Menu

Γ. Μπαγάκης: Απλές σκέψεις για την εκπαιδευτική αλλαγή πριν τις μεγάλες(;) τομές στις «Υποστηρικτικές Δομές» της σχολικής εκπαίδευσης

αθλουπολη

Γιώργος Μπαγάκης, Καθηγητής Μεθοδολογίας και Πολιτικών Δια Βίου Εκπαίδευσης και Επιμόρφωσης του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου

Ψηφίστηκε πρόσφατα ένας καινούργιος νόμος για «τις υποστηρικτικές δομές στη σχολική εκπαίδευση» που την αλλάζει ριζικά χωρίς να υπάρχει ούτε μια συλλογικότητα, πέρα από τις κυβερνητικές, να τον υποστηρίζει. Πώς άραγε συμβαίνει αυτό;

  1. Εισαγωγικά

Ψηφίστηκε πρόσφατα στη Βουλή ο νόμος για τις «νέες υποστηρικτικές δομές». Η συζήτηση για το νομοθέτημα αυτό είχε ξεκινήσει από την αρχή της σχολικής χρονιάς και υπήρξαν δεκάδες ημερίδες, εισηγήσεις, κείμενα από άτομα ή συλλογικότητες που το αμφισβητούσαν. Μετά τις πολυπληθείς ομάδες εργασίας του Νίκου Φίλη το 2016, που με τον τρόπο που είχαν συγκροτηθεί σχεδόν αναγκαστικά κατέληγαν σε γενικολογίες, φτάσαμε την τελευταία χρονιά σε εξαιρετικά ολιγομελείς ομάδες, κυρίως προσκείμενων στην υπάρχουσα πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας, που «εν κρυπτώ»(!) αυτή τη φορά, επεξεργάστηκαν αυτόν το νόμο σαν να επρόκειτο για τα στρατιωτικά μυστικά (!) του ελληνικού κράτους. Το νομοθέτημα όμως αυτό επαναπροσδιορίζει πάρα πολύ σημαντικά θέματα όπως αυτό της επαγγελματικής ανάπτυξης/επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών. Καλό θα ήταν, λοιπόν, τουλάχιστον να ανακοινώσουν δημόσια τα ονόματα των μελών της ομάδας, η οποία το συνέταξε.

  1. Αλφαβήτα των εκπαιδευτικών αλλαγών στην τρέχουσα συγκυρία για τη χώρα μας.

Θα καταθέσω «τηλεγραφικά» λίγες σκέψεις, που θα μπορούσα να τις ονοματίσω ως αλφαβήτα των εκπαιδευτικών αλλαγών στην τρέχουσα συγκυρία για τη χώρα μας. Καλό είναι να ξεκινάμε από την αλφαβήτα, τα πρωταρχικά δηλαδή και τα θεμελιώδη, πριν συζητήσουμε πιο σύνθετες μορφές εκπαιδευτικού λόγου και εκπαιδευτικής πολιτικής. Οι σύντομες αυτές σκέψεις επικεντρώνονται σε τρία στοιχειώδη ερωτήματα που ακολουθούν. Σε καθένα από αυτά επιχειρείται και μια απλή, αιτιολογημένη απάντηση.

Ερώτημα 1: Σε ποιο εκπαιδευτικό πλαίσιο στηρίζονται οι επιχειρούμενες αλλαγές;

Υπάρχει άραγε καλά επεξεργασμένο εθνικό στρατηγικό σχέδιο πέρα από επιμέρους μνημονιακές δεσμεύσεις και τους σχεδιασμούς για τεχνικά δελτία με στόχο την απορρόφηση των κονδυλίων από το ΕΣΠΑ; Μήπως υπάρχει μόνο αυτό; Ή, έστω, ακόμα το πήγαινε-έλα, οι άπειρες τακτικές κινήσεις εντυπώσεων καθώς και γενικόλογες διακηρύξεις;

Ερώτημα 2: Ποιοι επιχειρούν τις βιώσιμες εκπαιδευτικές αλλαγές;

Απλά μαθήματα επιστημολογίας αναφέρουν ότι κάθε επιστήμη έχει τα δικά της θεωρητικά και μεθοδολογικά εργαλεία. Μπορεί να υπάρχουν κοινά στοιχεία μεταξύ διαφορετικών επιστημών, μπορεί να υπάρχουν διεπιστημονικές προσεγγίσεις αλλά είναι αυτονόητο π.χ. ότι ένας φυσικός δεν είναι ο κατάλληλος για να κάνει τη δουλειά του ψυχολόγου…

Απλά μαθήματα φιλοσοφίας αναφέρουν ότι η φιλοσοφία είναι κάτι πολύ ενδιαφέρον, υπάρχει η φιλοσοφία της γνώσης, η φιλοσοφία της εκπαίδευσης αλλά αυτό δεν είναι ακριβώς το ίδιο με την άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής στη σχολική εκπαίδευση. Η άσκηση της εκπαιδευτικής πολιτικής δεν είναι απλά ακαδημαϊκή γνώση αλλά κάτι πολύ πιο σύνθετο που αφορά στον επαγγελματισμό των εκπαιδευτικών και των στελεχών της εκπαίδευσης, στην εκπαιδευτική έρευνα, στις μεθοδολογίες, πολιτικές και πρακτικές τάξης κ.ά.

