Η τουρκική κυβέρνηση στέλνει προειδοποιητικές «βολές» και «ζυγίζει» τις αντιδράσεις της ελληνικής πλευράς, της ΕΕ αλλά και των ΗΠΑ.

Με ένα παράνομο τουρκο-λιβυκό μνημόνιο στην φαρέτρα του και με χάρτες οι οποίοι εξαλείφουν κάθε όριο γεωγραφίας και κάθε έννοια ιστορικής συνέχειας, η τουρκική κυβέρνηση στέλνει προειδοποιητικές «βολές» και «ζυγίζει» τις αντιδράσεις της ελληνικής πλευράς, της ΕΕ αλλά και των ΗΠΑ.

Οι τελευταίες, εξακολουθούν να τηρούν ουδέτερη στάση επιμένοντας ουσιαστικά σε χλιαρές δηλώσεις όπως είναι εκείνες που έγιναν και στην αρχή του έτους  όταν το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών, είχε αναφέρει ότι οι ΗΠΑ «ενθαρρύνουν τα κράτη να επιλύσουν τις διαφωνίες τους ειρηνικά σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο». Μάλιστα, κατά το ίδιο περίπου διάστημα (τον Φεβρουάριο), σε δημόσια τοποθέτησή του, σε μια προσπάθεια να ρίξει γέφυρες μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, ο πρέσβης των ΗΠΑ είχε προτείνει να προσκληθεί και η Άγκυρα στο EastMed Gas Forum.

Την ίδια στάση (παρά το θόρυβο και την υπέρμετρη αισιοδοξία  που παραδόξως δημιουργήθηκε περί του αντιθέτου), τήρησε η αμερικανική διπλωματία και κατά τη χθεσινοβραδυνή διαδικτυακή συζήτηση που διοργάνωσε το Ελληνο-Αμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο για την τριμερή συνεργασία Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ και τις εξελίξεις στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου.

Στη συζήτηση, στην οποία συμμετείχαν εκτός από τους υπουργούς Ενέργειας Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ και ο Αμερικανός υφυπουργός Εξωτερικών, αρμόδιος για θέματα Ενέργειας κ. Francis Fannon καθώς και ο πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα κ. Geoffrey Pyatt, κατέστη σαφές ότι οι ΗΠΑ μπορούν με πολύ μεγάλη άνεση να εξαπολύουν πυρά κατά της Ρωσίας ή της Κίνας, ωστόσο δεν συμβαίνει το ίδιο όταν καλούνται να πάρουν θέση  για τα ελληνοτουρκικά. 

Κληθείς να σχολιάσει την τουρκική προκλητικότητα και την προαναγγελία για έρευνες υδρογονανθράκων στην ελληνική υφαλοκρηπίδα, ο κ. Fannon επανέλαβε κάτι το οποίο έχει πει κατά καιρούς και ο Αμερικανός πρέσβης, ότι δηλαδή τα νησιά έχουν ΑΟΖ, μια δήλωση η οποία λίγα πράγματα μπορεί να προσφέρει όταν αποδέκτης της είναι μια Τουρκία η οποία αρνείται πεισματικά να κάτσει στο τραπέζι των συζητήσεων.  Ο κ. Fannon δήλωσε ότι το μνημόνιο Τουρκίας-Λιβύης αποτελεί νομικό ζήτημα και ζήτησε να σταματήσουν οι προκλητικές δηλώσεις και οι προκλητικές ενέργειες, υπογραμμίζοντας ότι «η Τουρκία είναι σημαντική χώρα» η οποία πρέπει να πορευθεί με την Ευρώπη και τη διεθνή κοινότητα.  

Ωστόσο, το επίμαχο μνημόνιο Τουρκίας-Λιβύης σχετικά με τα θαλάσσια σύνορα στη Μεσόγειο, του οποίου η καταδίκη κάποιες φορές κινδυνεύει να καταστεί «ταμπού», ενδέχεται να δημιουργήσει προβλήματα στον αγωγό East Med, ο οποίος θα περάσει από τις σχεδιασμένες ΑΟΖ Τουρκίας και Λιβύης. Πρόκειται για ένα έργο, το οποίο αποτελεί «κόκκινο πανί» για την Τουρκία αλλά, από την άλλη, είναι η μεγάλη «αγάπη» των ΗΠΑ, οι οποίες προωθούν την απεξάρτηση από τη ρωσική προμήθεια αερίου και για το λόγο αυτό όπως είναι γνωστό έχουν θέσει ψηλά στην πολιτική τους ατζέντα, την εμπλοκή τους (με την καλή έννοια του όρου) στα ενεργειακά της Ανατολικής Μεσογείου.  Αυτή η «αγάπη» των ΗΠΑ ίσως να είναι και ένα από τα σημαντικότερα διπλωματικά χαρτιά της Ελλάδας στην αναζήτηση ερεισμάτων και υποστηρικτών σε μια ενδεχόμενη περαιτέρω επιδείνωση των ελληνο-τουρκικών σχέσεων.

