Η αναστολή για ένα μήνα (κατά την τουρκική εκδοχή) των ερευνητικών δραστηριοτήτων του Oruc Reis σε θαλάσσια περιοχή νοτίως του Καστελλόριζου αποφασίστηκε όταν το Βερολίνο, που μεσολάβησε, διαβεβαίωσε την Άγκυρα ότι η Αθήνα συμφώνησε το επόμενο διάστημα να επανεκκινήσει ο διμερής διάλογος, που στην πραγματικότητα είναι διαπραγμάτευση. Η χρήση του όρου «διάλογος» προτιμάται από την Αθήνα, επειδή είναι σημειολογικά πιο ανώδυνος και επικοινωνιακά πιο εύπεπτος από την επιφυλακτική ελληνική κοινή γνώμη.

Η τουρκική πλευρά κάνει λόγο για διαπραγμάτευση «χωρίς όρους και προϋποθέσεις». Ουσιαστικά αυτό που απαιτεί είναι η κάθε πλευρά να θέσει στο τραπέζι όποιο ζήτημα θεωρεί ότι αποτελεί διμερή διαφορά. Είναι προφανές ότι με αυτόν τον τρόπο επιδιώκει να νομιμοποιήσει τις μονομερείς επεκτατικές διεκδικήσεις που έχει καλλιεργήσει από το 1973-74 εναντίον ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων, αλλά και εναντίον της ίδιας της ελληνικής επικράτειας με τη θεωρία των «γκρίζων ζωνών».

Από την πλευρά της, η Αθήνα επιμένει ότι η μοναδική διμερής διαφορά είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Μένει στον όρο υφαλοκρηπίδα και δεν χρησιμοποιεί τον ευρύτερο όρο ΑΟΖ (Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη), επειδή η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας και δεν αναγνωρίζει τον όρο ΑΟΖ που αυτή η Σύμβαση εισήγαγε. Κι αυτό, παρότι η εν λόγω Σύμβαση αποτελεί εθιμικό δίκαιο και ως τέτοιο δεσμεύει και τις χώρες που δεν την έψουν υπογράψει, άρα και την Τουρκία.

Έτσι φτάσαμε στο μάλλον κωμικό σημείο ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών για να μην αναφέρει τον όρο ΑΟΖ, να μιλάει για υφαλοκρηπίδα και για τις υπερκείμενες θαλάσσιες ζώνες! Ο λόγος που η Άγκυρα δεν μιλάει για ΑΟΖ δεν είναι τυπολατρικός. Η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (1982) αναγνωρίζει πιο καθαρά από ό,τι προηγούμενες συμβάσεις ότι τα νησιά, που μπορούν να συντηρήσουν έστω και στοιχειώδη οικονομική δραστηριότητα, έχουν ΑΟΖ, όπως και τα ηπειρωτικά εδάφη.

Σύμφωνα με αξιόπιστες πληροφορίες, η μορφή που θα πάρει η διαπραγμάτευση θα είναι αυτή των άτυπων διερευνητικών επαφών, που είχαν δρομολογηθεί μετά τη λεγόμενη «διπλωματία των σεισμών» το 1999. Υπενθυμίζουμε πως οι διερευνητικές επαφές είχαν διεξαχθεί με εντατικό ρυθμό μέχρι το τέλος του 2003. Από τότε συνεχίστηκαν, αλλά πιο αραιά και ουσιαστικά χωρίς ισχυρή βούληση να επιτευχθεί ένας συμβιβασμός, κυρίως επειδή είχε διαφανεί ότι το χάσμα που χώριζε τις δύο πλευρές ήταν αγεφύρωτο ή τουλάχιστον για να γεφυρωθεί απαιτούσε από την Ελλάδα παραχωρήσεις που έθιγαν καίρια τα εθνικά συμφέροντα.

Ενδεικτικό των προθέσεων του Ερντογάν είναι το γεγονός ότι αμέσως μετά την ανακοίνωση πως παγώνουν οι έρευνες του Oruc Reis στη δυνάμει ελληνική ΑΟΖ, έστειλε το Barbaros για έρευνες στην κυπριακή ΑΟΖ. Με τον τρόπο αυτό ήθελε να ξεκαθαρίσει ότι η διαδικαστική συμφωνία για μορατόριουμ που προώθησε η γερμανική μεσολάβηση δεν αφορά την Κυπριακή Δημοκρατία. Ταυτόχρονα έβαλε σφήνα στις σχέσεις Αθήνας-Λευκωσίας, στέλνοντας στους Ελληνοκύπριους το μήνυμα ότι η Ελλάδα κοιτάζει μόνο τον εαυτό της κι ότι αυτούς τους έχει αφήσει στην τύχη τους.

Ο Τούρκος υπουργός Άμυνας Χουλουσί Ακάρ δήλωσε ότι Έλληνες και Τούρκοι αξιωματούχοι θα πραγματοποιήσουν συναντήσεις τις επόμενες ημέρες στην Άγκυρα, προκειμένου να συζητήσουν τα θέματα που οδήγησαν σε αύξηση της έντασης το τελευταίο διάστημα. Στην πραγματικότητα, η συνάντηση θα είναι προκαταρκτική, με σκοπό να πέσει η θερμοκρασία και να διαμορφωθεί εποικοδομητικό κλίμα,

Σύμφωνα με πληροφορίες, αυτή ήταν ιδέα της γερμανικής μεσολάβησης που έγινε δεκτή και από τις δύο πλευρές. Η τριμερής μυστική συνάντηση της διπλωματικής συμβούλου του πρωθυπουργού πρέσβειρας Ελένης Σουρανή με τον εκπρόσωπο της τουρκικής προεδρίας Ιμπραχήμ Καλίν, παρουσία του διπλωματικού συμβούλου της καγκελαρίου Γιαν Χέκερ έδειξε ότι το κλίμα είναι φορτισμένο κι ότι η στη συνέχεια αποκάλυψη της συνάντησης από τον Μεβλούτ Τσαβούσογλου προκάλεσε πρόσθετο ρήγμα στο επίπεδο της εμπιστοσύνης, αφού και οι τρεις είχαν συμφωνήσει η συνάντηση να κρατηθεί μυστική για να μην προκύψουν παρενέργειες.

πηγή