Ακόμα κι αν ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επιμένει να βλέπει τα πάντα μέσα από γεωπολιτική σκοπιά, γεγονός παραμένει ότι η κρίση δεν κρύβεται κάτω από το χαλί. Η τουρκική οικονομία καταποντίζεται και ο κορωνοϊός τής καταφέρει πρόσθετο πλήγμα. Ούτε η διπλωματία της μάσκας, ούτε τα μεγαλεπήβολα επεκτατικά σχέδια του Τούρκου προέδρου δεν μπορούν να απομακρύνουν το μοιραίο: τη μεγάλη Τουρκία στα γόνατα και τον παντοδύναμο «Σουλτάνο» ικέτη.

Η γειτονική χώρα πλήττεται σφοδρά από την πανδημία. Εκτός από τους χιλιάδες νεκρούς και τα εκατοντάδες χιλιάδες κρούσματα, στις απώλειές της προσμετράει και οικονομικά ερείπια. Τετρακόσιες χιλιάδες επιχειρήσεις έβαλαν λουκέτο, με αποτέλεσμα 2 εκατομμύρια άνθρωποι να χάσουν τη δουλειά τους. Αυτοί προστέθηκαν στους ήδη 4,5 εκατομμύρια ανέργους, εκτοξεύοντας το ποσοστό ανεργίας στο 30%.

Ο μεγάλος ασθενής της Τουρκίας είναι η οικονομία της, η οποία βρίσκεται στα γόνατα. Τι κι αν ο τουρκικές επενδυτικές εταιρείες είχαν αποκαλέσει το 2020 «έτος εντυπωσιακής ανάκαμψης της τουρκικής οικονομίας»; Διαψεύστηκαν οικτρά. Τι κι αν μιλώντας στο τουρκικό κρατικό ειδησεογραφικό πρακτορείο Anadolu, προς τα τέλη Μαρτίου, ο 42χρονος υπουργός Οικονομικών και γαμπρός του Ερντογάν, Μπεράτ Αλµπαϊράκ, είχε εμφανιστεί υπέρμετρα αισιόδοξος;

Οι αερομεταφορές, κορωνίδα της τουρκικής οικονομίας, χτυπήθηκαν ανελέητα. Το ίδιο και ο τουρισμός, ο οποίος έτσι κι αλλιώς είχε υποστεί κάμψη εξαιτίας των πολλαπλών εντάσεων που είχε προκαλέσει η επιθετική εξωτερική πολιτική του Ερντογάν.

Πρόκειται για μία διόλου ευκαταφρόνητη οικονομική αιμορραγία, αν αναλογιστεί κανείς ότι ο τουρισμός αντιπροσωπεύει το 12% του τουρκικού ΑΕΠ. Στο ίδιο καθοδικό μονοπάτι βρίσκεται και ο τομέας των υπηρεσιών, όπως και της βιομηχανίας, αν και εκεί τα πράγματα είναι κάπως καλύτερα. Η τουρκική κυβέρνηση ανακοίνωσε ένα πακέτο στήριξης της οικονομίας αξίας 100 δισ. λιρών. Μέσω αυτού θα αποζημιώνει τους εργαζομένους με ένα πενιχρό ημερήσιο επίδομα. Με τον τρόπο αυτό όμως θα επιβαρυνθεί περαιτέρω το -συγκριτικά όχι υψηλό- δημόσιο χρέος.

Το πιο βασικό πρόβλημα, ωστόσο, είναι ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει μεγάλη δυσκολία να είναι συνεπής στην αποπληρωμή των διεθνών υποχρεώσεών της. Η μεγάλη υποτίμηση της τουρκικής λίρας (1 δολάριο = 7 λίρες) έχει επιβαρύνει πολύ τα δημόσια οικονομικά, αλλά και τις μεγάλες επιχειρήσεις που στις καλές εποχές είχαν δανειστεί σε συνάλλαγμα και τώρα βλέπουν το χρέος τους να έχει πολλαπλασιαστεί. Το ενδεχόμενο κατάρρευσης ορισμένων εξ αυτών υποχρεώνει το κράτος να τις διασώσει, οξύνοντας περαιτέρω τη δική του κρίση.

