Γνωρίζετε αυτόν τον κύριο; Ασφαλώς και όχι. Σας δικαιολογώ. Άλλωστε ούτε κι εγώ τον γνώριζα, παρόλο που κάπου, κάποτε, σε κάποιο βιβλίο ιστορίας είχα δει τη φωτογραφία του. Πρόκειται για τον αμερικανό πάστορα Asa Kent Jennings (1877-1933). Γεννήθηκε στη Ν. Υόρκη και μικρός ασθένησε από μια μορφή φυματίωσης που επηρεάζει τη σπονδυλική στήλη με αποτέλεσμα να μείνει εξαιρετικά κοντός και καμπούρης.

Θα μου πείτε, και . Ο πρώτος ήταν ή ο τελευταίος;

Συνεχίζω λοιπόν. Τον Αύγουστο του 1922 ο κύριος αυτός έτυχε να βρίσκεται στη Σμύρνη και να ζήσει από κοντά αυτό που μετά ονομάσαμε “Μικρασιατική Καταστροφή”. Συγκεκριμένα, βρέθηκε στην προκυμαία της Σμύρνης την ώρα που 500.000 περίπου Έλληνες έψαχναν ένα πλοίο, μια βάρκα ή μια φελούκα έστω για να τους περάσει στα απέναντι ελληνικά νησιά και να σωθούν.

Ο ελληνικός στρατός και στόλος είχε προλάβει κατά ένα μεγάλο μέρος του να φύγει, ο Έλληνας διοικητής το ίδιο. Μόνο κάτι σκόρπια ξένα πολεμικά τους έκαναν χάζι απ’ το λιμάνι.

Ο Jennings βλέποντας το θέαμα δε χάνει καιρό. Τρέχει, παρακαλάει, χρησιμοποιεί τις γνωριμίες του αλλά τζίφος. Κανείς πλοίαρχος δε δέχεται ν’ ανεβάσει τους ψωριάρηδες πάνω στο σκάφος του και μάλιστα τζάμπα.

Παρόλα αυτά, δε το βάζει κάτω. Πηγαίνει και βρίσκει τον ίδιο τον Κεμάλ και του ζητά ταπεινά να του επιτραπεί να βρει τρόπο να αναχωρήσουν οι Έλληνες από την πόλη. Παραδόξως αυτός δέχεται, -μάλλον γιατί το προηγούμενο βράδυ είχε κάνει έρωτα με τη Λατιφέ Χανούμ χαζεύοντας από ψηλά τη Σμύρνη που καιγόταν αλλά με τρεις προϋποθέσεις:

Ότι αυτό θα γίνει σε διάστημα μιας εβδομάδας.

Ότι τα ελληνικά πλοία που θα τους μεταφέρουν θα μπουν στον κόλπο της Σμύρνης χωρίς σημαία.

Και ότι δε θα φύγει κανείς άντρας από 17-45 ετών.

Ο Jennings για να μη τα πολυλογώ, έχοντας το οk του Κεμάλ σπεύδει σ’ ένα ιταλικό εμπορικό, δίνει από την τσέπη του στο καπετάνιο 6.000 λίρες και μεταφέρει αισίως στη Μυτιλήνη τους πρώτους 2.000 πρόσφυγες. Μπράβο του θα μου πείτε και θεός σχωρέστον.

Το χρέος του το έκανε και με το παραπάνω και τώρα μπορεί να επιστρέψει στο Αμέρικα να πιει την κοκα-κόλα του. Οι άλλοι ναι, αυτός όμως όχι.

Στο λιμάνι της Μυτιλήνης παθαίνει σοκ βλέποντας το σύνολο του ελληνικού στόλου (περίπου 25 πολεμικά που δεν είχαν πάθει τίποτα γιατί οι Τούρκοι τότες δεν είχαν ούτε σχεδία) να κάθεται και να τα ξύνει, περιμένοντας εντολές. Πηγαίνει και βρίσκει τον ανώτατο στρατιωτικό διοικητή, ονόματι Φράγκου, τον παρακαλά ξανά και ξανά, να στείλει τα πλοία του για να σωθεί ο κόσμος, αλλά αυτός αρνείται.

Τα πλοία του είναι πολύτιμα για να τα διακινδυνεύσει. Απελπισμένος, αλλά χωρίς να το βάλει κάτω, πλησιάζει το ελληνικό θωρηκτό “Κιλκίς”, ανεβαίνει πάνω και προς τιμήν του ο κυβερνήτης Ιωάννης Θεοφανίδης τον δέχεται.

Δέχεται και να στείλει ένα τηλεγράφημα στην Αθήνα με το οποίο ζητά την άδεια της κυβέρνησης για να αποπλεύσει ο στόλος. Μόνο που το έστειλε νύχτα και ο πρωθυπουργός…κοιμάται.

Και πού να τον ξυπνήσεις. Στέλνει και δεύτερο, και τρίτο, ώσπου τελικά παίρνει την απάντηση ότι δεν είναι εφικτό να αποσταλούν τα πλοία στη Σμύρνη γιατί θα κινδυνεύσουν και να μη τους τα πρήζει άλλο.

Τότε ο Jennings, έξω φρενών τους στέλνει ένα τελευταίο τηλεγράφημα με το οποίο απειλεί την ελληνική κυβέρνηση ότι εάν δε δώσει την άδεια θα τους κάνει βούκινο σε όλο τον κόσμο για τη ξεφτίλα τους.

Πολύ γρήγορα, έρχεται η απάντηση. “΄Ολα τα πλοία στο Αιγαίο τίθενται υπό τη διοίκησή σας, ώστε να απομακρύνετε τους πρόσφυγες από τη Σμύρνη”. Κάνοντας δύο δρομολόγια, φυγάδεψε 58.000 άτομα.

Μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου του 1922 είχε κατορθώσει να διασώσει άλλους 500.000, ενδεχομένως τον (προ-)παππού ή τη γιαγιά σας. Το ελληνικό κράτος μετέπειτα τον όρισε αντιπρόσωπό του στη διάσκεψη της Λωζάνης για τον επαναπατρισμό των αιχμαλώτων πολέμου και αργότερα του απένειμε κι ένα παράσημο.

Κι αυτό ήταν. Σήμερα, στη χώρα που υπάρχει μνημείο “πεσόντων της Ερτ” δεν υπάρχει γι’ αυτόν ούτε ένα τόσο δα άγαλμα, ένας δρόμος ή μνεία σε επίσημο έγγραφο που ν’ αναφέρει το όνομά του, το οποίο είναι εν πολλοίς άγνωστο. Δε πειράζει όμως. Είμαστε όλοι Τούνη κι αυτό όσο να πεις, μετράει. Με τον Jennings θ’ ασχολούμαστε τώρα;