Άλλωστε, ακόμη και έμμεσα, σε επίπεδο δήλωσης προθέσεων και καθώς βρίσκονται σε εξέλιξη οι ζυμώσεις για την εξέλιξη του έργου, ο EastMed λειτούργησε ευεργετικά στις σχέσεις ΗΠΑ-Ελλάδας.
Αυτό κατέστη σαφές και από την χθεσινή τοποθέτηση του κ. Χατζηδάκη ο οποίος μεταξύ άλλων υπογράμμισε την ενίσχυση των ελληνο-αμερικανικών σχέσεων και το ισχυρό ενδιαφέρον που επιδεικνύει η Ουάσιγκτον για μεγάλα ενεργειακά projectsόπως ο ελληνο-βουλγαρικός αγωγός φυσικού αερίου IGB και το FSRU της Αλεξανδρούπολης. «Είμαστε βέβαιοι ότι οι ΗΠΑ θα στηρίξουν και τον αγωγό East Med και προσβλέπω στην διοργάνωση της δεύτερης Υπουργικής Συνδιάσκεψης 3+1 (Ελλάδα, Κύπρος, Ισραήλ και ΗΠΑ) πολύ σύντομα, είτε δια ζώσης είτε μέσω τηλεδιάσκεψης», σημείωσε χαρακτηριστικά. 

Εφικτός ο αγωγός, αναπόφευκτες οι καθυστερήσεις
Το εμβληματικό έργο των 2.000 χλμ αποτελεί τον πιο «ασφαλή αγωγό» καθώς δεν μπορεί κανείς να τον σαμποτάρει (υπενθυμίζεται ότι το μεγαλύτερο μέρος είναι υποθαλάσσιο και μάλιστα σε μεγάλα βάθη).  Αυτό ανέφερε μεταξύ άλλων ο Ισραηλινός υπουργός Ενέργειας, Yuval Steinitz, ο οποίος με τις δηλώσεις του επιβεβαίωσε τις προθέσεις της ισραηλινής κυβέρνησης για την τριμερή συνεργασία, αν και ακόμη δεν έχει γίνει η επικύρωση της συμφωνίας από το ισραηλινό κράτος.

Μιλώντας στην ίδια διαδικτυακή συζήτηση ο  πρεσβευτής και πρόεδρος του Global Energy Center κ. Richard Morningstar υποστήριξε ότι το έργο δεν θα κινδυνέψει από το «χάος» που δημιούργησε ο covid-19 στην ενεργειακή αγορά. Ωστόσο, δεν παραγνώρισε το γεγονός ότι η πανδημία δημιούργησε καθυστερήσεις σε όλο τον κόσμο «και είναι δύσκολο να πειστεί κανείς ότι οι εταιρείες θα ξεκινήσουν αμέσως τα έργα». 

Ο κ. Morningstar υπενθύμισε ότι η τελική επενδυτική απόφαση θα ληφθεί το 2022 και σημείωσε ότι μέχρι τότε θα υπάρχει χρόνος για την κατάλληλη προετοιμασία. Απαντώντας στις επιφυλάξεις της αγοράς σχετικά με την εφικτότητα του έργου αλλά και την εμπορική του εκμεταλλευσιμότητα, σημείωσε ότι υπάρχουν τρόποι να αντεπεξέλθει η αγορά και ανέδειξε τη σημασία της εμπλοκής των ΗΠΑ και της ΕΕ στο έργο προκειμένου να ξεπεραστούν τα πολιτικά εμπόδια. Ως προς την χρηματοδότηση του έργου, το κόστος του οποίου υπολογίζεται στα 70 εκατ. ευρώ, ο κ. Morningstar ανέφερε ότι υπάρχουν διάφορα χρηματοδοτικά εργαλεία τα οποία δημιουργούν νέα δεδομένα (ας μην λησμονείται και το πολυσυζητημένο νομοσχέδιο ΕastMed Act το οποίο συμπεριλαμβάνεται στον προϋπολογισμό των ΗΠΑ και αναμένεται να επεκτείνει τη συνεργασία των ΗΠΑ με Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ σε θέματα ενέργειας και ασφάλειας).

Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Ισραηλινός υπουργός Ενέργειας, Yuval Steinitz, σημείωσε ότι μπορεί αυτή τη στιγμή να διανύουμε μια δύσκολη περίοδο λόγω της πανδημίας και των χαμηλών τιμών αερίου, τόνισε ωστόσο ότι «όταν μιλάμε για τέτοια έργα δεν αναφερόμαστε στην τρέχουσα κατάσταση».  Ο αγωγός είναι εφικτός, είναι πολλά υποσχόμενος λόγω της ζήτησης φυσικού αερίου από την αγορά αλλά και λόγω του γεγονότος ότι εξαρτάται από τρεις χώρες οι οποίες είναι δημοκρατικές και έχουν μεγάλη σταθερότητα, υπογράμμισε αναφερόμενος στην Κύπρο, την Ελλάδα και το Ισραήλ. «Το project έχει κάποιες δυσκολίες, ήδη ξεπεράστηκαν κάποιες. Δεν είναι όνειρο. Μπορεί να γίνει πραγματικότητα και αυτό εξαρτάται από εμάς», δήλωσε ο κ. Steinitz.