θα είναι εξαιρετικά ταχείες -τα μηχανικά συστήματα θα μαθαίνουν τα πάντα πολύ γρήγορα- και οι ανθρώπινες δυνατότητες μάλλον πεπερασμένες, ενώ και η εκπαίδευση/κατάρτιση θα δυσκολεύεται να προλάβει τις εξελίξεις.

Την ίδια στιγμή, η τεχνολογική γνώση θα συνεχίσει πιθανότατα να απαξιώνεται με εκθετικό ρυθμό στα επόμενα χρόνια. Ήδη σήμερα,ένα ποσοστό, 41% των CEO των μεγάλων επιχειρήσεων και οργανισμών, δεν έχουν πλέον τις γνώσεις, τις ικανότητες και τους πόρους για να εκτελέσουν τις στρατηγικές που έχουν υιοθετηθεί από τις επιχειρήσεις. Σήμερα, ένα στέλεχος χρειάζεται 36 ημέρες για να καλύψει το κενό δεξιοτήτων, που δημιουργείται από την τεχνολογία, διάστημα που το 2014 ήταν τρεις ημέρες, δηλαδή ο απαιτούμενος χρόνος αναπλήρωσης skills έχει υπερδεκαπλασιαστεί, διότι οι ρυθμοί παραγωγής της γνώσης είναι πλέον εκθετικοί. Τα παραπάνω επισημαίνει, ο δρ Επαμεινώνδας Χριστοφιλόπουλος, κάτοχος της έδρας UNESCO για την Έρευνα του Μέλλοντος, που φιλοξενείται στη Θεσσαλονίκη από το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (ΙΤΕ), επικαλούμενος για το μεν πρώτο (τη σταδιακή μείωση της χρησιμότητας των ανθρώπινων γνώσεων STEM) τριετή έρευνα του Millenium Project* με χρονικό ορίζοντα το 2050, δηλαδή περίπου την εποχή που τα σημερινά «πρωτάκια» θα βρίσκουν την πρώτη τους απασχόληση, για το δε δεύτερο (τη γρήγορη απαξίωση της τεχνολογικής γνώσης) μελέτη του Institute for Business Value (IBV) της IBM.

«Οι άνθρωποι θα προσπαθούν πάντα να ανακαλύψουν ποια είναι τα επαγγέλματα που θα έχουν ζήτηση στο μέλλον και όποιοι ισχυρίζονται ότι γνωρίζουν ποια είναι αυτά συνήθως βασίζονται σε αβάσιμες ή μη τεκμηριωμένες, μη επιστημονικές προσεγγίσεις. Γι’ αυτό υπάρχουν ενδείξεις, αλλά όχι ασφαλή συμπεράσματα. Σε καμία περίπτωση δεν μπορεί κάποιος να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα για την πορεία της αγοράς εργασίας, καθώς αυτή εξαρτάται από πολλαπλούς παράγοντες όπως η οικονομική δραστηριότητα, τα εργοδοτικά κίνητρα, αλλά και οι συχνά απροσδόκητες διακυμάνσεις στην καταναλωτική ζήτηση και στις προτιμήσεις των ανθρώπων για νέα προϊόντα και υπηρεσίες».

ΞΕΝΟΣ ΝΙΚΟΣ
Εκπαιδευτής Ενηλίκων
Σύμβουλος Σταδιοδρομίας
ΠΗΓΗ:EDHMOSIO.GR