Εγγενείς παθογένειες


Η τουρκική οικονομία είχε καταστεί εύθραυστη και για την ακρίβεια κατευθυνόταν επικίνδυνα προς την πτώχευση προτού εκδηλωθεί η πανδημία. Η εμμονή του Ερντογάν, μάλιστα, να μη λαμβάνει περιοριστικά μέτρα και αντιθέτως να επιλέγει τη «φυγή προς τα εμπρός» δεν επέτρεψε στο οικονομικό επιτελείο και στην Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας να αποτρέψουν την πορεία προς τον γκρεμό.

Αν και η Τουρκία διαθέτει σημαντική παραγωγική δομή και θα μπορούσε με κάποια επώδυνα μέτρα να ορθοποδήσει, τελικά κατέστη από τις πιο ευάλωτες αναπτυσσόμενες χώρες. Σήμερα πια μαστίζεται από πληθωρισμό, που τείνει να καταστεί απειλητικός, από χαμηλή καταναλωτική εμπιστοσύνη, από επίμονη ανεργία και βέβαια από συνεχιζόμενη προτίμηση σε σκληρό ξένο νόμισμα αντί της τουρκικής λίρας.

Πολλές επιχειρήσεις επιβιώνουν λόγω του φτηνού δανεισμού των κρατικών τραπεζών, οι οποίες έχουν τέτοια πολιτική οδηγία. Το 50% των καταθέσεων στις τράπεζες, πάντως, είναι σε ξένο νόμισμα, δεδομένου ότι η τουρκική λίρα έχει χάσει μεγάλο μέρος της αξίας της, και όλα δείχνουν πως δεν μπορεί να ανακάμψει. Πιθανότατα θα συνεχιστεί η υποτίμησή της παρά την προσπάθεια της Αγκυρας να τη συγκρατήσει, ξοδεύοντας μαζικά τα συναλλαγματικά της αποθέματα στην αγορά συναλλάγματος.

Η πτωτική πορεία της τουρκικής λίρας δεν είναι καινούριο φαινόμενο. Παρά τις κατά καιρούς διακυμάνσεις, στην πραγματικότητα ποτέ δεν ανέκαμψε. Από τις αρχές του 2020, μάλιστα, έπεσε ακόμα περισσότερο έναντι του δολαρίου. Με δεδομένη την πολιτική στήριξη του εθνικού νομίσματος που ακολουθεί το καθεστώς Ερντογάν, τα συναλλαγματικά αποθέματα μειώνονται ταχύτατα. Και ενώ η Τουρκία βυθίζεται οικονομικά, οι εξαγωγές της μειώνονται, ενώ οι ολοένα πιο ακριβές εισαγωγές αυξάνονται. Επιπλέον, οι περισσότεροι από τους Δυτικούς επενδυτές που μπορούσαν να εγκαταλείψουν τη χώρα το έχουν ήδη κάνει ή βρίσκονται σε διαδικασία να το κάνουν.

Φοβούμενοι και τον πληθωρισμό και την αύξηση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών αγκυροβόλησαν σε άλλα οικονομικά λιμάνια. Σε αυτή την κατάσταση βρήκε ο κορωνοϊός την τουρκική οικονομία. Αρχικά, το καθεστώς Ερντογάν αρνήθηκε να λάβει μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας, παρότι είχε τον χρόνο. Δεν ήθελε, όμως, να επιβαρύνει την ήδη παραπαίουσα τουρκική οικονομία, επιβάλλοντας περιορισμούς στην κυκλοφορία που έχουν κόστος.

Προτίμησε να κρύψει κάτω από το χαλί τον κίνδυνο, ασκώντας μάλιστα διώξεις και σε όσους γιατρούς έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου. Τελικά, όμως, υποχρεώθηκε από την έκταση της πανδημίας να ανακρούσει πρύμναν και να επιβάλει τα περιοριστικά μέτρα.

Μπορεί την πλειονότητα των θανάτων από κορωνοϊό οι Αρχές με εντολή να την αποδίδουν σε άλλες αιτίες για να μειώσουν τις αρνητικές εντυπώσεις, αλλά η πανδημία έχει προσλάβει διαστάσεις που ακόμα και το πιο αυταρχικό καθεστώς δεν μπορεί να παρακάμψει.

