Ο επταήμερος πόλεμος νεύρων που ξεκίνησε με την τουρκική NAVTEX της 21ης Ιουλίου για σεισμικές έρευνες από το πλοίο «Oruc Reis» νότια από το Καστελόριζο δεν κατέληξε σε θερμό επεισόδιο μεταξύ της Ελλάδας και της Τουρκίας. Η έξοδος του ελληνικού στόλου και η ανάπτυξή του στο Αιγαίο, απέναντι σε δεκάδες τουρκικά πολεμικά πλοία που επίσης είχαν βγει από τους ναυστάθμους της Σμύρνης και του Ακσάζ, δεν οδήγησε σε εχθροπραξίες, αλλά στη συνειδητοποίηση του γεγονότος ότι η Αθήνα είναι διατεθειμένη ακόμη και για στρατιωτική σύγκρουση εάν η Aγκυρα επιχειρήσει να σφετεριστεί ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα.

Eπειτα από τη μεσολάβηση της καγκελαρίου της Γερμανίας Aνγκελα Μέρκελ και τη σημαντική διεθνή κινητοποίηση με σκοπό να «παγώσουν» τα τουρκικά σχέδια για σεισμικές έρευνες σε ελληνική υφαλοκρηπίδα, ο Ταγίπ Ερντογάν απέσυρε τις ναυτικές δυνάμεις του και στη συνέχεια ανακοίνωσε ότι αναβάλλει τις προγραμματιζόμενες εργασίες του «Oruc Reis» με σκοπό να ξεκινήσει διάλογος με την Ελλάδα. Θέλοντας να «πουλήσει» στην τουρκική κοινή γνώμη ότι δεν υπαναχώρησε από τον σχεδιασμό του για έρευνες υδρογονανθράκων στην Ανατολική Μεσόγειο, ο Ερντογάν έκανε λόγο για αναβολή των εργασιών για διάστημα ενός μηνός προκειμένου να ξεκινήσει η διαδικασία του διαλόγου. «Δεν υπάρχει προθεσμία 30 ημερών, δεν έχουμε δεχτεί κανενός είδους χρονοδιάγραμμα, δεν συζητούμε με τελεσίγραφα», απάντησε ανώτατη διπλωματική πηγή στην Αθήνα με την οποία συνομίλησε το «ΘΕΜΑ».

Η κρίση του Καστελόριζου έδειξε πόσο κοντά έφτασε η Ελλάδα σε μια πολεμική αναμέτρηση με την Τουρκία και πόσο εύκολα η κατάσταση μπορούσε να οδηγηθεί σε κλιμάκωση. Το προηγούμενο δεκαπενθήμερο φάνηκε και πόσο σημαντική είναι η αξία της αποτροπής. Αλλά και ότι πέραν της τεχνητής όξυνσης από τουρκικής πλευράς, που ακόμη και με την έκδοση μιας NAVTEX καταφέρνει να ενεργοποιήσει την ακολουθία που κάνει τις σειρήνες του πολέμου να ηχούν, είμαστε αιχμάλωτοι κάθε τυχαίου συμβάντος.

«Ο διάλογος είναι καλύτερος από τον μη διάλογο. Η συζήτηση που θα γίνει με την Τουρκία θα είναι αποκλειστικά για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης», είπε στο «ΘΕΜΑ» κορυφαίος παράγοντας της κυβέρνησης Μητσοτάκη. «Αλλο οι τακτικές κινήσεις του Ερντογάν κι άλλο η στρατηγική του που δεν αλλάζει, είμαστε βέβαιοι γι’ αυτό», υπενθυμίζει υψηλόβαθμο στέλεχος του υπουργείου Εξωτερικών.

Το ερώτημα είναι πότε θα ξεκινήσει ο διάλογος και ποια μορφή θα έχει. Θα πρόκειται είτε για τις λεγόμενες διερευνητικές επαφές στις οποίες θα συμμετέχουν ανώτατα υπηρεσιακά στελέχη του ελληνικού και του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, είτε για τη διαδικασία πολιτικού διαλόγου ανάμεσα στους γενικούς γραμματείς των δύο υπουργείων Εξωτερικών (η τελευταία συνάντηση του υπηρεσιακού γ.γ. του ΥΠΕΞ πρέσβη Θεμιστοκλή Δεμίρη με τον Τούρκο υφυπουργό Εξωτερικών Σεντάτ Ονάλ έγινε στις 10 Ιανουαρίου του 2020 στην Αγκυρα) ή για τις συνομιλίες μεταξύ αξιωματικών των υπουργείων Αμυνας για τον προσδιορισμό στρατιωτικών Μέτρων Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης – ΜΟΕ (γίνονται δύο φορές τον χρόνο και οι προηγούμενες συζητήσεις διεξήχθησαν τον Φεβρουάριο στην Αθήνα). «Σε αυτό το πλαίσιο εξυπακούεται ότι δεν χωράνε τρίτοι», διευκρινίζει υπηρεσιακό στέλεχος του υπουργείου Εξωτερικών, σχολιάζοντας φήμες ότι ο ελληνοτουρκικός διάλογος θα μπορούσε να γίνει με διαμεσολαβητές. «Ακόμη δεν υπάρχει εικόνα πώς θα μορφοποιηθούν οι συζητήσεις για την επανέναρξη του ελληνοτουρκικού διαλόγου. Εχουν μπαϊράμι, η Πέμπτη ήταν αργία για τους Τούρκους», συνεχίζει η ίδια πηγή, και αναφέρει ότι μια πρώτη συζήτηση μεταξύ της πρέσβεως Ελένης Σουρανή, διπλωματικής συμβούλου του Κυριάκου Μητσοτάκη, και του εκπροσώπου του Ταγίπ Ερντογάν, Ιμπραήμ Καλίν, αναμένεται την τρέχουσα εβδομάδα.

πηγή