Ο όρος «Οικονομία τηςΠληροφορίας» αναφέρεται σε μια μορφή κοινωνικής και οικονομικήςανάπτυξης όπου η απόκτηση, αποθήκευση, επεξεργασία, αποτίμηση, μεταβίβαση καιδιάχυση των πληροφοριών οδηγεί στη δημιουργία γνώσης, για την ικανοποίησηαναγκών ατόμων και επιχειρήσεων και παίζει έτσι κεντρικό ρόλο στην οικονομικήδραστηριότητα, την παραγωγή πλούτου και τη διαμόρφωση της ποιότητας της ζωήςτων πολιτών. Ενώ διανύουμε ήδη την εποχή τηςΟικονομίας της Πληροφορίας, το μεγάλο ερώτημα είναι για το πώς θα πάμε στην«Κοινωνία της Γνώσης». Σ’αυτή τη νέα πραγματικότητα η γνώση δεν είναι μόνο το μέσο, ο μοχλός για αλλαγέςστην παραγωγική διαδικασία, αλλά συχνά γίνεται και το ίδιο το περιεχόμενο τηςαλλαγής. Κι αυτό γιατί στην τιμή ενός νέου προϊόντος το μεγαλύτερο μέροςαντιπροσωπεύει η ανταμοιβή της γνώσης, είτε αυτή είναι επιστημονική έρευνα είτεείναι ακόμα και η έρευνα αγοράς, που προσδίδει αξία στην παραγωγή. Η γνώση ενσωματώνεται ως πραγματική αξία σταπροϊόντα και στις υπηρεσίες. Όμως η παρεμβολή της γνώσης, ως αποφασιστικούσυντελεστή παραγωγής, επιδρά και μπορεί ν’ αλλάξει ριζικά τις συντεταγμένεςμιας κοινωνίας. Από τη μία πλευρά δημιουργεί ευνοϊκές συνθήκες για τηναυτονομία του ατόμου και περιορίζει την αλλοτρίωση. Μια κατανομή τουεισοδήματος, που ανταμείβει την γνώση, είναι πιο δίκαιη και λιγότερη αυθαίρετη.Ανταμείβει έτσι και την πρωτοβουλία του ατόμου και όχι μόνο τους έχοντες καικατέχοντες κεφάλαιο. Η μεγάληπρόκληση που θα αντιμετωπίσουμε είναι ότι στη μετάβαση αυτή θα υπάρξουν πολλέςταχύτητες και δεν ξέρουμε ακόμη ποιες νέες ανισότητες θα δημιουργηθούν ανάμεσαστους πολίτες και στους λαούς που θα συμμετάσχουν στη διαμόρφωσή της και σ’αυτούς που θα καθυστερήσουν ή θα αποκλεισθούν. Επί πλέον εκφράζονταιφόβοι ότι ο σχηματισμός του νέου ψηφιακού αναλφαβητισμού, που διαφαίνεται, θαέχει ως αποτέλεσμα την πόλωση της κοινωνίας μας σε νέες ελίτ και νέαπρολεταριάτα με διαφορετική κοινωνική και πολιτιστική συνείδηση. Συγχρόνως όμως η νέα κατάσταση ιεραρχεί τη δια βίουμάθηση ως βασική πολιτική για την εκπαίδευση, την κοινωνική συνοχή και τηναπασχόληση για όλους τους πολίτες.Η δια βίου μάθηση είναι μια διαδικασίαεκπαίδευσης και κατάρτισης για τις ανάγκες του ατόμου σε όλη τη διάρκεια τηςζωής του και σε όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων του (πολιτισμός, επάγγελμα,πολίτης). Αποβλέπει στη δημιουργία περισσότερων ευκαιριών προσαρμογής σεκοινωνικές και οικονομικές αλλαγές. Προετοιμάζει τη μετάβαση σε μια κοινωνίατης γνώσης με στόχο την ανάπτυξη και την καταπολέμηση του κοινωνικούαποκλεισμού. Στην κοινωνία της γνώσης τα άτομα συνδέονται μεταξύ τους μέσω τωνκοινών μορφωτικών αξιών της δια βίου μάθησης, οι οποίες διατρέχουν όλες τιςβαθμίδες της εκπαίδευσης, από το νηπιαγωγείο μέχρι το πανεπιστήμιο, και όλεςτις ηλικιακές φάσεις, από την προσχολική μέχρι την τρίτη. Βασικάστοιχεία που διακρίνουν τα συστήματα της δια βίου μάθησης είναι το συνεχές και η κυκλικότητα του συστήματος της. Η συνέχεια αυτή επιδιώκει να δώσει σε κάθεάτομο, σε κάθε φάση της ζωής του την αναγκαία μάθηση, σύμφωνα με τις ανάγκεςκαι τις προσδοκίες του. Η κυκλικότητα του επιτρέπει να επανέρχεταιστη μάθηση, ανεξάρτητα από την προηγούμενη διαδρομή του, μέσα απ’ τηναλληλοδιείσδυση μεταξύ των διαφορετικών δομών της εκπαίδευσης ώστε καμιάδιακοπή του συνεχούς να μην ισοδυναμεί με αποκλεισμό. Αντίθετα να παρέχονται πολλέςευκαιρίες σε κάθε άτομο.

