Η βάναυση στοχοποίηση του δικηγόρου επί πέντε ολόκληρα χρόνια πήρε τέλος μετά το απαλλακτικό πόρισμα για τον ίδιο και τον Σάμπυ Μιωνή – Πώς επανορθώνονται, όμως, οι τόνοι λάσπης που δέχτηκε και πώς αποκαθίσταται η τιμή ενός αθώου;

Πώς αποτιμώνται τα δύο διατυπωμένα «δυστυχώς» του εισαγγελέα στο απαλλακτικό πόρισμά του για τους Σάμπυ Μιωνή και Σταύρο Παπασταύρου το οποίο μόλις εκδόθηκε; Πώς αποκαθίσταται η τιμή ενός αθώου ανθρώπου μετά από μια πενταετία βάναυσης στοχοποίησης; Πώς επανορθώνονται οι τόνοι συκοφαντικής λάσπης και η καθημερινή δόλια δαιμονοποίησή του από υστερόβουλα πρωτοσέλιδα και ασύδοτες πολιτικές βολές; Ποιος, τέλος, θα του ζητήσει συγγνώμη για όσες δοκιμασίες υπέφερε από τις πλεκτάνες διεφθαρμένων παραδικαστικών και παρακρατικών κυκλωμάτων;

Στα 53 του χρόνια ο νομικός Σταύρος Παπασταύρου, παρά τις ταλαιπωρίες που έχει βιώσει, διαθέτει τη νηφάλια λεπτότητα να απαντά σε αυτά τα ερωτήματα χωρίς επιτηδευμένες μεγαλοστομίες. Σαφώς είναι αποτυπωμένη στο πρόσωπό του η πικρία της μαρτυρικής δοκιμασίας που πέρασε, αλλά με τη μεγαλύτερη δυνατή φυσικότητα ξεδιπλώνει τα πράγματα όπως στ’ αλήθεια είναι. Ως ρεαλιστής γνωρίζει ότι δεν υπάρχει τίποτε το χαριτωμένο στην «τέχνη» των ωμών εκβιασμών που κατ’ εξακολούθηση δέχτηκε. Εκβιασμοί που ήραν κάθε παραδοσιακό ηθικό φραγμό και πολιτικό ήθος. Τι πιο ενδεικτικό από το: «Να βγει να μιλήσει ο Παπασταύρου για τη Μαρέβα Μητσοτάκη», όπως ζητούσε μετ’ επιτάσεως ο Νίκος Παππάς από τον επιχειρηματία Σάμπυ Μιωνή στη συνάντηση που είχαν στην Κύπρο τον Μάιο του 2016. Ολα αυτά ενόσω ο δικηγόρος ανεβαίνοντας βασανιστικά τον προσωπικό του Γολγοθά διασυρόταν μικρόψυχα και διωκόταν καθημερινά ως απατεώνας και λαμόγιο. Οταν την ίδια εποχή τού είχαν επιβάλει ένα κολοσσιαίο πρόστιμο 3,3 εκατ. ευρώ, του είχαν δεσμεύσει τους λογαριασμούς, τον είχαν αποκλείσει από τη δουλειά του.

Και ακόμη, τον είχαν συκοφαντήσει τόσο ώστε να μετρά παράπλευρες απώλειες και μέσα στο σπίτι του, καθώς απέλυσαν τη σύζυγό του από τη δουλειά της, ενώ το παιδί του δεχόταν μπούλινγκ στο σχολείο του. Είχε γίνει στόχος επαγγελματικού και κοινωνικού εξοστρακισμού από την εκδήλωση μιας «φάμπρικας» απύθμενης παλιανθρωπιάς. Εκείνα τα δυσοίωνα φεγγάρια το όνομά του είχε φετιχοποιηθεί και σταμπαριστεί σε ένα κουρελιασμένο φλάμπουρο που ανέμιζε δήθεν κατά της διαφθοράς. Και αυτός καλούνταν να υπερασπιστεί την προσωπική και επαγγελματική του διαδρομή αποτινάσσοντας τη ρετσινιά από το όνομά του. Να δώσει κουράγιο και δύναμη στους συγγενείς και τους φίλους του. Να κρατήσει ακέραιη την αλήθεια και να μην ταπεινωθεί μετά από αλλεπάλληλους ελέγχους του ΚΕΦΟΜΕΠ του ΣΔΟΕ, της Εισαγγελίας Διαφθοράς, της Αρχής ξεπλύματος μαύρου χρήματος κ.λπ. κ.λπ. Να μη λυγίσει στις τέσσερις προκαταρκτικές ποινικές εξετάσεις που υπέστη, ανεξάρτητα από το αν αργότερα όλες μπήκαν στο αρχείο.