Για όλους τους προηγούμενους λόγους για την άσκηση εκπαιδευτικής πολιτικής δεν επαρκεί μια μόνο κατηγορία ικανοτήτων. Αντιθέτως απαιτούνται σοβαρές επεξεργασίες από μικρές καλά συντονισμένες και εστιασμένες διεπιστημονικές ομάδες από έμπειρους εκπαιδευτικούς, ερευνητές της εκπαίδευσης, ειδικούς των διαφορετικών γνωστικών αντικειμένων, στελέχη της εκπαίδευσης, εξειδικευμένα άτομα των επιστημών της εκπαίδευσης κ.ά. Αν κυριαρχήσουν μόνο οι έμπειροι εκπαιδευτικοί ή μόνο οι ειδικοί, για εντελώς διαφορετικούς λόγους στην κάθε περίπτωση, η παραγόμενη εκπαιδευτική πολιτική συνήθως δεν λειτουργεί. Πολύ φοβάμαι ότι το νομοσχέδιο εμπίπτει κυρίως στην πρώτη περίπτωση.

Σήμερα, εν έτει 2018, οι επιστήμες της εκπαίδευσης έχουν πολλά να προσφέρουν και η χώρα μας έχει πολλά τριτοβάθμια ιδρύματα που θεραπεύουν αυτές τις επιστήμες. Είναι ευδιάκριτος επίσης σήμερα ένας σημαντικός αριθμός στελεχών με σχετικές σπουδές και σημαντική πείρα και επαγγελματισμό. Ακόμα υπάρχουν αρκετοί εκπαιδευτικοί με «μεράκι», με σπουδές, με πείρα για να επιδιώξουν με ασφαλή τρόπο «το νέο» που διακήρυττε σωστά το κυβερνών κόμμα στο παρελθόν. Ήταν μάλιστα κυρίως όλοι αυτοί που με την ψήφο τους έδωσαν τη δυνατότητα στην σημερινή πολιτική ηγεσία να αναλάβει την κυβέρνηση, ευελπιστώντας όμως σε περισσότερο ανοικτές και συμμετοχικές διαδικασίες, σε αντίθεση με τα κλειστά και ανώνυμα «ιερατεία».

Οι προαναφερθέντες, στο πλαίσιο ενός καλά επεξεργασμένου εθνικού στρατηγικού σχεδίου, θα μπορούσαν να φέρουν «το νέο», το οποίο θα μπορούσε να είναι βιώσιμο και να υπερβαίνει χρόνιες παθογένειες και αδράνειες της ελληνικής εκπαίδευσης. Η ευκαιρία ήταν μοναδική εξαιτίας των μεγάλων κλυδωνισμών που είχε επιφέρει στην καθεστηκυία τάξη η οικονομική κρίση, η ανεργία κ.ά. Με την πρωτοπορία των προαναφερθέντων υπήρχαν μεγάλες πιθανότητες να εμπιστευτούν και να συνεργαστούν ευρύτερα οι εκπαιδευτικοί σε ό,τι επρόκειτο να τους προταθεί.

Ας μην ξεχνάμε δε ότι δεν είναι σημαντική μόνο η ψήφιση ενός νομοθετήματος. Ίσως πιο σημαντικό είναι και το κατά πόσο είναι βιώσιμο και δεν θα εκφυλιστεί στην πράξη. Η εμπιστοσύνη και η συναίνεση των εκπαιδευτικών είναι «εκ των ων ουκ άνευ» για τη συγκεκριμένη βιωσιμότητα.

Ερώτημα 3. Πώς επιχειρούνται οι εκπαιδευτικές αλλαγές στις «υποστηρικτικές δομές» σήμερα;

Είναι δυσδιάκριτο όμως στην περίπτωση των υποστηρικτικών δομών σήμερα ένα σοβαρό, πειστικό, λειτουργικό και υλοποιήσιμο εθνικό στρατηγικό σχέδιο για την εκπαίδευση. Ποιοι και πώς καθορίζουν τις προτεραιότητες, οι οποίες τίθενται από το Υπουργείο Παιδείας;

Συχνά φαίνεται να σχεδιάζουν ερασιτέχνες της σχολικής εκπαίδευσης και άτομα χωρίς κύρος στην εκπαιδευτική κοινότητα. Οι διεπιστημονικές ομάδες έχουν αντικατασταθεί κυρίως από ομάδες προσκείμενων στην πολιτική ηγεσία με ανταλλάγματα συχνά την απόκτηση μιας θέσης σε κάποια διεύθυνση, μιας θέσης στις Βρυξέλλες κ.ά.

