Πριν από λίγες ημέρες, ψηφίστηκε στη Βουλή το νομοσχέδιο που κατέθεσε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίες σχετικά με τον επαναπροσδιορισμό της πραγματοποίησης διαδηλώσεων στο κέντρων των μεγάλων αστικών κέντρων. Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε και από το Κίνημα Αλλαγής, κάτι που όμως, πολιτικά-ιδεολογικά, δεν συνέβη δίχως την πρόκληση διαφωνιών και εντάσεων, με τους Γιώργο Παπανδρέου (πρώην Πρωθυπουργό) και Χάρη Καστανίδου ουσιωδώς να εκφράζουν την αντίθεση τους μέσω της απουσίας τους κατά την διάρκεια της ψηφοφορίας. Η συζήτηση και η ψηφοφορία ‘χρωματίστηκαν,’ ενίοτε με έντονο τρόπο, στο βαθμό όπου και αναδείχθηκαν θέσεις που άπτονται του καταστατικού-συγκροτησιακού πυρήνα των πολιτικών δυνάμεων.

Όροι όπως ‘κοινωνικοοικονομική ζωή,’ ‘δικαιώματα,’ ‘έλεγχος,’ ‘φαλκίδευση,’ ‘παρέμβαση,’ συνέβαλλαν στη συγκρότηση ενός άμεσου και πολιτικού-θεσμικού λεξιλογίου γύρω από το επίδικο ζήτημα: Την με όρους (ή και αντίστοιχα, με μη όρους) πραγματοποίηση των διαδηλώσεων διαφόρων κοινωνικών ομάδων στο κέντρο αστικών κέντρων. Ως προς το ίδιο το νομοσχέδιο που περιλαμβάνει και τις προεκτάσεις που αυτό φέρει, θεωρούμε πως η όλη κυβερνητική προσέγγιση που συνδέεται με την διαδικασία κατάθεσης και ψήφισης του νομοσχεδίου στη Βουλή, επικεντρώνεται μονοσήμαντα και απλοϊκά σε δύο κύριες συνιστώσες:

Αφενός μεν αναπαράγει μία ρητορική, έντονη το προηγούμενο χρονικό διάστημα, περί των διαδηλώσεων και των κινητοποιήσεων που θέτουν ‘προσκόμματα’ και παράλληλα ‘διασαλεύουν’ την κοινωνικοοικονομική και εμπορική ζωή της πόλης (βλέπε Αθήνα), και, αφετέρου δε, εστιάζει γύρω από το περίγραμμα της δημόσιας τάξης και ασφάλειας, που εν προκειμένω, ‘κινδυνεύουν’ κάθε φορά που ομάδες διαδηλωτών, και ολιγάριθμες, καταλαμβάνουν κεντρικές οδούς και κεντρικά σημεία του οδοστρώματος.

Σχετικά με την δεύτερη συνιστώσα, η πολιτικοϊδεολογική αφήγηση του κυβερνώντος κόμματος κομίζει στη δημόσια και πολιτική σφαίρα πρόσημο της πολιτικής ‘ασφαλειοποίησης,’ (ας θυμηθούμε και τον περί ‘ασφάλειας’ μετεκλογικό λόγο του κόμματος), η οποία επιδιώκεται να εφαρμοσθεί έμπρακτα στο πεδίο του κοινωνικού, παράγοντας την δυνατότητα κατασκευής του διαδηλωτή και των διαδηλωτών που και δεν ‘σέβονται,’ και ‘παρακωλύουν’ την συγκοινωνία, και διασαλεύουν την τάξη και την ασφάλεια.

Άρα, έχουμε ένα πλέγμα ιδεών που αναπαράγει μία σειρά από κοινωνικούς, πολιτικούς, οικονομικούς, χωροταξικούς λόγους συγκεκριμενοποιώντας τους στην ‘αναγκαιότητα’ εφαρμογής ‘κανόνων’ για την επιτέλεση των διαφόρων διαδηλώσεων. Σε αυτό, θα προσθέσουμε και την εμφάνιση ενός ιδιαίτερου μετα-μοντέρνου λόγου που εμπερικλείει τόσο τις διαστάσεις μίας ελληνικής ‘εξαίρεσης’ (ο «ελληνικός εξεψιοναλισμός» του Βασίλη Λογοθέτη) από τα ευρωπαϊκά ειωθότα, όσο και προβάλλει ευδιάκριτα και στοχευμένα το σχήμα της ελληνικής ‘υστέρησης’ έως ‘κακοδαιμονίας’ που λειτουργούν ως αντίβαρα για την οικονομική και λοιπή ανάπτυξη της χώρας. Η ‘υστέρηση’ εδώ φέρει το σχήμα της θεωρούμενης ως χωρίς όρια και κανόνες διαδήλωσης.