ΔΝΤ: Ο «οξαποδώ»

Οπως συμβαίνει σε όλες τις χώρες, έτσι και στην Τουρκία, τα μέτρα κατά της πανδημίας επιδείνωσαν την οικονομία. Δεδομένου, μάλιστα, ότι ήταν κοντά στο χείλος του γκρεμού, η επιδείνωση την έχει φέρει με το ένα πόδι στην πτώχευση. Κάπως έτσι ετέθη το ζήτημα της προσφυγής στο ΔΝΤ. Ούτε μία ούτε δύο φορές ο Ερντογάν έχει χτυπήσει το χέρι στο τραπέζι ξεκόβοντας κάθε συζήτηση για προσφυγή στο ΔΝΤ.

Να θυμίσουμε ότι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης του Ερντογάν κέρδισε το 2002 τις εκλογές και σχημάτισε κυβέρνηση επειδή είχε προηγηθεί η μεγάλη οικονομική κρίση του 2001, κατά τη διάρκεια της οποίας η τουρκική λίρα έχασε το 50% της αξίας της και η χώρα κατέληξε στην αγκαλιά του ΔΝΤ.

Μόνο που οι πολιτικές επιπτώσεις εκείνης της κρίσης ήταν καταλυτικές. Τα τρία από τα τέσσερα κόμματα εξουσίας εκείνης της εποχής έμειναν εκτός Βουλής, επειδή δεν κατάφεραν να υπερβούν το όριο 10% για να εισέλθουν στην Εθνοσυνέλευση. Ακόμη και το παραδοσιακό κεμαλικό κόμμα που το υπερέβη παρέμεινε για μια 20ετία καθηλωμένο.

Ετσι ο Ερντογάν βρέθηκε πρωθυπουργός και στη συνέχεια κέρδισε αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις.

Σε αυτό, είναι αλήθεια, τον βοήθησε καθοριστικά το γεγονός ότι επί εκείνων των ημερών του η τουρκική οικονομία απογειώθηκε. Προχώρησε σε μαζικές ιδιωτικοποιήσεις σε μια κατά βάση ελεγχόμενη από το κράτος οικονομία, και αυτός ήταν ένας σημαντικός λόγος που κατάφερε να προσελκύσει ξένες παραγωγικές επενδύσεις.

Η ετήσια μεγέθυνση του ΑΕΠ ήταν εντυπωσιακή. Ο Ερντογάν υπερηφανευόταν ότι το κατά κεφαλήν εισόδημα των Τούρκων διπλασιάστηκε επί των ημερών του. Είναι αλήθεια ότι η τουρκική κοινωνία γνώρισε μακρά περίοδο ευημερίας, η οποία άλλαξε τα καταναλωτικά πρότυπα και τις ισορροπίες στο εσωτερικό της.

Η εκλογική απήχηση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης στηρίχτηκε στο πραγματικό πολιτικό αφήγημα για το «σύγχρονο οικονομικό θαύμα». Οικονομική ανάπτυξη και εκλογικές νίκες από κοινού βοήθησαν τον Ερντογάν να εξουδετερώσει τις αλλεπάλληλες συνωμοσίες εναντίον της κυβέρνησής του και τελικά να κερδίσει τον άτυπο εσωτερικό πόλεμο με το βαθύ μετακεμαλικό κράτος. Ετσι, εδραίωσε την πολιτική ηγεμονία του.

Η κρίση ροκανίζει τον θρόνο του «Σουλτάνου»

Σήμερα η οικονομία λειτουργεί αντίστροφα στο πολιτικό επίπεδο. Ροκανίζει την πολιτική ηγεμονία του Τούρκου προέδρου, σε βαθμό που δεν έχει προηγούμενο τα τελευταία 20 χρόνια. Η κλιμακούμενη οικονομική κρίση τον καθιστά όλο και πιο ευάλωτο πολιτικά.

Στην πραγματικότητα, αφενός η προσπάθειά του να συντηρήσει υψηλό ρυθμό μεγέθυνσης του ΑΕΠ, αφετέρου οι γεωστρατηγικές επιδιώξεις του και ο μεγαλοϊδεατισμός του έπαιξαν σημαντικό ρόλο στο να τεθεί εκτός τροχιάς η οικονομία, αν και δεν πρέπει να υποτιμηθεί η υπονόμευση της τουρκικής λίρας από τους Δυτικούς. Η στρατιωτική εμπλοκή της Τουρκίας στη Συρία αποδείχθηκε ιδιαίτερα κοστοβόρα. Το ίδιο και η εμπλοκή στη Λιβύη.