Σημαντικοί εποπτευόμενοι επιτελικοί οργανισμοί του ΥΠ.Π.Ε.Θ. θέτουν προτεραιότητες φωτογραφικές για ημετέρους, μέλη του Διοικητικού τους Συμβουλίου, χωρίς να έχουν χαρτογραφηθεί οι ανάγκες και οι προτεραιότητες των εκπαιδευτικών και των σχολείων. Οι οργανισμοί δε αυτοί δεν αποτελούν ουδέτερα ερευνητικά κέντρα αλλά επηρεάζουν την εκπαιδευτική πολιτική, συχνά έχουν προνομιακή πρόσβαση σε κονδύλια του ΕΣΠΑ και επίσης έχουν σημαντικές επιτελικές διοικητικές αρμοδιότητες για τα τεκταινόμενα στα σχολεία.

Επιπλέον, βλέπουμε ακόμα συχνά «τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα»! Πρωτεργάτες των σκληρών πολιτικών πριν το 2015, τις οποίες υποτίθεται ήρθε να ανατρέψει η παρούσα κυβέρνηση, καλά κρατούν ξανά σε υψηλές επιτελικές θέσεις. Δεν καταλαβαίνει άραγε η πολιτική ηγεσία; Έχει ανάγκη από προσκείμενους; Σε κάθε περίπτωση αυτό που συμβαίνει είναι τοξικότατο και αποκαρδιωτικό. Αυτό όμως έχει συνέπειες και οδηγεί ένα πολύ μεγάλο αριθμό ικανών εκπαιδευτικών και ειδικών με ανιδιοτελή διάθεση προσφοράς να απέχουν συνειδητά από τα τεκταινόμενα. Όλα αυτά όμως ταυτίζονται με «το παλιό», που το βιώσαμε για δεκαετίες.

Τι συναίνεση, τι εμπιστοσύνη αναμένουν, λοιπόν, από τους εκπαιδευτικούς;

Λαμβάνεται άραγε υπόψη η φωνή τους, ο επαγγελματισμός τους καθώς και των στελεχών τους; Λαμβάνονται υπόψη οι επιστήμες της εκπαίδευσης; Υπάρχει ένα θεωρητικό ή μεθοδολογικό υπόβαθρο στο ψηφισθέν νομοθέτημα;

Μήπως πρόκειται κατά κύριο λόγο για τακτικισμό και εμπειρικοτεχνισμό;

Μηπως ο πυρήνας του ψηφισθέντος νόμου είναι ανεπεξέργαστος, αστήρικτος και ατεκμηρίωτος επιστημονικά;

Η απάντηση νομίζω είναι εύκολη…

  1. Εν κατακλείδι

Τί προοπτική μπορεί να έχει ένα νομοθέτημα, που δεν βρέθηκε έστω μία(!), επαναλαμβάνω, έστω μία(!), συλλογικότητα από τις πολλές δεκάδες συναφείς συλλογικότητες που υπάρχουν να το υποστηρίξει; Υπενθυμίζω πάντως ότι οι Έλληνες πολίτες και η εκπαιδευτική κοινότητα δεν πρέπει να έστειλαν τους κρατούντες στη Βουλή και στη Κυβέρνηση για να έχουν αυτού του είδους την προσφορά και αυτά τα αποτελέσματα.

Επισημαίνεται μάλιστα ότι η εκπαίδευση αποτελεί προνομιακό χώρο για να ηγεμονεύσουν νέες ιδέες, επειδή αφορά στο αύριο. Στην εκπαίδευση επίσης οι μνημονιακές υποχρεώσεις δεν είναι οι μεγαλύτερες και αυτές που χρήζουν άμεσης και αυστηρής εφαρμογής όπως π.χ. στην οικονομία, που τα μέτρα είναι πιο άμεσα, μετρήσιμα και οδυνηρά. Εκεί τον κ. Τσακαλώτο μπορεί κάποιος να τον κατηγορήσει για συμβιβασμούς, υποχωρήσεις κτλ. Δεν μπορεί όμως εύκολα κάποιος να τον κατηγορήσει ότι δεν ξέρει από οικονομία. Δεν γνωρίζω κατά πόσο κάτι αντίστοιχο ισχύει και για πολλά από τα άτομα που χειρίζονται κρίσιμα θέματα της εκπαιδευτικής πολιτικής που αφορά στη σχολική εκπαίδευση.