φ2-copy
Με τον Αντώνη Σαμαρά την ώρα της προσέλευσης σε Σύνοδο Κορυφής της Ε.Ε.

Το «εύκολο θύμα»
Το «αμάρτημά» του ήταν ότι άφησε μια επιτυχημένη επαγγελματική καριέρα στον ιδιωτικό τομέα για να προσφέρει επί δυόμισι χρόνια ανιδιοτελώς όσες δεξιότητες είχε στην πατρίδα σε μια δύσκολη περίοδο. Επιπλέον, ήταν Νεοδημοκράτης, διπλωματικός σύμβουλος και συνεργάτης του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά και είχε διατελέσει δικηγόρος στην εταιρεία της Μαρέβας Μητσοτάκη. Επί της ουσίας, όμως, οι διώκτες του τον ήθελαν το «εύκολο θύμα» για να τον θέσουν υπό ομηρία. Υπήρξε το πρώτο και πιο επώνυμο θύμα που σύρθηκε στη λάσπη τους υπό το ανυπόφορο αυταρχικό δόγμα κατάλυσης κάθε τεκμηρίου αθωότητας, σε στυλ «άσκησέ του δίωξη και άσ’ τον να πάει παρακάτω. Βάλ’ του ένα πρόστιμο και άσ’ τον να τρέχει στα δικαστήρια να αποδείξει ότι είναι αθώος»! Αλλος ζώντας μια τέτοια καφκική εμπειρία θα τα είχε παίξει παλεύοντας να αποδείξει ότι δεν είναι δακτυλοδεικτούμενος ελέφαντας σε ένα εφιαλτικό τσίρκο δόλιων συνωμοσιών εις βάρος του. Ο ίδιος αγωνίστηκε, αντιστάθηκε και άντεξε σε ένα μεθοδευμένο κλίμα στοχοποιημένης δυσφήμησής του, το οποίο καταπατούσε τη νομιμότητα, δηλητηρίαζε τις θεσμικές διαδικασίες και περιφρονούσε τα δικαιώματα του πολίτη. «Αν δεν είχα την οικογένειά μου, τους δικηγόρους μου, τον φίλο μου Σάμπυ και την πίστη μου στον Θεό δεν θα άντεχα όλα όσα τράβηξα», λέει απλά σήμερα. Συμπληρώνοντας με λεβέντικη μεγαθυμία: «Αυτά που πέρασα δεν θέλω να συμβούν ξανά σε κανέναν».