Η θεώρηση της Νέας Δημοκρατίας, παραγνωρίζει, πάνω στη σπουδή της να νομιμοποιήσει τα διακυβεύματα της πολιτικής της, την βαθιά οικονομική κρίση που μετάβαλλε δραστικά και σφαιρικά την εμπορική ζωή και κίνηση όπως αρθρώνεται στο κέντρο των μεγάλων αστικών κέντρων, τις εκκαθαρίσεις κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκαν εν καιρώ κρίσης και οδήγησαν στο κλείσιμο καταστημάτων και στην απώλεια διαθέσιμου εισοδήματος, με αυτόν τον λόγο να καθίσταται ένας βασικός λόγος της φορτισμένης μεταβολής έως ‘διατάραξης’ της κοινωνικοοικονομικής λειτουργίας στο κέντρο. Έτσι, δεν είναι οι διαδηλώσεις ο μοχλός της ανατροπής στην καθημερινότητα καταστηματαρχών, πολιτών, εν γένει στον τρόπο με τον οποίο βιώνεται η παρουσία στο δημόσιο χώρο της πόλης.

Επίσης, οι διαδηλώσεις ανάγονται στη σφαίρα ενός ‘δικαιωματισμού’ που προβάλλει την τήρηση των δικαιωμάτων των πολιτών που δεν διαδηλώνουν και επιθυμούν είτε να μεταβούν προς τον χώρο εργασίας του είτε να περπατήσουν στο κέντρο, αγνοώντας ό,τι η πραγματοποίηση των διαδηλώσεων δεν σημασιοδοτεί την πόλη ‘καταλαμβάνοντας την,’ αλλά, αντιθέτως, προβάλλει την δυνατότητα συγκέντρωσης πλήθους επί ενός συγκεκριμένου σημείου.

Και εδώ ενσκήπτει η λογική ή αλλιώς, η στρατηγική της οριοθέτησης της διαδήλωσης σε συγκεκριμένα πλαίσια, η εκ των προτέρων ενημέρωση για την πορεία της που παραπέμπει σε ένα υπόδειγμα γραμμικότητα με αρχή, μέση και τέλος, επανεπινοώντας τον ρόλο των αστυνομικών δυνάμεων που μπορούν να θεσπίσουν τα όρια, να ανεβάσουν το επίπεδο της ‘επικινδυνότητας,’ να συν-διαμορφώσουν έναν χώρο όπου ο κανόνας είναι η θεωρούμενη ως ‘ανοιχτή’ και ‘ασφαλής’ πόλη. Ο όρος-ομπρέλα της παράβασης, ενίοτε δημιουργικά ασαφής, επικρέμαται ως δαμόκλειος σπάθη πάνω από την κεφαλή των διαδηλωτών.

Ο διαδηλωτής, όταν δεν επισείεται ως σκιάχτρο, διαχωριζόμενος σε ‘καλό’ (βλέπε ΠΑΜΕ) και ‘κακό’ διαδηλωτή, αναγνωρίζεται ως φάντασμα. Θα είναι ενδιαφέρον το πως θα λειτουργήσει η ρύθμιση των διαδηλώσεων, ιδίως σε περίπτωση που η διαδήλωση είναι περισσότερο μαζική. Ας σημειωθεί εδώ ό,τι κινηματικές-κοινωνικές δράσεις ανακύπτουν ως μορφή διεκδίκησης και περαιτέρω, άσκησης πολιτικής με συγκεκριμένες απευθύνσεις, διαθέτοντας ταυτότητα (Charles Tilly), και εγγράφοντας στο εσωτερικό τους μία θεματική ατζέντα.

Σίμος Ανδρονίδης

Υποψήφιος διδάκτωρ τμήμα Πολιτικών Επιστημών ΑΠΘ