Menu

Παρα-μύθι, μύθος και παραμυθία

Θεοδόσιος Π. Τάσιος
(Ομότιμος Καθηγητής του ΕΜΠ, πολιτικός μηχανικός, αρθρογράφος, συγγραφέας και διανοητής, 1930 – )

Όχι. Δέν θα αναφερθώ στα εκπαιδευτικά παραμύθια. Πρώτον, διοτι, δέν είναι «εκπαιδευτικά» – είναι εθνικά και εκπηγάζουν απ’ όλους μας, απ’ όλον τον λαό (ο οποίος όμως, ως γνωστόν, βρίσκεται στο απυρόβλητον των μεταφυσικών πολιτικών θεωριών μας!). Και, δεύτερον, διοτι ύστερα απο σαράντα χρόνια πανεπιστημιακής πράξης, φωνής και γραφής*, το πήρα απόφαση πως τέτοιοι που είμαστε όλοι – τέτοια σχολεία μας ταιριάζουν.
1. Σήμερα, χωρίς καμμία αίσθηση φυγομαχίας (θα επανέλθω άλλωστε), θα επωφεληθώ απ’ την ευκαιριακή ρέμβη στην οποία προάγουν οι θερινές διακοπές, για να αναμνησθώ την υπαρξιακή γλύκα τού Μύθου (με την βασική ανθρωπολογική-του σημασία). Ξαπλωμένος σε μια παραλία, σκαρφαλωμένος σ’ ενα δέντρο στο βουνό ή απομονωμένος στη θερινή ησυχία του δωματίου σου, ξαναβρίσκεσαι επιτέλους με τον εαυτό σου, και ξαναβλέπεις τον Κόσμο με το χρώμα των δικών-σου των γυαλιών – δηλαδή μέσω του προσωπικού-σου Μύθου. Διότι φαίνεται πως ο άνθρωπος δέν αντέχει εύκολα το Άγνωστο και το Απρόβλεπτο που τον τριγυρίζει˙ η συνείδηση έχει ανάγκη απο στηρίγματα καμωμένα απο βεβαιότητες. Βεβαιότητες κομμένες και ραμμένες στα μέτρα του καθενός μας, βέβαια: Ενας παλιός βοσκός «ξέρει» οτι τ’ αστέρια έχουν ψυχή και δύναμη καθώς σεριανάν στον ουρανό, κι ένας Φυσικός «ξέρει» οτι τα ουράνια σώματα ακολουθούν τον νόμο της βαρύτητας. Αλλα την ώρα της ρέμβης τουλάχιστον, ο βοσκός δέν διερωτάται πώς τάχα δίνεται στ’ αστέρια αυτή η δύναμη – αλλ’ ούτε κι ο Φυσικός θυμάται οτι η δήθεν βαρύτητα είναι λέει μια ρελατιβιστική αλλοίωση του χωροχρόνου. Διότι, έτσι και συνεχίζεις να σκαλίζεις «το πώς και το γιατί» και φθάνεις γρήγορα στο ανεξήγητον, οι οιονεί-βεβαιότητες χάνονται – και τέρμα η ξεκούραση: Η συνείδηση ξαναβρίσκεται στην (βαθέως ανεπιθύμητη) ανησυχία. Και δέν μπορεί να βρίσκεται συνέχεια στις ακρώρειες ετούτου του γκρεμού του Ανεξήγητου. Γι’ αυτό και καταφεύγει γρήγορα στους ευκολότερους γνωσιακούς Μύθους, για να μπορεί να βραχυκυκλώνει την πεπερασμένη ατομικότητά-της με τον άπειρο Κόσμο. Απ’ αυτήν την άποψη, Μύθος ανακουφιστικός ήταν ο κεραυνός ως οργή θεού, μύθος ανακουφιστικότατος είναι κι όλοι οι ξένοι που δέν αφήνουν τον έλληνα σε χλωρό κλαρί: Πρέπει ανα πάσαν στιγμή να διαθέτομε μιαν απλή και γρήγορη ερμηνεία (γενικού ειδυνατόν κύρους), που να μας απαλλάσσει απ’ το βασανιστήριο των αλυσιτελών προβληματισμών. Ενδέχεται, εκ πρώτης όψεως, να μήν μας κολακεύει αυτή η διαπίστωση, οφείλομε όμως να παραδεχθούμε το εύλογον του υποκειμένου συνειδησιακού μηχανισμού: Ο γνωσιακός Μύθος προσφέρει παραμυθίαν, παρηγοριά. Οι μείζονες συλλογικοί Μύθοι της ανθρωπότητας, έτσι γεννήθηκαν – κι είναι τόσο εύμορφα όμοιοι μεταξύ τους σ’ όλες σχεδόν τις θρησκείες: Η θεομαχία, η παραγωγή του ανθρώπου απ’ τη λάσπη, ο κατακλυσμός, η θεόθεν δωρούμενη Τεχνολογία – όλα παραπέμπουν στην ταχυερμηνευτική λειτουργία του Μύθου, κι όλα υπογραμμίζουν την Αδελφοσύνη του πολύπλαγκτου γένους των βροτών.