Διεκδικώντας δηλαδή ρόλο ηγέτιδας χώρας και επιχειρώντας να αποκτήσει επιρροή στους απανταχού μουσουλμάνους, ο Ερντογάν δεν δίστασε να σπαταλήσει πόρους για να εφαρμόσει τη μεγαλομανή νεο-οθωμανική στρατηγική του. Τον λογαριασμό δεν τον έχει ακόμα πληρώσει. Για την ακρίβεια, η Τουρκία δεν έχει δει τα χειρότερα στο οικονομικό επίπεδο.

Για να αποφύγει την προσφυγή στο ΔΝΤ, ο Ερντογάν προσπαθεί να διασώσει την τουρκική οικονομία μέσω της αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας (Fed), με ειδικό swap. Ακόμα και ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ να θέλει να βοηθήσει τον -κατά δήλωσή του- φίλο του, δεν είναι σε θέση να το πράξει, και μάλιστα όταν οι ΗΠΑ μαστίζονται από την πανδημία και τον Νοέμβριο έχουν προεδρικές εκλογές. Είναι δεδομένο ότι οι Αμερικανοί θέλουν η Τουρκία να επιστρέψει στο δυτικό στρατόπεδο.

Ορος είναι να εγκαταλείψει την ειδική στρατηγική σχέση που έχει διαμορφώσει ο Ερντογάν με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, παρά το γεγονός ότι Ρωσία και Τουρκία έχουν αντιτιθέμενα συμφέροντα και στη Συρία και στη Λιβύη. Αυτό σημαίνει ότι η Ουάσινγκτον θα επαναφέρει τα δίκτυα επιρροής τα οποία διέθετε για δεκαετίες στην Τουρκία και ο Τούρκος πρόεδρος ξήλωσε μαζικά, ειδικά μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα τον Ιούλιο του 2016.

Για να το πούμε αλλιώς, το τίμημα που ζητούν οι Αμερικανοί δεν είναι απλώς να εγκαταλείψει η Αγκυρα το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400, αλλά ουσιαστικά να ακυρωθεί η αυτονόμηση του Ερντογάν από τη Δύση και η μετατροπή της Τουρκίας σε αυτοδύναμο παίκτη στην ευρύτερη περιοχή με δική της επιρροή στον μουσουλμανικό κόσμο. Με άλλα λόγια, για να αποφύγει την πτώχευση και το ΔΝΤ, ο «Σουλτάνος» πρέπει να παραδοθεί σε αυτούς οι οποίοι -κατά τη δική του πεποίθηση- προσπάθησαν το 2016 να τον ανατρέψουν.

Αυτό είναι στην πραγματικότητα το δίλημμα που καλείται να απαντήσει. Αν κρίνουμε από το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών πριν από έναν χρόνο και κάτι, η εκλογική του απήχηση μπορεί να μην καταρρέει, αλλά φθείρεται. Οι κάλπες είχαν καταγράψει σταδιακή αλλαγή του κλίματος.

Η οικονομική κρίση λειτουργεί ως καταλύτης επιταχύνοντας αυτή την τάση. Η αντιπολίτευση δυναμώνει, γεγονός που τροφοδοτεί την εσωτερική πόλωση στο καθεστώς και στους δημάρχους των μεγάλων πόλεων που προέρχονται από την κεμαλική αντιπολίτευση. Τα ποσοστά δημοτικότητας του Ερντογάν βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο εδώ και 17 χρόνια. Μην ξεχνάμε και την εμφάνιση δύο νέων κομμάτων, το κόμμα του πρώην πρωθυπουργού Αχμέτ Νταβούτογλου και το υπό ίδρυση κόμμα του πρώην τσάρου της τουρκικής οικονομίας Αλί Μπαμπατζάν, τα οποία θα ψαρέψουν από την ίδια δεξαμενή όπου ψαρεύει το κυβερνών Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης.

O Ερντογάν έχει πάψει προ πολλού να είναι ένας αιρετός πρωθυπουργός και πρόεδρος που μπορεί να χάσει τις εκλογές και να πάει στα έδρανα της αντιπολίτευσης ή σπίτι του. Εχοντας οικοδομήσει ένα καθεστώς, έχοντας ασκήσει διώξεις και όντας φορτωμένος με πολλές «αμαρτίες», κινδυνεύει να βρεθεί όχι απλώς πολιτικά και εκλογικά ηττημένος, αλλά στον γκρεμό, όποια κορφή κι αν έχει αυτός. Με άλλα λόγια, η έξοδός του από την εξουσία δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση.

πηγή