Μακάρι να κάνω λάθος για τα όσα έγραψα με πολύ πόνο, καμιά αντιπολιτευτική διάθεση και με σεβασμό σε πολλά άτομα της ηγεσίας του ΥΠ.Π.Ε.Θ., στα οποία αναφέρομαι στο κείμενο αυτό. Αρκετοί από αυτούς διαθέτουν μεγάλες ικανότητες και έχουν σημαντική προσφορά σε άλλα αντικείμενα, τα οποία όμως δεν αφορούν στη «δύσμοιρη» σχολική εκπαίδευση. Με αυτήν, δυστυχώς μόνο πρόσφατα και χωρίς το απαιτούμενο υπόβαθρο, καταπιάνονται συστηματικά πολλά από αυτά τα άτομα, με ότι δυστυχώς αυτό συνεπάγεται για τον ευαίσθητο αυτό χώρο, τις πολιτικές του και τις πρακτικές του.

Υπάρχει εναλλακτική στην δεδομένη συγκυρία που βρισκόμαστε; Ποτέ δεν είναι αργά! Έστω και την ύστατη ώρα, ιδιαίτερα τώρα, με τις πιέσεις που δέχεται η κυβερνητική πλειοψηφία και οι ασκούντες την εκπαιδευτική πολιτική.

Ας ξανασκεφτούν τη σχέση τους με την κοινωνία, την εκπαιδευτική και τη σχολική κοινότητα, τις επιστήμες της εκπαίδευσης. Εκεί υπάρχουν οι δυνατότητες και η δυναμική. Η όποια ανανέωση/επανεκκίνηση μπορεί να έρθει μόνο από εκεί και όχι από τα κομματικά στεγανά, από λογής-λογής νέους «τεχνικούς της εξουσίας», παραγοντίσκους και ερασιτέχνες της σχολικής εκπαίδευσης.

Ας ξανασκεφτούν επίσης την παρακαταθήκη που άφησαν στη χώρα μας προσωπικότητες με κύρος και αποτύπωμα στο χώρο της σχολικής εκπαίδευσης (Γληνός, Δελμούζος, Κουντουράς, Παπανούτσος κ.ά.). Είναι άραγε συμβατή με όσα πράττουν οι ασκούντες σήμερα την εκπαιδευτική πολιτική και η επιτροπή «σοφών τους». Αρκετούς από τους τελευταίους δεν θα τους γνωρίζει «ούτε ο θυρωρός τους».

Τέλος, ως ένα βαθμό, είναι κατανοητό να δίδεται προτεραιότητα σε κρίσιμα θέματα όπως η οικονομία, η εξωτερική πολιτική, η απασχόληση, η ανάπτυξη, ιδιαίτερα την κρίσιμη περίοδο που διανύει χώρα μας. Όμως δεν θα πρέπει να αγνοείται το ότι παρόλο που τα αποτελέσματα από τη σχολική εκπαίδευση δεν επηρεάζουν βραχυπρόθεσμα την οικονομία έχουν μεγάλο πολιτικό βάρος ιδιαίτερα προεκλογικά. Σε αυτήν εργάζονται 130.000 εκπαιδευτικοί, φοιτούν περισσότερο από 1.000.000 μαθητές. Αν ληφθούν υπόψη και οι οικογένειες των μαθητών τότε καλά θα κάνουν οι κρατούντες να την προσέξουν περισσότερο πριν είναι πολύ αργά…

  1. Αναφορές

Μπαγάκης, Γ. (2017) Δέκα κείμενα από την επικαιρότητα πριν και μετά τον Ιανουάριο του 2015. Εθνικός διάλογος στη σχολική εκπαίδευση, αυτο-αξιολόγηση, επιμόρφωση http://uop-gr.academia.edu/GeorgeBagakis

Μπαγάκης, Γ. (2018) Εθνικόs διάλογοs, οι πρόσφατες διαδικασίες αλλαγής των υποστηρικτικών δομών, η βελτίωση και η αυτονομία του σχολείου. Στο Δ. Γεωργίου, Γ. Μανουσόπουλος, Ι. Φουρίδης, & Σ.

Χανδόλιας (επιμ.) Πρακτικά 3ου Πανελλήνιου Εκπαιδευτικού Συνεδρίου με θέμα: «Αυτόνομο σχολείο: μύθοι και πραγματικότητα». Γύθειο: Σύλλογος Εκπαιδευτικών Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Λακωνικής.

αθλουπολη

Categories:   Απόψεις

Comments

Απάντηση