  1. Υπάρχουν όμως κι οι ελάσσονες Μύθοι, οι πιό ατομικοί, οι πολυποίκιλοι, οι αεικίνητοι – αυτοί που νομίμως ταΐζουν τον καθένα μας σε κάθε βήμα του: Δέν πρόκειται τώρα για την ανέφικτη ίσως Γνώση, αλλα για τις εφικτές (και τόσο ζωτικές) σχέσεις-μας με τον συνάνθρωπο (Ήθος) και με το μέσα-μας χάος (Τέχνη).

Θεωρητικώς, δέν θα’ πρεπε εδώ να χρησιμοποιούμε τον όρο «μύθος», αλλα καθώς παραμυθιάζεται κανείς με την αγάπη καί με το ηλιοβασίλεμα, η συνείδηση ανελπίστως αποχτάει γερά στηρίγματα που «δέν τα βλέπουν οι άλλοι» – άρα είναι ανύπαρκτα για τη Γνώση, αλλα υπαρκτότατα για την Ύπαρξη: Σκέφτεσαι τα σαράντα εμβόλια, που έστειλες στην Αφρική (με τα ογδόντα ευρά που έδωσες στην Unicef), τα βλέπεις μπορστά-σου τα χαμόγελα υγείας εκείνων των παιδιών («παραμυθιάζεσαι») και παίρνεις ηδονή χειροπιαστή (άν την παίρνεις δηλαδή, άν είσαι μυημένος στις κρυφές χαρές του γλυκού κρασιού της αγάπης). Μια δυνατότερη μπροστάντζα ηδονής θα πάρεις, όταν θα σε κατατρέξουν που τόλμησες να υψώσεις φωνή δικαιοσύνης (έξω απ’ το μαντρί τών άφωνων συμβιβασμένων), κι οραματίζεσαι τη χαρά που θα πάρουν οι αδικημένοι όταν δικαιωθούν. Στις περιπτώσεις αυτές, δέν διατίθεται «αντικειμενικός» κανόνας συμπεριφοράς – άχρηστος, άλλωστε, άν κατάντησε να πάρει τη μορφή εξωτερικής εντολής: Θα αντιδράσεις έτσι (λίγο ή πολύ και καθόλου), ανάλογα με τις δικές-σου συνειδησιακές ανάγκες – κι όχι με την εμπορική λογική των πιλαφιών με τα οποία θα πληρωθείς στους παραδείσους. Άρα, θα αντιδράσεις ανάλογα με τον προσωπικό σου μύθο – και θα αμειφθείς την ίδια ώρα!

Σε ανάλογη κατηγορία ηδονών κατατάσσονται και τα αποτελέσματα του βίου εν Τέχνη. Εδώ, ο μύθος κυριολεκτείται καλύτερα: Η συνείδηση πιάνεται απ’ τα εξωτερικά πράγματα ή συμβάματα, και τα νοηματοδοτεί κατα βούληση και δι’ ιδίαν χρήσιν – τα χρησιμοποιεί δηλαδή ως σύμβολα των δικών της συμβαμάτων. Αποπειράται δηλαδή να αισθητοποιήσει το μέσα χάος της, μέσω όμως αντικειμένων / μορφών / γεγονότων, που υποπίπτουν στις αισθήσεις. Έτσι, το εσωτερικό Ανέκφραστο, εκ-φράζεται επιτέλους, με εξωτερικά όμως υλικά. Και τραγουδάς τον ενθουσιασμό σου όταν κυριεύεις τη Βαστίλλη, αναζητάς το ταίρι-σου με μια μπαλλάντα ή μοιρολογάς τον αγαπημένο νεκρό: Σ’ αυτά τα παραδείγματα, μέσω τον αυτιών-σου «γνωρίζεις» σεαυτόν (και λευθερώνεσαι). Και όμως προσοχή: διότι, φεύ, μύθος είναι και ο φασισμός – αυτή η έρπουσα απειλή με το προσωπείο της «απελευθερωτικής» βίας. Αυτός κι αν είναι ενα επικίνδυνα ξεκουραστικό παραμύθι…

06-08-2006

*Θ.Π.Τάσιος, “Επιφυλλίδες”, Εκδ. Αγγελάκη, Αθήνα, 2012

Categories:   Απόψεις