Οι διώκτες του θεωρούσαν ότι ένας άνθρωπος πολιτισμένος, καλλιεργημένος και ευγενικός όπως ο ίδιος θα αποτελούσε εύκολο στόχο. Με την αγαρμποσύνη, τις αυταπάτες και την αλαζονεία τους πίστευαν ότι ένας αριστούχος του Κολλεγίου, αριστούχος επίσης της Νομικής Σχολής Αθήνας, στην οποία εκφώνησε τον πτυχιακό όρκο, μεταπτυχιακός απόφοιτος με τη μεγαλύτερη διάκριση από το Χάρβαρντ θα ήταν ευάλωτος μέσα στη μαλθακότητα της αριστείας του. Ιδανικό θύμα για να τον πιέσουν αφόρητα, να τον σπιλώσουν και να ξεμπροστιάσουν στο πρόσωπό του την προηγούμενη -όλα σε αυτή τα φόρτωναν- διεφθαρμένη διαχείριση της χώρας. Λάθεψαν. Πρώτον, γιατί επέλεξαν να στήσουν στον τοίχο με σκευωρίες έναν αθώο άνθρωπο, όπως περίτρανα αποδείχθηκε. Δεύτερον, γιατί δεν υπολόγισαν τις αξίες και το τσαγανό του που προέρχονταν από οικογενειακά βιώματα. Η οικογένεια, από τη μεριά της μητέρας του, το γένος Σταυρίδη, ήταν πρόσφυγες από την Πάρλα Πισιδίας της Μικράς Ασίας. Εγκαταστάθηκε στο Δραβήσκο Σερρών το 1921 και ξεκίνησε από την αρχή μια νέα ζωή. Δεν έμελλε όμως να στεριώσει εκεί, αφού το 1941 αναγκάστηκε να βιώσει νέο ξεριζωμό, υπό την απειλητική παρουσία των Βούλγαρων κομιτατζήδων στην περιοχή. Εφτασε με τα πόδια στην Αθήνα συνοδεύοντας ένα κάρο που κουβαλούσε τα λιγοστά υπάρχοντα και τα τέσσερα παιδιά της, για να καταλήξει να ζήσει σε μια πρόχειρη καλύβα στο ρέμα του Παλαιού Φαλήρου. Από τις μνήμες της μητέρας του, της οποίας η οικογένεια γνώρισε δύο ολοκληρωτικές καταστροφές, μετεγκαταστάσεις και επανεκκινήσεις, ο Παπασταύρου άντλησε ιδιοσυγκρασιακά την εργατικότητα, το σθένος και τη δύναμη της επιβίωσης.

Μαθήματα ζωής
Οταν μετά τ ους φορολογικούς ελέγχους του που διήρκεσαν 10 μήνες, από τον Σεπτέμβριο του 2014 έως τον Ιούλιο του 2015, το υπέρογκο πρόστιμο, τη δέσμευση λογαριασμών και την άσκηση ποινικής δίωξης εναντίον του ο Παπασταύρου βρέθηκε μετέωρος πάνω από το χάος της αβύσσου, πήρε κουράγιο από τη δοκιμασμένη στις κακουχίες μάνα του. «Αφού τα χάσαμε ξανά όλα, θα ξεκινήσουμε πάλι από την αρχή», του είπε αισιόδοξα, χωρίς να λιγοψυχήσει. Από την πλευρά του πατέρα του, μεγαλωμένου στην Πελοπόννησο -Θουρία, Κυπαρισσία, Λογγά Μεσσηνίας- όπου η οικογένειά του έκανε εμπόριο σταφίδας, κληρονόμησε την περηφάνια, την αξιοπρέπεια και την υπομονή του χαρακτήρα του. Φυσικομαθηματικός, στέλεχος του ΟΤΕ, ο πατέρας του Νίκος Παπασταύρου βρέθηκε αιφνιδίως το 1981 με τον ερχομό της κυβέρνησης της Αλλαγής στο ψυγείο επειδή στο κλίμα διακρίσεων της εποχής ανήκε ιδεολογικά στο αντίπαλο κόμμα της Ν.Δ. Πέρασε, έκτοτε, 10 χρόνια στάσιμης δημοσιοϋπαλληλικής ζωής, σχεδόν απομονωμένος, δίχως εργασιακό αντικείμενο, αλλά και χωρίς να διαμαρτυρηθεί, να παραπονεθεί και να δημοσιοποιήσει στην οικογένειά του τη δικαιολογημένη κακοκεφιά του. Ωστόσο δεν αποθαρρύνθηκε, τήρησε με καρτερικότητα την ακεραιότητα και αλώβητες τις ιδέες του αναμένοντας καλύτερες ημέρες επαγγελματικής αξιοποίησης με αυξημένα καθήκοντα. Από το περιβάλλον του σπιτιού του ο Σταύρος Παπασταύρου πήρε μαθήματα ζωής που έγιναν οδηγός της συμπεριφοράς του στις καλές, στις ζόρικες και τις στραβές στιγμές τού μέχρι σήμερα βίου του.

πηγή