Η μετάβαση όμως απότην οικονομία της πληροφορίας στην κοινωνία της γνώσης φέρνει στην επιφάνεια τοθεμελιώδη ρόλο που καλείται να παίξει η εκπαίδευση σ’ αυτούς τους σημαντικούςτομείς. Ποιας παιδεία, όμως; Ενώη εργασία και η ζωή έχουν αλλάξει ριζικά, το σύστημα εκπαίδευσης στη χώραμας κινδυνεύει να καταστεί ξεπερασμένοκαθώς είναι σχεδιασμένο να εξυπηρετεί περισσότερο τις ανάγκες των βιομηχανικώνκοινωνιών, που χαρακτηρίζεται από σταθερότητα στις οικονομικές και παραγωγικέςσχέσεις. Στο περιβάλλον της Νέας Οικονομίας οι συνεχείς καινοτομίες απαξιώνουντο φυσικό κεφάλαιο και κατά συνέπεια, η απαιτούμενη γνώση πρέπει να ανανεώνεταιεκ βάθρων με πολύ ταχύτερους ρυθμούς απ’ ότι στο παρελθόν. Υπολογίζεταιότι ένα παιδί που γεννιέται σήμερα όταναποφοιτήσει από το Πανεπιστήμιο η ποσότητα της γνώσης στον κόσμο θα είναιτέσσερις φορές μεγαλύτερη, αφού η απόσυρση της χρησιμοποιούμενης πρακτικήςγνώσης, γίνεται σήμερα με ρυθμούς 7% ετησίως. Το βασικότερο όμωςείναι, ότι ενώ στην οικονομία της πληροφορίας, η πληροφορία επεκτείνεται«οριζόντια», δηλαδή αυξάνει ποσοτικά, και περιορίζεται η «κάθετη» διάσταση της, αντίθετα στην κοινωνία της γνώσηςαπαιτείται η αύξηση της κάθετης διάστασής της πληροφορίας, δηλαδή η εμβάθυνσηστο πληροφοριακό υλικό. Το πρόβλημααυτό μεταφέρεται στα εκπαιδευτικά συστήματα ως αίτημα επαναπροσδιορισμού τηςμαθησιακής λειτουργίας. Αυτό σημαίνει ότι δεν έχει νόημα να επιχειρούμε να μετατρέψουμετους νέους σε αποθήκες γνώσεων, αλλά πρέπει να τους εξοπλίσουμε με τηνικανότητα της «επικοινωνίας» με την γνώση. Το παλιό μοντέλο πουισχύει ακόμη στην Ελλάδα και το οποίο στηρίζεται σε ποσοτικά κριτήρια(συσσώρευση γνώσεων), πρέπει να αντικατασταθεί από ποιοτικά κριτήρια, ότανμάλιστα από το 1994 και ύστερα παρατηρείται ένας υπερδιπλασιασμός τωνεπαγγελμάτων που σχετίζονται με την κοινωνία της γνώσης. Για να μπορέσουν οι μαθητές να είναι συνεχώςενεργοί σ’ ένα μεταβαλλόμενο κόσμο και αποκτήσουν το ζητούμενο της νέαςεποχής, «μαθαίνω πώς να μαθαίνω»πρέπει να αποκτήσουν πραγματικές εμπειρίες και να πληροφορηθούν αρκετά ώστε νααντιληφθούν τι ακριβώς συμβαίνει στον αναδιαρθρωμένο πλέον χώρο εργασίας. Αυτόαναδεικνύει την επείγουσα ανάγκη του ανοίγματος του σχολείου προς τον κόσμο καιτην κοινωνία.

Από τα παραπάνω γίνεται φανερό ότι η αισιοδοξία για τηνπορεία του κόσμου κατά την τρίτη χιλιετία μπορεί να προκύψει μόνο μέσα από τονεπαναπροσδιορισμό του ρόλου και της αποστολής της εκπαίδευσης. Στα πλαίσια τωνπαραπάνω εξελίξεων αλλά και του ανταγωνισμού που προκαλείται από την ελεύθερηδιακίνηση των εργαζομένων, οι σημερινοί νέοι χρειάζονται εξάσκηση και στήριξη, ώστε να σχεδιάζουν και νααποφασίζουν για το μέλλον τους με βάση τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τηςπροσωπικότητάς τους αλλά και την κατάλληλη πληροφόρηση.

Νίκος Ξένος

Εκπαιδευτής Ενηλίκων

Σύμβουλος Σταδιοδρομίας